Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Διανοουμενίστικος παγανισμός - Ένας πολυθεϊσμός χωρίς θεούς


Οι απαρχές του διανοουμενίστικου πολυθεϊσμού
I want to believe I live in a single world. That is why I am keeping my eyes at home while I can. The light keeps on separating the world like a table knife; it sweeps across what I see and suggests what I do not. The imaginary knife comes to me with as much force as the real, the remembered with as much force as the immediate. The countries on the map pile up like ice-floes . . . I see the iron fences and the shallow ditches of the countryside the mild wind has travelled over. I cannot enter that countryside; nor can I escape it. I cannot join together the mild wind and the shallow ditches. I cannot lay the light across the world and then watch it slide away. Each thought is at once translucent and icily capricious. A polytheism without gods. Roy Fisher, City (1961)
Από τις αρχές του 20ου αιώνα (και ακόμα παλαιότερα υπό άλλες μορφές) παρατηρείται μια γενικευμένη τάση ανάμεσα στους διανοούμενους, συνήθως ενταγμένη στις επιταγές της μοντερνικότητας, του μηδενισμού και της συνεπαγόμενης κριτικής, να ερευνηθούν οι ρίζες, διανοητικές, ηθικές ή και ευρύτερα πολιτισμικές του δυτικού πολιτισμού, ειδικά στους τομείς που αυτός έπασχε και πάσχει. Λογική κατάληξη βέβαια ήταν, πολλοί εκ των διανοητών αυτών να φτάσουν σε μια κριτική του χριστιανισμού, ο οποίος ήταν το βασικό θεμέλιο, πλάι με τον ελληνορωμαικό κόσμο, και του δυτικού πολιτισμού. Επειδή μάλιστα πολλά αρνητικά χαρακτηριστικά, τα οποία αυτή η κριτική διαπίστωνε, χρεώνονταν (ορθώς) στον χριστιανισμό, αρκετοί συνέχιζαν λίγο παραπέρα προβαίνοντας σε μια σύγκριση των πνευματικών, ηθικών και άλλων χαρακτηριστικών των δύο συστημάτων, εξ ών συνετέθη ο σύγχρονος κόσμος. Ομολογουμένως η σύγκριση στα σημεία δεν βγαίνει και τόσο υπέρ του χριστιανισμού, ή καλύτερα του μονοθεϊσμού γενικότερα, οπότε λογικό αποτέλεσμα ήταν να εμφανιστούν αρκετές φωνές, οι οποίες αμέσως ή εμμέσως υποστήριζαν την ανάγκη μιας "επιστροφής" σε μια παγανιστική πνευματικότητα, μια παγανιστική ηθική ή μια παγανιστική οπτική. Η περίπτωση του Νίτσε ίσως είναι η πιο χαρακτηριστική λόγω της μεγάλης επιρροής του έργου του, με όλα τα θετικά και αρνητικά που αυτό το γεγονός είχε, στην μετέπειτα σκέψη.
Πάει πάρα πολύς καιρός πια που ξεμπερδέψαμε με τους παλιούς θεούς: - κι αληθινά, είχαν ένα καλό, χαρούμενο θεικό τέλος!"Δεν πέρασαν από κανένα λυκόφως πεθαίνοντας, - αυτό είναι ψέμμα! Κάτι πολύ περισσότερο: Πέθαναν μόνοι τους απότομα - γελώντας!Αυτό έγινε όταν απο στόμα Θεού ακούστηκε ο πιο άθεος λόγος, - ο λόγος "Εις θεός εστιν. Ουκ έσονται σοι έτεροι Θεοί πλην εμού!"-ένας παλιός με οργισμένη γενειάδα Θεός, ένας ζηλιάρης Θεός που είχε ξεχάσει τον εαυτό του μιλώντας έτσι:Κι όλοι οι Θεοί γελάσαν τότε και χτυπιόντουσαν πάνω στις έδρες τους και φωνάζανε: "Θεικότητα δε σημαίνει ακριβώς το να υπάρχουν θεοί και όχι Θεός;"Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει
Νίτσε 

 Η κριτική, όπως αναφέραμε, εστίαζε στα πνευματικά χαρακτηριστικά, στις ηθικές αξίες και στην κοσμοαντίληψη των δύο συστημάτων, παρ' όλα αυτά σαφώς και τα συνέδεε, ως ορθώς όφειλε, με την αρχική πηγή τους, η οποία ήταν και στις δύο περιπτώσεις η θρησκεία. Όμως, για διάφορους λόγους, αδυνατούσε να προχωρήσει περαιτέρω, ζητώντας μια επιστροφή όχι μόνο στο "αιτιατό", αλλά στο ίδιο το αίτιο. Δηλαδή, μια επιστροφή όχι μόνο στις αξίες, στην κοσμοαντίληψη και την ηθική του παγανιστικού κόσμου, αλλά και στην θρησκεία του. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στο γιατί, αρκεί να αναφέρουμε δύο βασικούς παράγοντες που δεν πραγματοποιήθηκε αυτό, όπως ήταν το δεδομένο κλίμα του επερχόμενου καθολικού αθεϊσμού, απότοκο της "επιστημονοσύνης" της εποχής και της πίστης στην ανωτερότητας της τεχνικής λογικής και της προόδου (παρά το ότι ακριβώς αυτά ήταν που οι ίδιοι διανοητές συχνά στηλίτευαν) καθώς και η ανικανότητα αποδέσμευσης από την μονοθεϊστική φαντασίωση της τελικής νίκης υπέρ των Ειδώλων, με άλλα λόγια από την πίστη πως οι θεοί ήταν νεκροί.
...Western civilisation needs a complete overhaul or it will fall apart one day or another. It has realised the most complete perversion of the rational order of things. Reign of matter, of gold, of machine, of number, it no longer possesses breath, or liberty, or light. The West has lost the sense of command and obedience.It has lost the sense of Action and of Contemplation.It has lost the sense of hierarchy, of spiritual power, of man-Gods.It no longer knows nature. It is no longer, for Western man, a living body made of symbols, of Gods and ritual gestures - ["a splendid cosmos" instead of "a harmony, a cosmos" ] a harmony, a cosmos, in which man moves freely, like a microcosm within the macrocosm : it has on the contrary decayed to an opaque and fatal exteriority, the mystery of which profane sciences seek to ignore by means of their little laws and their little hypotheses.
The West no longer knows Wisdom...
The West no longer knows the State...
Europe has lost its simplicity, has lost its centrality, has lost its life...
...To all this must be said: 'Enough!', so that some men at least can recover the long roads, the long danger, the long gaze, and the long silence ; so that the wind of the open sea can blow - the wind of the MEDITERRANEAN TRADITION - to reawaken the enchained people of the West...
 Julius Evola, Heathen imperialism (1928) imperialismo pagano
Με τους θεούς νεκρούς, κάθε απόπειρα επιστροφής στον κόσμο που αυτοί είχαν δημιουργήσει αναγκαστικά έπεφτε στο κενό, και οι τόσο χρήσιμες και ορθές κριτικές συχνά κατέληγαν στον πεσιμισμό, στην τρέλα, στον αδιαπέραστο τοίχο που χωρίζει τις νοητικές μας δυνατότητες από την ένθεη πραγματικότητα του κόσμου. Ταυτόχρονα, μεγάλη ζημιά έγινε όταν, πολλά παραπροϊόντα των ανωτέρω κριτικών και απόψεων, κακώς ταυτίστηκαν με πολιτικές εκτονώσεις (γι' αυτό και κάποια επιλεγμένα αποσπάσματα εδώ) στα προβλήματα της εποχής. Έτσι η συζήτηση την οποία κάποιοι είχαν ξεκινήσει τόσο νωρίς άργησε πάρα πολύ να επανεμφανιστεί και δυστυχώς και όταν αυτό συνέβει, τα προηγηθέντα προβλήματα και οι αρχικοί περιορισμοί δεν είχαν ξεπεραστεί.
Polytheism corresponds better to the diversity of our tendencies and our impulses, which it offers the possibility of expressing, of manifesting; each of them free to tend, according to its nature, toward the god who suits it at the moment. But how to deal with a single god? How to envisage him, how to utilize him? In his presence, we live continually under pressure. Monotheism curbs our sensibility: it deepens us by narrowing us. A system of constraints which affords us an inner dimension at the cost of the flowering of our powers, it constitutes a barrier, it halts our expansion, it throws us out of gear. Surely we were more normal with several gods than we are with one. - E. M. Cioran, The New Gods (1969) Ο κακός δημιουργός


...on the earth, all over it, a darkening of the world is happening: ... the flight of the gods, the destruction of the earth, the reduction of human beings to a mass, the preeminence of the mediocre. Martin Heidegger,Introduction to metaphysics (1935)
Ιδεολογικές επιρροές
Επειδή όμως πολλοί από τους παρευρισκόμενους δεν πίστευαν στο Θεό, ξέσπασαν σε δυνατά γέλια. Μήπως χάθηκε; ρώτησε κάποιος. Μήπως έχασε το δρόμο του σαν το μικρό παιδί; είπε κάποιος άλλος. Ή μήπως κρύβεται; Μήπως μας φοβάται; Μήπως μπάρκαρε στο πλοίο; Μήπως ξενιτεύτηκε; -έτσι φώναζαν και γελούσαν. Ο τρελός πήδησε ανάμεσα τους και τους διαπέρασε με τη ματιά του. «Που είναι ο Θεός;» φώναξε, «θα σας πω εγώ! Τον σκοτώσαμε -εσείς κι εγώ! Είμαστε όλοι δολοφόνοι του! Αλλά πώς το κάναμε; Πώς μπορέσαμε να πιούμε τη θάλασσα ώς την τελευταία σταγόνα; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι για να σβήσουμε όλο τον ορίζοντα; Τι κάναμε όταν κόψαμε την αλυσίδα που ενώνει τούτη τη γη με τον ήλιο της; Προς τα πού κινείται αυτή τώρα; Προς τα πού κινούμαστε εμείς; Μακριά από όλους τους ήλιους; Δεν γκρεμιζόμαστε συνεχώς; Πίσω, πλάγια, μπροστά, προς όλες τις μεριές; Υπάρχει ακόμα ένα πάνω κι ένα κάτω; Δεν περιπλανιόμαστε σαν μέσα σ* ένα απέραντο μη-δέν; Δεν νιώθουμε την ανάσα του κενού χώρου; Δεν κάνει περισσότερο κρύο; Δεν έρχεται η νύχτα, πάντα η νύχτα, πάνω μας; Δεν πρέπει ν' ανά-βουμε φανάρια στο καταμεσήμερο; Δεν ακούμε ακόμη τίποτε από το θόρυβο που κάνουν οι νεκροθάφτες που θάβουν το Θεό; Δεν μυρίζουμε ακόμη τίποτε από τη θεϊκή αποσύνθεση; -και οι θεοί αποσυντίθενται. Νίτσε, 
The announcement of the death of God was the obituary of a useless single-minded and one-dimensional norm of a civilization that has been predominantly monotheistic, not only in its religion, but also in its politics, its history, its social order, its ethics, and its psychology. When released from the tyrannical imperialism of monotheism by the death of God, man has the opportunity of discovering new dimensions hidden in the depths of reality’s history. He may discover a new freedom to acknowledge variousness and many-sidedness. He may find, as if for the first time, a new potency to create imaginatively his hopes and desires, his laws and pleasures. … The death of God gives rise to the rebirth of the Gods. We are polytheists. David Miller, The New Polytheism
There is no need to ”believe” in Jupiter or Wotan—something that is no more ridiculous then believing in Yahweh however—to be pagan. Contemporary paganism does not consist of erecting altars to Apollo or reviving the worship of Odin. Instead it implies looking behind religion and, according to a now classic itinerary, seeking for the “mental equipment” that produced it, the inner world it reflects, and how the world it depicts as apprehended. In short, it consists of viewing the gods as “centers of value” and the beliefs they generate as value systems: gods and beliefs may pass away, but the values remain. Alain de Benoist, On Being A Pagan
Φυσικά δεν είχαν λυθεί και τα προβλήματα τα οποία είχαν γεννήσει τις αρχικές σκέψεις οπότε λογικό ήταν η ίδια κριτική, οι ίδιες σκέψεις να επανέλθουν αργότερα και μάλιστα σε μεγαλύτερη ένταση. Ευτυχώς τις περισσότερες φορές χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Από τα εξαιρετικής σημασίας έργα αυτής της δεύτερης περιόδου, ξεχωρίζω δύο για το ειδικό βάρος επιρροής που είχαν και έχουν.
Το εξαιρετικό και πρωτοπόρο The New Polytheism (Revised Edition) (1973) του David Miller
και το πασίγνωστο On Being a Pagan "πώς μπορείς να είσαι παγανιστής" ή Comment peut-on être païen (1981)  του Alain de Benoist, στο οποίο οφείλονται πλήθος απόψεων σύγχρονων πολυθεϊστών, όσον αφορά το διανοητικό/ιδεολογικό κομμάτι (ή δεύτερη αντίστοιχη μεγάλη επιρροή στον αντίποδα μιας καλά δομημένης ιδεολογίας, προέρχεται από τα neopagan κινήματα όπως η Wicca και διάφορες new age θεωρήσεις). 
Polytheism is not a historical or an academic matter. It is a feeling for the deep, abiding, urgent and exciting tension that arises when, with a radical experience of the plurality of both social and psychological life, one discovers that a single story, a monovalent logic, a rigid theology, and a confining morality are not adequate to help in understanding the nature of real meaning. Such a situation is not a matter simply for theologians or philosophers; it is a basic tension at the heart of the experience of all men and women. The tension has likely existed in all times, but it has surfaced radically in our age and calls now for a recollection, a new look at what polytheism was really all about. David Miller, The New Polytheism
Το πρόβλημα, όμως, με όλα τα παραπάνω παρέμενε, αν δεν εντάθηκε κι' όλας, καθώς όλες αυτές οι απόψεις, επένδυαν σε έναν πολυθεϊσμό χωρίς θεούς. Αφαιρούσαν δηλαδή την κατ' αυτούς άχρηστη για τις ημέρες μας θρησκευτικότητα και ήθελαν να κρατήσουν τα διανοητικά, κοινωνικά ή ηθικά αποτελέσματα της. Όλη αυτή την σχολη σκέψης λοιπόν, ανεξαρτήτως επιμέρους ιδεολογικών ή άλλων διαφορών, τρόπου έκφρασης, στόχευσης κτλ, ονομάζω διανοουμενίστικο (ή θεωρητικό, ή φιλολογικό ή αλλιώς αν βρείτε καλύτερο όρο) παγανισμό και παρά την σημαντική της έως τώρα προσφορά, θεωρώ πως αποτελεί πλέον μια μεγάλη μάστιγα για τους σύγχρονους πολυθεϊστές παγκοσμίως.


Nor is there any valid reason to reject the idea of God or the notion of the sacred just because of the sickly expression Christianity has given to them, any more than it is necessary to break with aristocratic principles on the pretext that they have been caricatured by the bourgeoisie. Alain de Benoist, On Being A Pagan
Αυτό το λέω για τον απλό λόγο, πως δεν γίνεται να υπάρχει πολυθεϊσμός χωρίς θεούς και ούτε σύγχρονοι πολυθεϊστές μπορούν να υπάρξουν χωρίς θρησκευτική συνείδηση. Όμως, το ιδεολογικό οπλοστάσιο τους βασίζεται ως επί το πλείστον σε έργα της συγκεκριμένης σχολής, δημιουργώντας έτσι μια παρανοϊκή ή τραγελαφική κατάσταση ανακολουθίας. Το γεγονός αυτό δημιούργησε μια σειρά από προβλήματα, κάτι εμφανές κυρίως στο εξωτερικό (όπου οι άνθρωποι τα πηγαίνουν καλύτερα με την μελέτη και το διάβασμα), αλλά και στην Ελλάδα με μια ασυνείδητη μορφή. Λαμβάνοντας βέβαια υπόψη όλες τις, διαφορετικής ποιότητας, και είδους, επιρροές δεν είναι να απορούμε που οι τελικές εκφράσεις εντός και εκτός συνόρων, με τον καιρό απέκτησαν παρακλάδια και ποικίλες εκφράσεις, διαμορφώνοντας ένα πολύχρωμο τοπίο. Πάρ' αυτά, τα κεντρικά χαρακτηριστικά κληρονομήθηκαν εξίσου, και καλό είναι να αναλύονται με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα καταστεί δυνατό να ξεπεραστούν οι παρατηρούμενες επιπλοκές.

Ο Πολυθεϊσμός κάτω από ιδεολογική ασφυξία

Το πρώτιστο ζήτημα είναι πώς ένας ιδεολογικός, αποστερημένος από την θρησκεία, πολυθεϊσμός έγινε προσβάσιμος από πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι τον προσέγγισαν με βάση τις άσχετες με αυτόν προλήψεις τους, όπως τις είχαν διαμορφώσει από όλο το παρεχόμενο φάσμα ιδεών. Έτσι, άλλοι για πολιτικούς, άλλοι για ιδεολογικούς, άλλοι ακόμα για προσωπικούς-ψυχολογικούς λόγους, πλησίαζαν και πλησιάζουν τον πολυθεϊσμό (κανένα κακό μέχρι στιγμής), δυστυχώς κουβαλώντας όλα τα προηγούμενα (αρνητικό αλλά διαχειρίσιμο), και συχνά με αδυναμία ή και έλλειψη θέλησης να τα αφήσουν στο πεδίο που ανήκουν (ιδεολογικό) ώστε να τον προσεγγίσουν, όπως πραγματικά οφείλουν, δηλαδή θρησκευτικά (το μεγάλο πρόβλημα). Παρατηρούνται λοιπόν φαινόμενα όπως αυτό της μαζικής έκφρασης απόψεων περί των θεών-δυνάμεων, θεών-συμβόλων, θεών-αρχετύπων, θεών-νοητικών κατασκευών ή ακόμα και θεών-εξωγήινων στις τραγελαφικές περιπτώσεις που ακόμα επιβιώνουν στην Ελλάδα, ενώ στην γενική κακοφωνία όχι μόνο δεν ακούγονται οι φωνές περί θεών-ΘΕΩΝ αλλά επίσης δεν εξελίσσεται η σχετική με τα ζητήματα σκέψη κολλημένη καθώς έχει μείνει στον "ελιτισμό" των Νίτσε-Μπενουά, στον ιδεολογικό αχταρμά μεταξύ διαφωτιστών-επαναστάσεων του 18ου-19ου αιώνα και εθνικιστικών κύκλων και οτιδήποτε άλλο προκύπτει στα ενδιάμεσα. Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο την γενική εικόνα που ενδεχομένως δίνεται σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή, ο οποίος μετά δυσκολίας θα διακρίνει ανάμεσα σε όλα την θρησκευτική ουσία, αλλά πολύ συχνά, εμφανίζονται και στις εξεφραζόμενες απόψεις εντός του χώρου, από αυτές των "γνωστών" ή προβεβλημένων προσώπων μέχρι αυτές των "νέων" που ψάχνονται.

Έτσι καταλήγουμε σε μια άδικη - για τον πολυθεϊσμό ως θρησκεία - απαξίωση, καθώς από την μία ταυτίζονται με αυτόν άσχετες απόψεις και πρόσωπα και από την άλλη η πραγματικότητα του ασφυκτιά από τον εναγκαλισμό των περιφερειακών πιέσεων που δέχεται από όλους τους παραπάνω. Συχνά μάλιστα, παρατηρείται το φαινόμενο, ο όντος πολυθεϊσμός να δέχεται και την κριτική ή επιθέσεις από τους περιφεριακούς, ιδεολογικούς "πολυθεϊστές" (όπως αυτή στην παραπάνω ρήση του Μπενουά), για τον απλό λόγο πως η πραγματικότητα του δεν ταιριάζει με τις ιδεολογικές επιταγές ή ψυχολογικές ανάγκες των πρώτων, πράγμα παράλογο και καταστροφικό.

Το στοίχημα λοιπόν για την εκ νέου επιβίωση του πολυθεϊσμού θα είναι η απεμπλοκή του από τις σύγχρονες διανοητικές πολεμικές (δεν χρειάζεται πάρ' αυτά να απολεσθεί η ανεγνωσμένη χρησιμότητα τους), μεσω των οποίων επανήλθε στο προσκήνιο. Χρειάζεται δηλαδή ένα μεγάλο άλμα προς έναν πραγματικό πολυθεϊσμό, κάτι που τελικά θα είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου γι' αυτόν, ίσως πιο καθοριστικό από την εποχή των διώξεων, καθώς η λανθασμένη αποδοχή ίσως αποδειχθεί πιο επικίνδυνη καταστρέφοντας των εκ των έσω.

Για ένα πραγματικό πολυθεϊσμό
Who are these creatures called the gods? They are dismissed as idle fictions by atheists and monotheists, capitalists and clergymen alike. But gods, in the plural, are found wherever human beings are found-unless the human beings claim exclusive rights, power and privilege, dispossessing the gods of their homes. Those who ask what a god is, like those who have to ask what a mountain or an eagle or a forest is, will not learn the answer from a book. Robert Bringhurst, A Story As Sharp As a Knife
One can have a society without God,” writes Régis Debray, “but there cannot be a society without religion.” He adds, “Those nations on the way to disbelief are on the path to abdication.” One can also cite Georges Bataille, according to whom, “religion, whose essence is the search for lost intimacy, boils down to a clearly conscious effort to become entirely self-conscious. Alain de Benoist, On Being A Pagan
Πρώτα απ' όλα ο πολυθεϊσμός δεν είναι ένα μέσο προς έναν άλλο απώτερο σκοπό, όπως διαφαίνεται για παράδειγμα από την αμέσως προηγούμενη ρήση του Μπενουά, ή όπως αρκετοί και εντός του, του συμπεριφέρονται. Είναι αυτοσκοπός, όπως μόνο η πραγματική ένθεη συνειδητοποίηση μπορεί να είναι. πρωταρχική ουσία και αίτιο για όλα τα άλλα. Αυτός τα γεννά και τα σηματοδοτεί, δεν τίθεται στην υπηρεσία κατώτερων υποπροϊόντων (είτε αυτά είναι θετικά είτε αρνητικά).

Έπειτα, η αυτοσυνειδησία του πολυθεϊσμού δεν μπορεί να προέλθει από το οπλοστάσιο της αντιχριστιανικής ιδεολογικής κριτικής, όσο και αν αυτό βουτάει στις πηγές του για να ακονιστεί. Το μέταλλο από το οποίο είναι καμωμένη περιέχει ένα εξίσου μεγάλο ποσοστό κράματος χριστιανισμού και μοντερνικότητας, το οποίο δεν πρέπει και δεν μπορεί, επιστρέφοντας σαν μπουμερανγκ, να ορίσει τον πολυθεϊσμό.
What few Westerners seem to realize is the possibility that polytheism fits the human mind and experience so comfortably that there is no need for confessional theology per se in polytheistic traditions, especially before they were relatively recently challenged by the Christian West. The Deities Are Many: Jordan D. Paper, A Polytheistic Theology
Η πραγματικότητα του πολυθεϊσμού πηγάζει αβίαστα από την εμπειρική πραγματικότητα, ώς εκ τούτου δεν χρειάζεται περίπλοκα ιδεολογικά σχήματα υποστήριξης, τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι πιθανότερο να τον βλάψουν περιορίζοντας τον παρά να τον ωφελήσουν. Θεοί εισίν!, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορούμε να παράξουμε αν θέλουμε και εξαιρετικής περιπλοκότητας νοοσυστήματα στην ανάγκη μας φιλοσοφικής προσέγγισης των πραγμάτων.
It is by the forces of nature shocking us into awareness that we are thrown into a world of facts: of beings and forces we did not devise and are mostly powerless to control. Openness to the world of nature, appreciated in just this sobering way, makes possible openness to another world of forces and powers—one that contains, yet transcends nature. This is the world of the gods. Shutting ourselves off from the natural world inevitably means shutting ourselves off from the divine. In fact, not only will we be shut off from belief in the gods, but also from our own nature, since human nature (as I will discuss shortly) is openness to the divine. But there is more: it is in this same openness that we receive the ideals and standards that have traditionally guided us. In closing ourselves to the natural world, and the supernatural world that encompasses it, we have closed ourselves off from Tradition. Collin Cleary , Summoning the Gods
Η αβίαστη πραγματικότητα του πολυθεϊσμού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την φύση. Ώς εκ τούτου ο κάθε άνθρωπος που βρίσκεται σε αρμονία με αυτήν έχει την δυνατότητα να τον προσεγγίσει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Η δυσκολία, και η αξία των προαναφερόμενων κριτικών, έγκειται στο να καταλάβουμε και να αναγνωρίσουμε σε ποια στοιχεία δεν είμαστε πια φυσικοί εμείς οι ίδιοι. Το ίδιο ισχύει και για τις σύγχρονες απόψεις ή πεποιθήσεις μας οι οποίες πρέπει μα τίθενται κάτω από την ίδια βάσανο σε μια πορεία αυτοκάθαρσης.
Our ancestors believed in their gods, but had no “explanation” for what the gods were, or for their experience of the gods. Therefore, if we adopt the modern standpoint and insist upon explanation, we have removed ourselves even further from the standpoint of our ancestors. Indeed, we have negated it, and guaranteed that our desire to return to the gods will go unrealized. Not only must we give up all attempts to explain the gods, we must also cease trying to explain what the “purpose” or “function” of religion is. Such an approach reflects, again, our modern critical distance from the standpoint of our ancestors. The modern approach to understanding religion consists in treating it as one of many activities men participate in—in addition to founding cities, making music, doing science, etc. In other words, the modern approach treats religion as merely one human characteristic among many. The truth, however, is that one finds the very being of man in religion itself. Collin Cleary , Summoning the Gods
Δεν υπάρχει ανάγκη κανενός θρησκευτικού debate, ή "λογικής" απόδειξης, ή "λογικής" υποστήριξης της θρησκείας μας, στα πρότυπα της αντίστοιχης κριτικής κατά του μονοθεϊσμού. Όποιος βλέπει και νοιώθει ξέρει, και δεν έχει ανάγκη να πείσει κανέναν με επιχειρήματα τα οποία προέρχονται και αναφέρονται σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Για τον ίδιο λόγο δεν υπάρχουν θεολογικά debate. Αυτά μπορούν να είναι ιστορικά, ιδεολογικά, κοινωνιολογικά κτλ.

Η Ρήξη
Paganism therefore implies the rejection of this discontinuity, this rupture, this fundamental tear, which is the “dualistic fiction,” which, as Nietzsche wrote in The Antichrist, “degenerated God into the contradiction of life, instead of being its transfiguration and eternal Yes! Alain de Benoist, On Being A Pagan
Ο πολυθεϊσμός είναι μια κατάφαση στις φυσικές και θεϊκές πραγματικότητες που μας περιτριγυρίζουν, δεν είναι μια άρνηση ούτε παράγωγο ενός ετεροπροσδιορισμού. Η οριστική ρήξη με ανάλογους διχασμούς και τρόπους σκέψης είναι το πρώτο βήμα. Μετά από αυτό το βήμα ο δρόμος είναι ορθάνοιχτος.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Το μέλι και ο σπόρος.


Σαν μέλι, 
τρυγημένο από το σώμα μας με γλυκές φροντίδες 
που λαίμαργα καταπίνεται από χείλη ρόδινα και πάει,
μοιάζει η ζωή.

Η σαν τον σπόρο, 
που με ιδρωμένους κόπους φυλάσσεται στην γη
για να εμφανιστεί και πάλι. 


Την επιλογή εύκολα και απερίσκεπτα ποιος στα συγκαλά του κάνει. 








Σε mood παλατινής ανθολογίας και των ποιητικών συλλογών που πήρα από το παζάρι...Ή ίσως και όχι.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Η Ισχύς ως κοινό γνώρισμα των θεών



Τις προάλλες έπεσα σχετικά νωρίς για ύπνο θέλοντας να ξεκουραστώ. Όμως, το μυαλό μου είχε άλλη άποψη, έτσι με αφορμή μια συζήτηση, στην οποία είχα συμμετάσχει πριν, σχετικά με τους μύθους και το τι αυτοί μας λένε για τους θεούς, διάφορες σκέψεις άρχισαν να με κατακλύζουν. Έχοντας διαφωνίες σχετικά με σύγχρονες ερμηνείες των μύθων, όσον αφορά την ουσία των θεών, που συνήθως εμφανίζουν ηθικολογικά, ιστορικά ή ακόμα και επιστημονικά στοιχεία ως ουσιαστικά χαρακτηριστικά τους, προσπαθούσα να σκεφτώ ποια θα μπορούσαν να είναι τα κοινά γνωρίσματα των θεών, τουλάχιστον έτσι όπως αυτά παρουσιάζονται σε πλήθος μύθων. Έψαχνα κάτι βασικό που να μπορεί να μεταφερθεί σαν αντίληψη και να διαμορφώνει και τις δικές μας προσλήψεις για αυτούς και κατ' επέκταση τον τρόπο που τους προσεγγίζουμε.

Έτσι, προσπαθούσα να βρώ κάτι αντίστοιχο της αθανασίας, κοινό σε όλους τους θεούς και θεές ανεξαρτήτως των διαφορετικών τους εκφράσεων και εκδηλώσεων και κατά προτίμηση κάτι που θα μπορούσε να εξηγεί τις συχνά διαφορετικές σε σχέση με τις πρακτικές των προγόνων  αντιλήψεις, που κατά καιρούς διαβάζω να εκφέρονται σε ανάλογα της μυθολογίας θέματα. Επίσης, κάτι που να φανερώνει, πάλι όπως η αθανασία, την ετερότητα μεταξύ ημών και αυτών, καθώς πολλά συνεπαγόμενα της απόδοση τιμών και λατρείας εξηγούνται καλύτερα μέσω αυτής παρά μέσω των ομοιοτήτων.Σαφέστατα θα δεχθώ το ποιητικό λεχθέν πως : ἓν ἀνδρῶν, ἓν θεῶν γένος: ἐκ μιᾶς δὲ πνέομεν ματρὸς ἀμφότεροι το οποίο ξεκινάει με την ομοιότητα μας, όμως η συνέχεια του νομίζω είναι πολύ πιο κατατοπιστική. Έτσι :
διείργει δὲ πᾶσα κεκριμένα δύναμις, ὡς τὸ μὲν οὐδέν, ὁ δὲ χάλκεος ἀσφαλὲς αἰὲν ἕδος μένει οὐρανός. 
δηλαδή : ναι μεν είναι ένα το γένος των θεών με αυτό των ανθρώπων καθώς προερχόμαστε από την ίδια μητέρα, αλλά διαφοροποιούμαστε ως προς την δύναμη, τόσο πολύ που οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα μπροστά στους θεούς.

Μπορούμε όμως λόγω των ομοιοτήτων μας και ξεπερνώντας τον εαυτό μας, να τους προσεγγίσουμε

ἀλλά τι προσφέρομεν ἔμπαν ἢ μέγαν
νόον ἤτοι φύσιν ἀθανάτοις,
καίπερ ἐφαμερίαν οὐκ εἰδότες οὐδὲ μετὰ νύκτας ἄμμε πότμος
οἵαν τιν᾽ ἔγραψε δραμεῖν ποτὶ στάθμαν. 

Γι' αυτό εξάλλου μέσω φυσικών ή πνευματικών άθλων διασχίζουμε τα όρια που μας χωρίζουν. Να ένας λόγος της μεγάλης σημασίας των αγώνων, αθλητικών, ποιητικών, μουσικών δεν έχει σημασία στην λατρεία. Είναι γιατί μέσω αυτών των εκδηλώσεων ξεπερνάμε έστω για λίγο το ανθρώπινο επίπεδο και δείχνουμε μια συνάφεια στους θεούς που τους χαροποιεί.



Είναι λοιπόν η ισχύς αυτό το κοινό γνώρισμα όλων των θεών που αντανακλάται τόσο έντονα σε κάθε έκφανση τους, σε κάθε δική μας ιστορία γι' αυτούς και μάλιστα είναι ένα χαρακτηριστικό που ελάχιστοι σήμερα λαμβάνουν υπόψιν. Ίσως είναι γιατί ελάχιστοι έχουν και μια πραγματική σύνδεση πια, μετά την πληθώρα των καταστροφών που υπέστει ο πολιτισμός μας, με τον κόσμο των θεών, οπότε λογικά αντί ο ανθρωπομορφισμός των μύθων να λειτουργεί στην δημιουργία συνάφειας καταλήγει να μπερδεύει και να απομακρύνει. Αυτός είναι για μένα ένας από τους κύριους λόγους που τόσο συχνά εστιάζουμε σε λάθος πράγματα, όπως αυτά που ανέφερα στην αρχή, με τραγικά αποτελέσματα όχι μόνο στην όποια κατανόηση των θεών επιτρέπεται στους ανθρώπους, αλλά και στην πρακτική μας θρησκευτική έκφραση.

Και, όμως, η ισχύς ως βασικό χαρακτηριστικό των θεών, φανερώνεται σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις παντού, παρότι δεν φαίνεται να επικρατεί στις αντιλήψεις των σύγχρονων πολυθεϊστών. Βλέπουμε την πληθώρα των λατρευτικών επιθέτων που απηχούν ακριβώς αυτό, διαβάζουμε τους μύθους για τις πράξεις τους που δεν τις καταλαβαίνουμε με ανθρώπινα μέτρα, αλλά κατανοούνται αν υπολογισθεί αυτή η τεράστια διαφορά δύναμης. Φαίνεται ακόμα και στους τρόπους με τους οποίους τους απευθυνόμαστε, κραταιοί, βασιλείς, πατέρες και μητέρες, τα οποία δεν έχουν σκοπό να εκφράσουν καμία συναισθηματική συγγένεια παρά μόνο μια διαφορά τάξης, μια διαφορά δύναμης. Ακόμα και όταν οι θεοί αποκαλούνται και είναι φίλοι, δεν είναι στο επίπεδο το δικό μας και δεν προσεγγίζονται όπως οι όμοιοι φίλοι αλλά ως όντα με απείρως μεγαλύτερη από εμάς δύναμη τα οποία όμως δείχνουν συμπάθεια προς εμάς. Αν επομένως δεν λαμβάνουμε υπόψη αυτή την διαφορά, τότε δεν κατανοούμε και όλα τα παραπάνω με αποτέλεσμα αντί να τους προσεγγίζουμε ανεβαίνοντας να τους "κατεβάζουμε" ανθρωποποιώντας τους. Κάτι που φυσικά δεν γίνεται οπότε δεν αλλάζει κάτι στους θεούς αλλά σαφέστατα έχει αρνητικά αποτελέσματα σε εμάς και στην σχέση μας μαζί τους αν αυτή είναι ανάλογη της κατανόησης μας.


Μάλιστα, πεσμένος στο κρεβάτι όπως ήμουν, την στιγμή που αποφάσιζα πως το χαρακτηριστικό που ψάχνω είναι η Ισχύς ξέσπασε η μπόρα. Δεν είχε δώσει κανένα σημείο πριν πέρα από ένα απαλό ψιχάλισμα που ίσα ίσα ακούγονταν για κανά λεπτό. Ήταν κάτι πολύ απότομο και δυνατό. Αναγγέλθηκε με ένα απίστευτο κρότο της βροντής και έλαμψε με το προκαλών δέος απαστράπτον φως ενός κεραυνού. Μα ναι φυσικά και είναι η Ισχύς σκέφτηκα, ο κεραυνός το επιβεβαιώνει. Ή ίσως και να το απορρίπτει, αλλά αυτή είναι η αβέβαιη μοίρα των θνητών.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Το δέντρο της ζωής στον "Απόκοπο" του Μπεργαδή

Κατά καιρούς και τα «αναγκαστικά» διαβάσματα παράγουν ωραίους καρπούς αν είμαστε προσεχτικοί.
Κάπως έτσι ανακάλυψα το μεσαιωνικό ποίημα του Μπεργαδή με τίτλο «Απόκοπος», το οποίο έχει μια από τις ωραιότερες φυσιολατρικές παραβολές για την ζωή που έχω διαβάσει (και όχι μόνο).



Ο Απόκοπος
Το έργο τυπώθηκε στην Βενετία το 1519 και παρ’ ότι δεν έχουμε πολλά στοιχεία για τον ποιητή, φαίνεται πως προερχόταν από εξελληνισμένη οικογένεια Βενετών της Κρήτης και πιθανότατα του Ρεθύμνου. Το Μπεργαδής είναι το οικογενειακό του όνομα, (Bragadin) ενώ το μικρό του δεν μας είναι γνωστό.

Το ποίημα ξεκινάει με τον ήρωα να αποκοιμιέται κουρασμένος (εξού και το απόκοπος) και να βλέπει ένα όνειρο με έντονους συμβολισμούς, στο οποίο κυνηγώντας ένα ελάφι (σύμβολο ερωτικού πόθου μας λένε οι ειδικοί), καταλήγει στην μέση ενός λιβαδιού σε ένα πανέμορφο ολοζώντανο δέντρο (το δέντρο της ζωής). Εκεί βλέπει στην κορυφή ένα μελίσσι και σκαρφαλώνει να το γευτεί (η χαρά της ζωής). Αρχίζει να τρώει αλλά δεν χορταίνει από την γλύκα του (ποιος άραγε στα καλά του χορταίνει την ζωή άλλωστε). Στην βάση του δέντρου εμφανίζονται δύο ποντικοί ένας μαύρος και ένας άσπρος οι οποίοι ροκανίζουν το δέντρο (το πέρασμα του χρόνου, η ημέρα και η νύχτα), αλλά ο ήρωας μας δεν δίνει σημασία βουτηγμένος όπως είναι στο μέλι (γιατί ποιος φαντάζεται πως η ζωή μπορεί έτσι εύκολα να τελειώσει). Κι’ όμως οι ποντικοί καταφέρνουν τελικά να κόψουν το δέντρο το οποίο γέρνει πάνω από ένα γκρεμό-χάσμα, στην βάση του οποίου βρίσκεται τρομερός δράκοντας. Ο ήρωας του ποιήματος πέφτει μέσα και καταλήγει στον Άδη οπου διαδραματίζεται και το κύριο μέρος της ιστορίας (το ποίημα όλο μπορείτε να το διαβάσετε στο σπουδαστήριο του νέου ελληνισμού).

Θα αντιγράψω εδώ απλά την πανέμορφη αυτή εισαγωγή με τον φυσιολατρικό χαρακτήρα και την πολύ πετυχημένη παραβολή για την ζωή, αφού επισημάνω και κάτι ακόμα ενδιαφέρον. Ο ποιητής στον διάλογο που έχει με τους νεκρούς στον Άδη, σε διάφορα σημεία φανερώνει ένα έντονο (για την εποχή) αντικληρικό πνεύμα, αφού επιτίθεται σε μοναχούς και παπάδες και σε αυτούς που τους αφήνουν τις περιουσίες τους κτλ. Επίσης, στις χήρες που χαριεντίζονται με τους παπάδες πάνω από τους τάφους των νεκρών συζύγων τους, ενώ καταλήγει προς ενημέρωση των νεκρών πως τελικά μόνο οι μανάδες ενδιαφέρονται πραγματικά για αυτούς (πόσο αλήθεια στις περισσότερες των περιπτώσεων και αυτό).
Απαξιωτικά αναφέρεται επίσης στην Κωνσταντινούπολη (που εστιάζεται το Βυζαντινό "πνεύμα")
με τους εξής στίχους οι οποίοι συνδιάζουν ειρωνικά στοιχεία με φανερή αρνητική κριτική.

Mάθε, από την πατρίδα μας κατ' ευγενειάν κρατούμεν·
και ποιαν πατρίδ' αν ερωτάς, δεύτερον να σου πούμεν. 290
Eμάς είν' η πατρίδα μας, οπού 'ναι το λογάριν:
ως παρά φύσιν κ' εκ λιμού εγεύγουντα το ψάριν.
Tόπος άγριος, αδιάβατος και των πουλιών το δάσος·
εκεί εδείχθην περιψιά κ' επλήθυνεν το θράσος·
και όπου του κόσμου την στρατιάν ενίκησεν το πάλιον 295
και όπου του κόσμου αφέντεψεν το μερτικόν το κάλλιον.
Ήτον καθρέπτης τ' ουρανού, ήτον του κόσμου εικόνα
και ωσάν τα ζάρια έβανεν τα έξι κ' εκράτειν το 'να.
Ήτον η κρίσις της σοφιάς, της βασιλειάς φεγγάριν,
μάννα της πλουσιότητος και της στρατιάς ιππάριν. 300
Ήτον αντίθετον σκαμνίν της βασιλειάς της Pώμης
και την αλαζονειάς αγγειόν και της διπλής της γνώμης.

Γενικά το όλο πνεύμα του έργου – παρά τις πιθανές επιρροές από τον Δάντη -  αναδεικνύει έντονα τα γνωστά μας στοιχεία του δημοτικού τραγουδιού και της λαϊκής πίστης για τον κάτω κόσμο, τον Άδη από τότε.

Mιαν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην·
έθεκα στο κλινάρι μου κ' ύπνον αποκοιμήθην.
Eφάνιστή μου κ' έτρεχα 'ς λιβάδιν ωραιωμένον, 5
φαρίν εκαβαλλίκευγα σελλοχαλινωμένον·
κ' είχα στην ζώσιν μου σπαθίν, στην χέρα μου κοντάριν,
ζωσμένος ήμουν άρματα, σαγίττες και δοξάριν·
κ' εφάνη με οκ' εδίωχνα με θράσος ελαφίνα·
ώρες εκοντοστένετον και ώρες με βιαν εκίνα. 10
Πουρνόν του τρέχειν ήρχισα τάχα να βάλω χέρα
κ' έτρεχα ώστε κ' ετσάκισεν το σταύρωμαν η μέρα·
κ' ευθύς από τα μάτια μου εχάθηκεν το λάφιν
και πώς και πότ' εχάθηκεν εξαπορώ του γράφειν.
Λοιπόν το τρέχειν έπαυσα ομοίως και το σπουδάζειν 15
και το ξετρέχειν τ' άπιαστον και το φαρίν κολάζειν·
και αγάλι-αγάλι επήγαινα, σιγά-σιγά επερπάτουν
τον κόσμον εξενίζουμου, τ' άνθη και τα καλά του.
Kαι προς την δείλην έσωσα στου λιβαδιού την μέσην
κ' ηύρα δεντρόν εξαίρετον και ωρέχθην του πεζεύσειν· 20
επεύζευσα εις το δεντρόν κ' έδεσα τ' άλογόν μου
και τ' άρματα εξεζώστηκα, θέτω τα στο πλευρόν μου.
O τόπος, όπου επέζευσα, λέγω εκεί όπου εστάθην,
ήτον του λιβαδιού οφαλός κ' ήτον γεμάτος τ' άνθη.
Tο δέντρον ήτον τρυφερόν κ' είχεν πυκνά τα φύλλα, 25
είχεν και σύγκαρπον αθόν και μυρισμένα μήλα.
Kαι μυριαρίφνητα πουλιά στο δέντρον φωλεμένα
κατά την φύσιν και σκοπόν ελάλειν το καθένα.
Kαι από τα κάλλη του δεντρού, την ηδονήν του τόπου
και των πουλιών την μελωδιάν και ολημερνού του κόπου, 30
ως από βιας ηκούμπησα του περιανασάνω
κ' εστοχαζόμην το δεντρόν εις την κορφήν απάνω.
K' εφάνη με είδα εκάθετον μελίσσιν φωλεμένον
κ' είχε το μέλι σύγκερον, πολύν και συνθεμένον.
Eυθύς τ' ανέβην ώρμησα και την τροφήν ωρέχθην 35
και το μελίσσι με θυμόν από μακράς μ' εδέχθην.
Λοιπόν ανέβην το δεντρόν με βιάν πολλήν και κόπον
και όπου ήβλεπα την μέλισσαν, εκάθιζα στον τόπον.
Ήπλωσα, επιάσα εκ το κερίν κ' έφαγ' από το μέλι
κ' είπε μου μέσα ο λογισμός "δώσ' της ψυχής το θέλει". 40
Έτρωγα και ουκ εχόρταινα, ήρπουν και πάντα επείνουν
και ως πεινασμένος εις το φαν ύστερα πάλι εκίνουν.
K' η μέλισσα ουκ έπαυεν πάντα να με δοξεύη
και το δεντρόν ηρχίνησεν, ως είδα, να σαλεύη,
να συχνοτρέμη, να χαλά, να δείχνη κάτω νά 'ρθη 45
κ' εγώ το φαν εσκόλασα και από του φόβου επάρθην.
Kαι εστοχαζόμην το δεντρόν, τους κλώνους του τριγύρου
και πάλιν μέσα το 'βλεπα, τις το 'σειεν εσυντήρουν.
Kαι δυο, μ' εφάνην, ποντικοί το δένδρον εγυρίζαν,
άσπρος και μαύρος, με σπουδήν του εγλείφασιν την ρίζαν. 50
Eις τόσον το κατέφεραν και έκλινε να πέση,
όθεν η ρίζα την κορφήν εκέλευσε να θέση.
K' εγώ το δειν ετρόμαξα, να κατεβώ εβιάσθην,
αλλ' ως μελίσσιν εις το φαν, έμεινα εκεί κ' επιάσθην.
Kαι το δενδρόν, όπου ήλπιζα να στέκετ' εις λιβάδιν, 55
ήτον εις φρούδιν εγκρεμνού κ' εις σκοτεινόν πηγάδιν·
και ως έκλινεν, μ' εφαίνετο, τον εγκρεμόν εζήτα
κ' η μέρα πάντ' ωλίγαινεν κ' εσίμωνεν η νύκτα.
Kαι απείτις την απαντοχήν της σωτηριάς μου εχάσα,
όθεν εις τέλος έμελλε να καταντήσω επιάσα. 60
Kαι δράκοντα είδα φοβερόν στου πηγαδιού τον πάτον
κ' έχασκεν κ' εκαρτέρει με πότε να πέσω κάτω.
Λοιπόν το δέντρον έπεσε κ' εγώ μετ' αύτο επήγα
και τα πουλιά επετάξασιν κ' οι μέλισσες εφύγα
και εφάνη μ', εκατήντησα στου δράκοντος το στόμα 65
κ' εμπήκα εις μνήμα σκοτεινόν, εις γην και ανήλιον χώμα.

Βιβλιογραφία : Αλεξίος, Στυλιανός. «Η κρητική λογοτεχνία την εποχή της Βενετοκρατίας». Στο Ν. Παναγιωτάκης (επιμ.) Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός. Τομ Β’. Ηράκλειο 1998.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Φύλλα πεσμένα



Σαν τα πεσμένα πάνω στην χλόη, φύλλα φθινοπωρινά

αισθήσεις και σκέψεις 
καλύπτουν τον Νου
... εξίσου σκόρπιες και σάπιες

Πώς φάνηκε πως έλαμπαν
κάτω από το φθίνον φώς
ενός ηλιοβασιλέματος.



Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Εορτάζοντας την πρωτοχρονιά: Ψάχνοντας την Χίμαιρα


Επιστρέφοντας σήμερα στην δουλειά πρέπει να ανταπέδωσα 100 φορές, μηχανικά, ευχές για το νέο έτος αναπαράγοντας διασκευασμένο ότι μου έλεγαν. Χρόνια πολλά, καλή χρονιά, καλή χρονιά άντε να φύγει η προηγούμενη, άντε να δούμε να πάνε όλα καλά την επόμενη κτλ.

Η αλήθεια είναι πως ποτέ μου δεν κατάλαβα την έννοια της νέας χρονιάς σε εορταστικό πλαίσιο και φυσικά ούτε τις ευχές που την συνοδεύουν εν' αντιθέσει με τις ευχές που δίνονται στα πλαίσια θρησκευτικών εορτασμών. Πάντα μου φαίνεται πως σε αυτές τις ευχές έλειπε η ουσιαστική νοηματοδότηση, το περιεχόμενο, πέρα από τα τετριμμένες και κυρίως ανεδαφικές υποσχέσεις που συνήθως δίνουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους, στο πλαίσιο μιας δήθεν σημαδιακής αλλαγής. Από το νέο έτος θα κόψω το τσιγάρο, θα πάω γυμναστήριο, θα προσπαθήσω να είμαι καλύτερος άνθρωπος, θα σταματήσω τα ξενύχτια κτλ λές και το ανεδαφικό για τον κόσμο γύρισμα των δεικτών ενός ρολογιού και ενός ημερολογιακού συστήματος μπορεί να αποκτήσει τόσο μεγάλη συμβολική αξία ώστε αυτή να βαραίνει στην θέληση μας και στις αποφάσεις μας.

Βέβαια, όπως και παραπάνω στην δουλειά, είναι περίπου αδύνατον να μείνει κάποιος αμέτοχος απ' όλο αυτό το κλίμα, το οποίο καθώς συνδυάζεται και με εορταστικές εκδηλώσεις (μα τι χαρά μεγάλωσα άλλο ένα χρόνο, άλλη μια άσπρη τρίχα....) και γενικά ευχάριστη διάθεση συμβάλει στο να λαμβάνει το γεγονός αυτό δυσανάλογη αξία από την πρέπουσα. Ειδικά τώρα, μετά από αρκετά χρόνια παρακολούθησης του θρησκευτικού εορτολογίου της ελληνικής θρησκείας, δυσκολεύομαι ακόμα περισσότερο να καταλάβω το όλο πλαίσιο. Μάλιστα μου κάνει εντύπωση το γεγονός πως παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη στους παραδοσιοκρατικούς κύκλους, πως μια βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ μονοθεϊσμού και πολυθεϊσμού είναι η αντίληψη για το χρόνο, γραμμικότητα και σημείο στην πρώτη περίπτωση, σπείρα, εποχή και γεγονός στην δεύτερη, οι πανταχού σύγχρονοι πολυθεϊστές δεν δυσκολεύονται να πουν καλή χρονιά, παρά το ότι το 2013-2014 από μόνο του είναι μια μέτρηση κατάκτησης, αρκετές φορές συνδυάζοντας τα με κάτι συνήθως άσχετο με άρωμα πολυθεϊστικό. Για παράδειγμα ας μην βάλω 2014 αλλά μια μέτρηση ολυμπιάδων, ας μην πετάξω ένα διονυσιούγεννα ή κάτι ανάλογο κτλ. Η δύναμη της συνήθειας επικρατεί κατά κράτος και φανερώνει το πώς αυτή υπερισχύει όταν δεν υπάρχει ουσιαστική πρακτική και κατανόηση των θεωρητικών κατασκευών που στις χειρότερες περιπτώσεις αρκετοί εμφανίζουν, όπως και αλλού, ως δικαιολογητικά. Φυσικά μιλάω για την πληθώρα κειμένων για τους αρχαίους εορτασμούς της πρωτοχρονιάς και άλλα τέτοια πολλά που γίνονται αλλάζοντας τα ονόματα να συνδυαστούν με  τα σημερινά πεπραγμένα.

Έτσι, επισημαίνοντας πως φυσικά και δεν βρίσκω τίποτα κακό στην ανταλλαγή ευχών, στο ευχάριστο κλίμα, ακόμα και στις ουδέποτε τηρηθείσες νεοχρονιάτικες υποσχέσεις σκέφτηκα να δούμε λίγο σήμερα το θέμα των εορτασμών της πρωτοχρονιάς που διαβάζω τριγύρω πως ήταν κάτι σύνηθες σε όλους τους λαούς παρά την αρχική διάκριση που αναφέραμε περί γραμμικότητας του χρόνου. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν μια αντίστροφη πορεία μέχρι τα καθ' ημάς.

Η πρώτη Ιανουαρίου σήμερα την οποία εορτάζουμε ως πρώτη του χρόνου βασίζεται στο Γρηγοριανό ημερολόγιο (ή δυτικό ή χριστιανικό) το οποίο υποτίθεται πως βελτίωνε το προηγούμενο του Ιουλιανό, και λάμβανε υπόψη και κάποια αδιευκρίνιστα (για μένα ) σε σχέση με τον καθορισμό του Πεσάχ από την σύνοδο της Νίκαιας, και δημιουργήθηκε το 1582. Η προώθηση του από τον τότε Πάπα Γρηγόριο τον τάδε οδήγησε στην ταχύτατη (ή γρήγορη-sic) αποδοχή του από τις καθολικές "χώρες". Προτεστάντες και κάτι άλλοι αιρετικοί άργησαν καμιά εκατοσταριά χρόνια ακόμα, όπως για παράδειγμα η Δανία, Γερμανία κτλ το 1700. Μάλιστα αυτοί σε μια μέρα πήγαν από Κυριακή 18 Φεβ σε  Δευτέρα 1 Μαρτίου (και ας σημειώσουμε τον Μάρτιο εδώ). Ακόμα πιο πεισματάρηδες στην αποδοχή της νέας μέτρησης στάθηκαν οι ορθόδοξοι με πρωταθλητές τους Έλληνες (η μάλλον το Ελληνικό εκκλησιαστικό κράτος) οι οποίοι αποδέχτηκαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο παρατώντας το Ιουλιανό μόλις το 1923. Και επειδή στα βαλκάνια δεν γουστάρουμε (και καλά κάνουμε) τέτοιες αλλαγές με την αλλαγή αυτή προκλήθηκε και ένα εσωτερικό σχίσμα στην ορθόδοξη εκκλησία από την οποία αποσχίστηκαν οι γνωστοί παλαιοημερολογίτες (ή κατ' αυτούς γνήσιοι ορθόδοξοι χριστιανοί :-) ) που διατηρούν το παλαιό ημερολόγιο και επομένως εόρτασαν πρωτοχρονιά 13 ημέρες πριν από τους υπόλοιπους και κάποιος παππούς μας γεννημένος προ του 23 θα είχε εορτάσει πρωτοχρονιά σε χρόνο μικρότερο του έτους (αντίστοιχα ωραία είχαν κάνει και οι πρόγονοι με το πολιτικό τους ημερολόγιο κατά καιρούς).

Όμως εδώ τίθεται ένα άλλο θέμα, πως απ΄όσο ξέρω δεν υπάρχει εορτή πρωτοχρονιάς στον χριστιανισμό για να εορτάσουν είτε παλαιοημερολογίτες είτε οι "προσκυνημένοι στον Πάπα νεο-ορθόδοξοι". Αντιθέτως οι σωστοί χριστιανοί την 1η Ιανουαρίου εορτάζουν την περιτομή του Ιησού (μα ναι Εβραίος δεν ήταν θεωρητικά;) και μας το θυμίζει με πικάντικο στυλ και ο φίλος μου ο prkls. Μεγάλη σύγχυση λοιπόν προκαλείται και στους ευσεβείς χριστιανούς με τους πρωτοχρονιάτικους εορτασμούς που δεν υπάρχουν ως εορτή. Μάλιστα σε όλη την μεσαιωνική περίοδο οι διάφορες χριστιανικές περιοχές εόρταζαν το νέο έτος άλλες στις 25 Δεκεμβρίου (ημέρα γέννησης του Ιησού),  άλλες την 1η (εξ' ού και η σημείωση πρίν) ή την 25η Μαρτίου κατά τον ευαγγελισμό της θεοτόκου κτλ. Χάος δηλαδή. Το ότι δεν εορτάζουν οι χριστιανοί πρωτοχρονιά (τουλάχιστον οι δυτικοί) μάλιστα το επικυρώνει η δεύτερη σύνοδος της Τουρ του 567 που απεφάνθη πως το έθιμο ήταν ειδωλολατρικό μη πρέπον για χριστιανούς ενώ μια επόμενη σύνοδος πάλι εκεί το 755 πρότεινε το ημερολογιακό έτος να ξεκινά το Πεσάχ (πώς γίνεται αυτό αν το Πεσάχ υπολογίζεται σεληνιακά δεν ξέρω τι να σας πω).

Και με αυτές τις διενέξεις και τον γενικότερο χαμό φτάνουμε στους ειδωλολατρικούς εορτασμούς της πρωτοχρονιάς τους οποίους οι καλοί χριστιανοί προσπάθησαν να αποφύγουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Κάπως έτσι λοιπόν φτάνουμε στην 1η Ιανουαρίου του Ιουλιανού ημερολογίου (που δεν είναι η 1η Ιανουαρίου του σημερινού) την οποία υποτίθεται πως εόρταζαν σαν πρωτοχρονιά οι ειδωλολάτρες. Και φυσικά οι πολυθεϊστές είχαν πάντα εποχικούς εορτασμούς αλλά πάλι μας κάνει λίγο εντύπωση να εόρταζαν μια σημαδιακή άνευ σημασίας αλλαγή σε μια μέτρηση.

Όπως και να έχει το Ιουλιανό ημερολόγιο (ηλιακό) καθιερώθηκε (και απο εκεί το όνομα) από τον γνωστό Καίσαρα το 46 π.κ.ε οπότε όλοι υποθέτουμε πως άντε η πρωτοχρονιά εορταζόταν από τους Ρωμαίους την 1η Ιανουαρίου και σπάστηκαν οι χριστιανοί και χάσαν την μπάλα μετά μη ξέροντας τι να εορτάσουν πότε. Οπότε σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζονται και τα διάφορα κείμενα με τις συνδέσεις με τον θεό Ιανό από το όνομα του οποίου προέρχεται ο Ιανουάριος. Οι Ρωμαίοι , εν αντιθέσει με τους δικούς μας που έχουν επαναλαμβανόμενες ιερές ημέρες ανά μήνα, αφιέρωναν στάνταρ την πρώτη ημέρα εκάστου μήνα σε κάποιον θεό ή θεούς εκτελώντας τότε τις νομιζόμενες ημερολογιακές τελετές, οπότε την 1η Ιανουαρίου τιμούσαν τον Ιανό, ο οποίος ανάμεσα σε όλα τα άλλα (ίσως ο πιο πολύμορφος και ουσιαστικά κατ' εξοχήν Ρωμαϊκός θεός) του χαρακτηριστικά έχει και κάποια που σχετίζονται με τις αλλαγές, τα περάσματα κτλ που μια χαρά ταιριάζουν με την αλλαγή του χρόνου και τέτοιους εορτασμούς. Το πρόβλημα τώρα είναι πως οι τιμητικές τελετές για τον Ιανό την πρώτη Ιανουαρίου δεν δείχνουν να είναι και τόσο ιδιαίτερες σε σημασία με την έννοια που είναι σήμερα η αλλαγή του νέου έτους. Η μεγαλύτερη μάλιστα εορτή για μεγάλο μέρος της ρωμαϊκής περιόδου προηγείται αυτής της ημερομηνίας και φυσικά είναι τα σατουρνάλια τα οποία και αυτά σήμερα χρησιμοποιούνται ως υπόστρωμα των νεοχρονιάτικων εορτασμών (χωρίς όμως να έχουν τέτοιο χαρακτήρα). Βέβαια και αυτή είναι μια εορτή η οποία συνέβαλε στην μεταφορά των χριστουγέννων στα τέλη Δεκέμβρη (από Μάρτη που ήταν αρχικά) και στο έκτοτε εορταστικό κλίμα αλλά παρ' αυτά δεν συνδέεται ουσιαστικά με εορτασμούς του νέου χρόνου.

Επίσης παρατηρείται εκ νέου το πρόβλημα πως και οι Ρωμαίοι δεν είχαν πρωτοχρονιά την πρώτη Ιανουαρίου μέχρι και το  153 πκε απ' ότι μας λένε οι μελετητές αλλά μάλλον στους ειδούς του Μάρτιου (την 15η) με εορτασμούς προς τιμήν της Anna Perenna την θεά του κύκλου του έτους (όπου έχουμε την δεύτερη πολύ μεγάλη ρωμαϊκή εορτή προς τιμήν του Αρη-Mars), οπότε δυσκολεύει ακόμα περισσότερο η σύνδεση των εορτασμών του Ιανού με τους εορτασμούς για νέο έτος. Ακόμα χειρότερα και οι Ρωμαίοι μέχρι το Ιουλιανό ημερολόγιο είχαν σεληνιακό και ακόμα παλαιότερα δεν είχαν καν Ιανουάριο μήνα (αλλά δέκα μήνες από τους οποίους έλειπε ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος). Η μεταφορά μάλιστα της πρωτοχρονιάς την 1η Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε για να συμπέσει η αρχή του ημερολογίου με το πολιτικό έτος κατά το οποίο οι παλαιοί άρχοντες έδιναν την θέση τους στους νέους (και εκεί κολλάει περισσότερο ο διπρόσωπος Ιανός).

Το ίδιο βέβαια είχε συμβεί και στην Ελλάδα στην οποία ουδέποτε εορτάστηκε πρωτοχρονιά. Όχι μόνο αυτό αλλά οι διαφορετικές πόλεις θεωρούσαν άλλο σημείο ως αρχή του ημερολογιακού τους έτους. Οι Ίωνες για παράδειγμα την πρώτη σελήνη μετά το θερινό ηλιοστάσιο (μην Εκατομβαιών στην Αττική), οι Βοιωτοί με το χειμερινό ηλιοστάσιο τον μήνα Βουκάτιο ενώ για τους Κρήτες και στους Δελφούς το νέο ημερολογιακό έτος ήταν στην φθινοπωρινή ισημερία σημερινό Σεπτέμβρη. Ενώ λοιπόν οι εποχιακοί εορτασμοί στις διάφορες πόλεις συχνά είχαν ομοιότητες και συνάφεια δεν υπάρχει τίποτα εορταστικά/θρησκευτικά κοινό σχετικά με το νέο έτος.

Με λίγα λόγια προ της μοντερνικότητας ουδέποτε εορτάζονταν το νέο έτος κ ουδέποτε είχε αυτό θρησκευτική σημασία ως σημαδιακό γεγονός του ημερολογίου όπως έχει τώρα πέρα από το να καθορίζει μια πολιτική συνήθως περίοδο όπως συνέβαινε με την αλλαγή τον αρχόντων στην Ρώμη ή την Αθήνα, ή όπως τώρα λέμε πως το 2014 αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΕ η Ελλαδάρα μας.

Αυτή η απουσία λοιπόν ουσιαστικού νοήματος και περιεχομένου μάλλον θα είναι που δεν μου επιτρέπει να κατανοήσω και να αισθανθώ τις πολλές ευχές και τον όλο χαμό αυτές τις ημέρες παρ' ότι χαίρομαι και συμμετέχω στο όλο "εορταστικό" κλίμα. Και ίσως εκεί και να οφείλεται και το ανεκπλήρωτο των υποσχέσεων που δίνουν οι άνθρωποι αυτές τις ημέρες. Γιατί ως γνωστόν χωρίς κάποια βάση η υπόσχεση δεν κρατείται.

Αναρωτιέμαι, όμως, κατά πόσον αυτή η δύναμη της συνήθειας δεν μου αλλοιώνει, ή δεν με εμποδίζει από την βαθύτερη κατανόηση των πραγματικά εορταστικών ημερών...Εσάς;



Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Θεϊκή αποκάλυψη στον πολυθεϊσμό και στον μονοθεϊσμό. Δράση, Λόγος και συνέχεια.

Περί Αποκαλύψεων
 Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις λέξεων, στις οποίες μια συγκεκριμένη έννοια τους, λόγω κάποιων ιδιαίτερων συνθηκών, επικρατεί τόσο των άλλων ώστε τελικά όχι μόνο να ταυτίζεται με αυτήν αλλά και να αποτρέπει σε κάποιο βαθμό τις άλλες χρήσεις τις οποίες θα μπορούσε να έχει. Ένα πολύ καλό παράδειγμα τέτοιας λέξης είναι η αποκάλυψη. Ενώ γενικά σημαίνει την πράξη του να εμφανίζει κάποιος κάτι κρυμμένο, στην θεολογία όπου και γράφεται με κεφαλαίο γράμμα ταυτίζεται με την θεϊκή Αποκάλυψη των μονοθεϊστικών θρησκειών. Η Αποκάλυψη του Γιαχβέ είναι μάλιστα  τόσο σημαντικό και ουσιαστικό χαρακτηριστικό για τις τρεις βασικές εκφράσεις του μονοθεϊσμού (Ιουδαϊσμό, Ισλάμ, Χριστιανισμό) που συχνά χαρακτηρίζονται ως οι Αποκαλυπτικές θρησκείες. 

Η Αποκάλυψη στον μονοθεϊσμό
Προσπαθώντας να δούμε από πού ξεκινάει αυτό, εύκολα διακρίνουμε το χαρακτηριστικό της εξωκοσμικότητας του μονοθεϊστικού θεού. Ως τέτοιος δεν είναι «κανονικά» προσβάσιμος από τους ανθρώπους επομένως σε εξαιρετικές περιπτώσεις αποκαλύπτετε σε κάποιους εκλεκτούς (αλλιώς δεν θα τον γνωρίζαμε κάν). Ταυτόχρονα, ίσως για τον ίδιο λόγο της εξωκοσμικότητας του, η πράξη της αποκάλυψης ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν και δεν σχετίζεται καθόλου με τους πιστούς τους, δηλαδή δεν είναι μια κίνηση από αυτούς προς αυτόν, μια προσπάθεια με διάφορα μέσα να τον αποκαλύψουν, αλλά μια επιλογή δική του σε ποιους πότε και γιατί θα αποκαλυφθεί. Έτσι η ίδια του η ύπαρξη καθίσταται άρρηκτα συνδεδεμένη με την πράξη της αποκάλυψης. Καθώς μάλιστα δεν υπάρχει μια τεχνική ή μέθοδος ή κάποιοι κανόνες με τους οποίους οι πιστοί θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να τον αποκαλύψουν από την μεριά τους, η γνώση για την ύπαρξη του βασίζεται αποκλειστικά στους εκλεκτούς στους οποίους έχει αποκαλυφθεί. 

Ίσως να περιμέναμε, εφ’ όσον η πράξη επαφίεται αποκλειστικά στον θεό του μονοθεισμού να αποκαλυπτόταν συχνά ώστε να μπορούν οι πιστοί του να τον γνωρίσουν. Αντιθέτως, οι αποκαλυπτικές του πράξεις είναι ελάχιστες, μοναδικές όπως και αυτός. Εκτός αυτού ακολουθούν μια προδιαγραμμένη πορεία η οποία προϊδεάζει για τις διαθέσεις του. Εμφανίστηκε στον Μωυσή για να του δώσει τις εντολές (ή έτσι είπε ο Μωυσής), σε κάποιους σημαντικούς μυθικούς ιουδαίους (ή έτσι μας λέει η βίβλος), σε κάποιους προφήτες και τελευταία φορά μέσω του Υιού του Τζεσουά. Μετά τον Ιησού των χριστιανών (διαφωνούν και οι Εβραίοι και οι Ισλαμιστές) δεν υπάρχει κανείς άλλος προφήτης και αναμένεται να ξανα-αποκαλυφθεί στην Δευτέρα παρουσία όποτε αυτή γίνει.  Έτσι αυτά τα τρία ας πούμε σημεία στον γραμμικό χρόνο (ο νόμος, ο υιός και η τελική κρίση) ορίζουν την θεία αποκάλυψη άπαξ και δια παντός.

Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η «αυθεντική» (για το μονοθεϊστικό δόγμα) αποκαλυπτική γνώση για τον θεό να δίνεται πάντα από δεύτερο χέρι εν αναμονή της τελικής που θα «δουν» όλοι. Δεν υπάρχει άμεση επαφή παρά μόνο μέσα από τον νόμο, το βιβλίο, τους εκλεκτούς κτλ. Μάλιστα επειδή όπως είπαμε η ύπαρξη του όλη βασίζεται στην αποκάλυψη γρήγορα στην ιστορία αυτών των θρησκειών – και θα εστιάσω στον χριστιανισμό- κανονικοποιήθηκε και η συνέχεια της γνώσης για αυτόν. Χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τα πολιτικές και άλλες συνθήκες οι οποίες σίγουρα έπαιξαν τον ρόλο τους, βλέπουμε πως η όλη ιεραρχική δόμηση πχ της εκκλησίας βασίζεται στην διατήρηση της συνέχειας των αποστολικών θρόνων (τους οποίους ίδρυσαν οι απόστολοι, δηλαδή το δεύτερο χέρι, της δεύτερης επαφής, με την δευτέρου τύπου αποκάλυψη), την διατήρηση του απαράλλαχτου του νόμου (παρά του ότι ακόμα και την εποχή που δόθηκε σε σχέση με άλλους πολιτισμούς θα χαρακτηρίζονταν το λιγότερο παιδιάστικος), την διατήρηση του βιβλίου (γι’ αυτό επίσης οι συγκεκριμένες θρησκείες ονομάζονται και θρησκείες του βιβλίου, Τορά, Βίβλος, Κοράνι). Οι πιστοί λοιπόν πρέπει να επαφίενται στην ιεραρχική δομή και στα παραδεδομένα/αποκαλυμμένα από δεύτερο χέρι ελπίζοντας πως κάποια στιγμή, κατά την τρίτη όπως είπαμε μοναδική στιγμή, θα συμμετέχουν και αυτοί της αποκάλυψης. Βασίζονται στον Λόγο και στον λόγο τρίτων.

Αποκαλύψεις στον πολυθεϊσμό
Επιστρέφοντας τώρα στον αρχικό προβληματισμό της χρήσης της λέξης, ίσως αναρωτιόμαστε αν δεν έχουν και οι άλλες θρησκείες και δη ο πολυθεϊσμός που μας ενδιαφέρει εδώ, θεϊκή αποκάλυψη με την ευρύτερη έννοια. Αν δεχτούμε τη γνωστή ρήση του Ηράκλειτου «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» αλλά και την ανθρώπινη εμπειρία τότε φυσικά και έχουν. Καθώς, όμως λόγω της ταύτισης που αναφέραμε αρχικά, την λέξη την έχουμε συνδυάσει εξολοκλήρου με τον μονοθεϊσμό καλό θα ήταν να δούμε τις διαφορές. 

Ο Θαλής μας άφησε παρακαταθήκη την άποψη πως «πάντα πλήρη θεών», χαρακτηριστικό γνώρισμα του πανθεϊσμού και του πολυθεϊσμού. Ως εκ τούτου δεν έχουμε το χαρακτηριστικό της εξωκοσμικότητας και του «Αλλου» που παρουσιάζεται στον μονοθεϊσμό και καθορίζει την έννοια της Αποκάλυψης εκεί.  Για τους πολυθεϊστές η παρουσία των θεών ανιχνεύεται παντού και αυτοί είναι προσβάσιμοι σε πολλά επίπεδα τα οποία διασταυρώνονται με το δικό μας. Καθώς, όμως, και εμείς είμαστε μέρη της φύσης και η φύση αρέσκεται στο κρυπτόν χρειάζεται και σε αυτή την περίπτωση μια πράξη για το γεγονός της αποκάλυψης. Και εδώ εισερχόμαστε στις ουσιαστικές διαφορές. 

Η πράξη της αποκάλυψης για τους πολυθεϊστές δεν είναι μοναδική ευχέρεια και καπρίτσιο των θεών, αφού αυτοί εξάλλου βρίσκονται παντού, ούτε αποκλειστικά επιλογή δική τους. Είναι επιλογή και δική μας των ανθρώπων. Ως εκ τούτου οι στιγμές της αποκάλυψης για τις πολυθεϊστικές θρησκείες δεν είναι ούτε μοναδικές, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, ούτε εξαντλούνται σε μια προδιαγραμμένη πορεία στον γραμμικό χρόνο. Επίσης δεν είναι μόνο έμμεσες αλλά συχνά άμεσες.  Αυτή η αμεσότητα είναι που προσδιορίζει και την κατά κυριολεξία (γιατί αντιστοίχως στον χριστιανισμό πρόκειται περί φιλολογικού  ευφημισμού ή παραβολής) αναγνώριση Φίλων θεών, θεών Γονέων, θεών Σωτήρων. 

Λογικό συνεπακόλουθο των παραπάνω, εκτός της αμεσότητας, είναι η ποικιλομορφία των μεθόδων της αποκάλυψης στις πολυθεϊστικές θρησκείες. Καθώς οι άνθρωποι διαφέρουν (όπως επίσης και οι θεοί), υπάρχουν και πολλές πρακτικές αποκάλυψης, τόσα μονοπάτια όσοι και άνθρωποι απαντάει ο πολυθεϊσμός. Επιπροσθέτως δεν βρίσκουμε εδώ την πίστη στον λόγο αλλά την πράξη και το δρώμενο. Από την μία, οι θεοί αποκαλύπτονται μέσω των δικών μας πράξεων και πρακτικών (το να είμαστε «ανοιχτοί» σε αυτούς θα έλεγα πως είναι η πρώτη πράξη)  και από την άλλη όταν υπάρχει δια μεταβίβασης μια μέθοδος αυτή είναι δρώμενο και όχι λόγος. Δεν είναι δηλαδή μια γνώση από δεύτερο, τρίτο χέρι αλλά εξίσου άμεση η οποία απλά πραγματοποιείται μέσω της καθοδήγησης κάποιου που προηγείται στο μονοπάτι, όπως για παράδειγμα στα μυστήρια (μια τέτοιου τύπου εξάλλου καθολική όμως καθοδήγηση είναι η ίδια η παράδοση και οι πρακτικές της). Ο επόπτης, ο ήδη μυημένος δεν μεταφέρει απλά το «γεγονός» μιας κάποιας, κάποτε, θείας αποκάλυψης στον μυούμενο αλλά τον οδηγεί στο να βιώσει και αυτός την ίδια αποκάλυψη. Και αυτή η βοήθεια δεν είναι καν χαρακτηριστική, πόσο μάλλον απαραίτητη για την θεϊκή αποκάλυψη στον πολυθεϊσμό. Για τους ίδιους λόγους, οι πολυθεϊστές δεν βασίζονται σε ένα βιβλίο, ούτε σε μια ιεραρχία όπως αυτή που περιγράψαμε παραπάνω. Τελικά επειδή η αποκάλυψη των θεών στον πολυθεϊσμό δεν είναι ούτε κάτι σπάνιο, ούτε κάτι μοναδικό, ούτε ζήτημα καλής πίστης αλλά πράξης,  κοινό κτήμα και δεδομένο δηλαδή, δεν δίνεται σε αυτήν τόση σημασία (παρ’ ότι αντιθέτως θα λέγαμε οτί σε αυτόν είναι που συμβαίνει χαρακτηριστικά), οπότε και καταλήγουμε δια της αδιαφορίας στο σύνηθες να «Βλέπουμε» ως «αποκαλυπτικό» τον μονοθεισμό που λόγω έλλειψης η λέξη λαμβάνει δυσανάλογες με την πραγματικότητα διαστάσεις.

Αλήθεια και επιβίωση
Ένα ακόμα ουσιαστικότερο ζήτημα μπορεί να προκύψει όταν κοιτάξουμε τα συνεπακόλουθα των παραπάνω διαφοροποιήσεων στην αντίληψη και την πραγματικότητα της κάθε θρησκείας. 

Πρώτον αν θέλαμε να αναφερθούμε στο ζήτημα της «Αλήθειας», μάλλον θα ήταν λογικότερο να την διακρίνουμε στις περιπτώσεις όπου αυτή είναι προσβάσιμη σε όλους αντί για μερικούς, εκεί όπου κατακτάται με δικές μας δυνάμεις και εκεί όπου η επιλογή για να διακριθεί ορίζεται από τις πράξεις (μας) και όχι από τον λόγο (των άλλων). Δεν υπάρχει εξάλλου καλύτερη απόδειξη τούτου από την ομοιότητα των πολυθειστικών απόψεων, ανεξαρτήτως τόπου, χρόνου και φυλής (εφ’ όσον βέβαια διακρίνουμε μέσα από τα κοινωνικά, πολιτικά, γεωγραφικά κ.α πέπλα). Αντιθέτως η μοναδικότητα της μονοθεϊστικής άποψης θα έπρεπε κατ’ ευθείαν να μας προϊδεάζει για το ποσοστό αλήθειας που κάποιες μοναδικές αποκαλύψεις τις οποίες γνωρίζουμε από δεύτερο (και τρίτο και τέταρτο και…) χέρι, περιέχουν.

Έπειτα τίθεται το θέμα της επιβίωσης. Αν κάτι επαφίεται στον λόγο ορισμένων περί κάποιων ιδιαίτερων αποκαλύψεων και στην αδιάσπαστη συνέχεια όλου αυτού του κατασκευάσματος τότε μόλις εκλείψει, για οποιονδήποτε λόγο η βάση στήριξης του οικοδομήματος αυτό θα πέσει, θα επιστρέψει στην σκόνη σαν να μην υπήρξε ποτέ. Εξ’ ού και οι παραπάνω συνθήκες και παράγοντες πρέπει στον μονοθεισμό να είναι υπό συνεχή έλεγχο και φροντίδα. Είναι θέμα επιβίωσης (Παράδειγμα το άγχος για το χαμένο όνομα του Γιαχβέ και την μαγική αντίληψη που αυτό γεννά που αναφέραμε σε άλλο άρθρο). 

Ο πολυθεϊσμός αντιθέτως, καθώς δεν βασίζεται υπαρξιακά σε τίποτα από τα παραπάνω, παρά η αλήθεια του προκύπτει αυθορμήτως, αμέσως και οπουδήποτε, είναι ουσιαστικά Αθάνατος, (όσο αθάνατοι είναι οι θεοί και η φύση στην οποία οι άνθρωποι υπάρχουμε). Δεν μπορεί να εκλείψει, να καταστραφεί, να μην υπάρξει. Υπήρχε πάντα, δεν μπορεί να μην υπάρξει. Οπότε ουδέποτε χρειάστηκε κάποια φροντίδα ή έλεγχο, συντήρησης ή διατήρησης «του βιβλίου» ή της «συνέχειας». Απόδειξη πως παρά τις μεθοδευμένες και καθολικές εξοντώσεις των παγανιστικών βιβλίων, των παγανιστικών ναών, των παγανιστικών ιερατείων συνεχίζει την ύπαρξη του από τις μυθικές απαρχές μέχρι σήμερα φανερώνοντας στις ατελείωτες αποκαλύψεις του, ότι χρειάζεται να αποκαλυφθεί.

 Έχοντας αναφερθεί στα παραπάνω γενικά και έχοντας δει πως κάποιες ουσιαστικές διαφοροποιήσεις της κοσμοαντίληψης μεταξύ πολυθεϊσμού και μονοθεϊσμού διαμόρφωσαν τα δύο συστήματα, ας περάσουμε σε κάτι ειδικό και επίκαιρο το οποίο αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον υπό το πρίσμα των ανωτέρω. 

Προς αναζήτηση της "συνέχειας"
Υπάρχει τα τελευταία χρόνια σε αρκετούς κύκλους εθνικών της Ελλάδας ένα άγχος «απόδειξης» μια τέτοιας αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του Ελληνικού πολυθεϊσμού σαν να πιστεύουν δηλαδή, αντίθετα με τα παραπάνω, πως ένα σύστημα βασισμένο στην αβίαστη και πάντα προσβάσιμη αλήθεια (ή θεϊκή αποκάλυψη) μπορεί να εκλείψει. Προφανώς η επισήμανση δεν είναι για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ίσως κάποιος σκεφτεί τι ωραίο ή χρήσιμο που είναι να υπάρχει συνέχεια, αλλά όταν κάποιος θεωρήσει μια τέτοιου τύπου «συνέχεια» απαραίτητη για την ύπαρξη του πολυθεϊσμού, απαραίτητη όπως δηλαδή και στην μονοθεϊστική αντίληψη την οποία εξετάσαμε παραπάνω. Μάλιστα, η πηγή αυτής της ανάγκης ή άγχους ίσως να οφείλεται στην ίδια την χριστιανική αντίληψη η οποία ερχόμενη αντιμέτωπη ακόμη και σήμερα αναφωνεί « μα καλά εσάς δεν σας φάγαμε τόσα χρόνια πριν;» και αδυνατεί να καταλάβει, κρίνοντας εξ’ ιδίων τα αλλότρια πως γίνεται να υπάρχει πολυθεϊσμός με τα βιβλία καμένα, με τους ναούς ριγμένους στο έδαφος, με τους ιερείς σφαγιασμένους κτλ. Ίσως δηλαδή κάποιοι να προσπαθούν να απαντήσουν στην χριστιανική άποψη με την ίδια λογική, η οποία όμως δεν θα έπρεπε να έχει κανένα νόημα στους πολυθεϊστές με άμεση πρόσβαση στην αλήθεια τους και για τους οποίους η απάντηση είναι πολύ απλή: «Όσο και να κάψετε και να γκρεμίσετε και να σκοτώσετε δεν γίνεται να μην υπάρξουμε.»

Αναπαράγοντας τα άγχη του μονοθεϊσμού
Όπως και να έχει, ιστορικά και πέραν του κλασικού μονοθεϊσμού, προσωπικά διακρίνω αυτή την αντίληψη κυρίαρχη στα πνευματιστικά, μυστηριακά ρεύματα των προηγούμενων αιώνων (ακριβώς ίσως γιατί γεννήθηκαν μέσα από τον μονοθεισμό). Η ανάγκη ύπαρξης αδιάρρηκτων δεσμών προσωπικής, δηλαδή ατομικοτήτων, συνέχειας στην σκέψη των θεοσοφιστών (η κρυμμένη λευκή αδελφότητα), των διαφόρων μυστικών εταιριών κτλ είναι κάτι δεδομένο για τα ρεύματα της εποχής. Στις περισσότερες αν όχι όλες τις περιπτώσεις η ψυχωτική αυτή ανάγκη τέτοιου τύπου «συνέχειας», δημιούργησε τραγελαφικές γελοιότητες, όπως την κατασκευή σύγχρονων «αρχαίων ιερών βιβλίων», την κατασκευή μυστικών επιβιώσεων και άλλα πολλά, τα οποία όπως και στον μονοθεϊσμό βασίζονται στον λόγο. Ιδιαίτερη αξία έχει να αναφερθούμε σε μια περίπτωση παραδοσιακρατών μαθητών του Guenon η οποία δείχνει που μπορεί να φτάσει το θέμα, όταν κάποιος ξεκινά με λάθος βάση. 

Ο Guenon, πνευματικός πατέρας του ρεύματος των traditionalists, διατύπωσε μια βασική του αρχή για την Παράδοση (δεν μπορώ παρά να ανιχνεύσω τις «ασιατικές» και μονοθεϊστικές επιρροές στην διαμόρφωση αυτής της αρχής) πως για να είναι αυτή ζωντανή πρέπει να είναι μια αδιάσπαστη συνέχεια λόγου (ιερών κειμένων) και ανθρώπων (μυημένων δηλαδή σε αυτήν καθώς ως Παράδοση αναγνώριζε την  μόνο μέσω μυστηριακής μύησης σύνδεση με την θεϊκή αρχή). Παρ’ ότι γεννημένος ο ίδιος χριστιανός θεώρησε πως ο χριστιανισμός (ο καθολικισμός τον οποίο γνώριζε), είχε προ πολλού απολέσει αυτή την συνέχεια και ικανότητα σύνδεσης με το θείο, λόγω της διαπλοκής του με την πολιτική, την απομάκρυνση από τις αρχικές θρησκευτικές τάξεις κτλ. Για ψευδείς κατασκευές κατηγορούσε (όπως και όλοι οι παραδοσιοκράτες) τους θεοσοφιστές και λοιπούς ανάλογους κύκλους, παρ’’ ότι στην αντίληψη αυτή συνέχιζε στα δικά τους βήματα. Καθώς λοιπόν δεν έβρισκε στον χριστιανισμό κάτι «ζωντανό» που να μπορεί να τον συνδέσει με την «πηγή» κατέληξε πως η μόνη ζωντανή και προσβάσιμη (ή συμβατή) για τους Δυτικούς Παράδοση ήταν η παράδοση των μυστικιστών του Ισλάμ (ας θυμηθούμε τις μεγάλες σχέσεις που είχε αυτή με δικά μας ρεύματα), όπως αυτή των Σούφι την οποία και τελικά προσέγγισε μετακομίζοντας στην Αίγυπτο και ζώντας έκτοτε ως πιστός μουσουλμάνος. 

Στο πυρήνα βέβαια της σκέψης του Guenon και των traditionalists βρίσκεται και η άποψη πως όλες οι παραδόσεις αποτελούν μέρος ή διαφορετικές όψεις της Παράδοσης, οπότε η επιλογή του να ζήσει ως μουσουλμάνος δεν ήταν δεσμευτική. Άλλοι traditionalists ήταν ή έγιναν βουδιστές, άλλοι παρέμειναν καθολικοί ή ορθόδοξοι, άλλοι υπήρξαν παγανιστές, ανιμιστές κτλ. Την εποχή εκείνη όμως, όπου ήταν ακόμα αν όχι ο μοναδικός σίγουρα ο σημαντικότερος ηγέτης του κινήματος η άποψη του για τον χριστιανισμό ήταν βαρύνουσας σημασίας. Έτσι, κάποια στιγμή νομοτελειακά, δυο «μαθητές» του οι οποίοι δεν πρέπει αρέσκονταν και πολύ στην προοπτική να αφήσουν την Ευρώπη για κάποια μουσουλμανική χώρα και το Ισλάμ έδωσαν μια σίγουρη λύση στο πρόβλημα. Απλά εφηύραν ένα μυστικό μοναστικό τάγμα του καθολικισμού στο οποίο η Παράδοση ήταν ζωντανή, το κατασκεύασαν και μετά από αυτό-μύηση έγιναν μέλη του. Το «τέλειο» αποτέλεσμα της προσπάθειας συνέχισης μιας λάθος λογικής (των αξιωμάτων περί Παράδοσης του Guenon) σε συνδυασμό με την προσωπική ασυνέπεια και το άγχος του λόγου και της συνέχειας τα οποία προφανώς δεν θα είχαν αν τους ήταν προσβάσιμη ή άμεση αποκάλυψη. (πηγές: Against the Modern World: Traditionalism and the Secret Intellectual History of the Twentieth Century )

Από τον Πλήθωνα μέχρι εμάς;
Επιστρέφοντας στα δικά μας τώρα, αντίστοιχα φαινόμενα κινδυνεύουν να παρατηρηθούν σε συνάρτηση με το όλο άγχος απόδειξης μια «συνέχειας» του σύγχρονου πολυθεϊσμού από τις πηγές μέσω του Πλήθωνα και του κύκλου του, των μυστικών εταιριών της αναγέννησης ή αυτής που αναφέρει ο Σάθας στην «μεσαιωνική βιβλιοθήκη» του κτλ (Πρώτη έναυσμα στους κύκλους των εθνικών για αυτή την αναζήτηση ήταν αυτό το άρθρο απ΄όσο γνωρίζω). Το όλο κλίμα δίνει το αφιέρωμα στο πρόσφατο (τ. 158, 14 Δεκεμβρίου 2013) πάρα πολύ καλό τεύχος του περιοδικού «Φαινόμενα», όπου αρκετές σελίδες αφιερώνονται στο ζήτημα. 





Ανάμεσα σε αυτές βρίσκεται η εξαιρετική συνέντευξη του καθηγητή Νικήτα Σινιόσογλου, από τους πλέον ειδικούς στο ζήτημα καθώς σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο «Ριζοσπαστικός Πλατωνισμός στο Βυζάντιο: Διαφωτισμός και Ουτοπία στον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθων» (Radical Platonism in Byzantium: Illumination and Utopia in Gemistos Plethon (Cambridge Classical Studies) ) στο οποίο μελετάται αυτή ακριβώς η «επιβίωση» των παγανιστικών (νεοπλατωνικών)  ιδεών μέσα στο Βυζάντιο μέχρι τον Πλήθωνα. Καθώς λοιπόν το όλο έργο ασχολείται με το θέμα των επιβιώσεων και μάλιστα ο συγγραφέας σημειώνει το πόσο καλοί ήταν οι τότε χριστιανοί θεολογούντες στο να διακρίνουν τις κεκαλυμμένες παγανιστικές απόψεις από τις ουσιαστικές τους διαφοροποιήσεις με τον «ορθό» χριστιανισμό (όπως εμείς προσπαθούμε να διακρίνουμε και στο παρόν),
«Αυτό άλλωστε υποστήριζαν οι Βυζαντινοί θεολόγοι που κατηγορούσαν τους φιλοσόφους επ’ ελληνισμώ δηλαδή ότι αναβίωναν τον παγανισμό. Φιλοσοφικά  μιλώντας, είχαν απόλυτο δίκιο. Απόψεις υπέρ το δέον ανθρωποκεντρικές, όσες δηλαδή επενδύουν τόσο στις ανθρώπινες δυνατότητες, ώστε να παρακάμπτουν τον αποκαλυπτικό λόγο και την ορθοδοξία συλλήβδην, επανασυνέδεαν τους Βυζαντινούς με μια συζήτηση που υποτίθεται πως είχε οριστικά κλείσει από τότε που οι Πατέρες της ύστερης αρχαιότητας «κατατρόπωναν» τους Εθνικούς.»
με χαροποίησε πάρα πολύ μια απάντηση του στην προφανή ερώτηση του συντάκτη του περιοδικού (συγχαρητήρια για την συνέντευξη) περί της πιθανότητας μια επιβίωσης μέσω κρυφών αδελφοτήτων κτλ από τον Πλήθωνα μέχρι τις ημέρες μας. Χωρίς λοιπόν ο συγγραφέας να αποκλείει τέτοιες επιβιώσεις (παρ’ ότι τις θεωρεί μάλλον αβάσιμες) λέει το αυτονόητο απηχώντας την ίδια την παγανιστική αντίληψη που εξετάζει 
Ερ: Υπήρξαν συνεχιστές των ιδεών του Πλήθωνα μέχρι και την Ελληνική επανάσταση;
Απ: Ο Πλήθωνας είχε μαθητές που διέφυγαν στην Ιταλία, Όμως είναι παρακινδυνευμένο να συσχετίζονται με ιταλικές μυστικές εταιρίες, μολονότι αυτή είναι η άποψη του F.Masai. Ακόμη και ο συσχετισμς του πλατωνισμού του Πλήθωνα με την Ακαδημία ττης Φλωρεντίας και τον Φιτσίνο είναι σκοτεινό σημείο. Από την άλλη οι ιδέες ενδέχεται να επιβιώνουν με τρόπους ασυμπτωτικούς και ασυνείδητους κι ωστόσο να ανάγονται σε ένα κοινό ή αρχετυπικό πρότυπο
και παρακάτω για τον Καϊρη
[…]εντάσσει πολλά στοιχεία της αρχαίας κοσμοαντίληψης στην διδασκαλία του…ενώ ή αίρεση της θεοσέβειας, την οποία οργανώνει στην Άνδρο αργότερα, απηχεί την πεποίθηση πως ένας ελληνικός τρόπος ύπαρξης παρέμεινε ζωντανός μέσα από την παράδοση. Η «ιερή αλήθεια» που αναζητά είναι εκδοχή της «ελληνικής θεοσοφίας» που συναντάμε ήδη στον Πρόκλο, μιας υπερομολογιακής άποψης για τις δυνατότητες του ανθρώπου και τον κόσμο.
Και αν όπως λέει ο καθηγητής για την θεωρία του Σάθα στην οποία βασίζονται οι σύγχρονες αναζητήσεις περί «συνέχειας»: 
Είναι αδύνατον να πείσει κανείς την ακαδημαϊκή κοινότητα πως μια αλυσίδα δασκάλων και μαθητών ή κρυφών οργανώσεων διέσωσε και μετάφερε από γενιά σε γενιά τον πυρήνα μιας κοσμοαντίληψης ριζικά διαφορετικής από αυτήν που τελικά επικράτησε – ωστόσο ένας τέτοιος πυρήνας επιβίωσε ιδεοτυπικά μέσα από πρόσωπα που ενδεχομένως να μην σχετίζονταν, ενώ σχετίζονταν οι ιδέες και αναζητήσεις τους, μέσα δηλαδή από εκλεκτικές συγγένειες που υπερβαίνουν την περιοδόλόγηση
Εμείς έχοντας εξετάσει όλα τα παραπάνω νομίζω πως έχουμε την μη ακαδημαϊκή απάντηση (η οποία δεν χρειάζεται να υποπέσει και σε σφάλματα ή χριστιανικού τύπου γραμμικότητα) για το πως γίνεται άνθρωποι που δεν σχετίζονται να ανακαλύπτουν ή να μεταφέρουν τις ίδιες ιδέες και απόψεις η με δικά μας λόγια τι σημαίνει για έναν πολυθεϊστή  επιβίωση ιδεών με ασυμπτωτικό τρόπο, αρχετυπικά και άλλα τέτοια "δύσκολα". Η απάντηση είναι πολύ απλή

Κοιτώντας ειλικρινώς και με τις δικές μας δυνάμεις καταλήγουμε στην ίδια Αλήθεια απ’ όπου  και αν ξεκινήσουμε. Γιατί απλά η αποκάλυψη των θεών στον πολυθεϊσμό είναι αβίαστη, άμεση, συνεχής και Αθάνατη. Δεν στηρίζεται στον λόγο και σε κανενός τύπου «συνέχεια» για να υπάρξει σαν να ήταν κατασκεύασμα.

Αν υπάρχει κάποια συνέχεια πολύ ωραία έχει ενδιαφέρον και ψυχολογικά ίσως μας βοηθάει. Ουσιαστικά, όμως δεν λέει και τίποτα. Τίποτα δεν χάθηκε που να μην υπάρχει για να το βρούμε. Επίσης δεν έχουμε και να φοβόμαστε μην χαθεί κάτι για πάντα αν ένας κρίκος οποιασδήποτε αλυσίδας σπάσει. Υπάρχουν άπειρες που μας ενώνουν με το μέγα πλήθος των θεών.