Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Τα 96 επίθετα του Διονύσου και του Απόλλωνα από την Παλατινή Ανθολογία.

Στο 9ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας υπάρχουν δύο αδέσποτα, ύμνοι για τους Θεούς Διόνυσο και Απόλλωνα. Δεν πρόκειται για λατρευτικούς ύμνους αλλά για ποιητικά γυμνάσματα ή επιδεικτικά καθώς ο άγνωστος συγγραφέας καταστρώνει τους ύμνους χρησιμοποιώντας μόνο επίθετα - πλην της αρχής και του κλεισίματος - σε αλφαβητική σειρά, τέσσερα από κάθε διαθέσιμο γράμμα, δηλαδή συνολικά 96 επίθετα. 
Ανάμεσα στα επίθετα που χρησιμοποιούνται βρίσκουμε πολλά που μας είναι γνωστά λατρευτικά, μυθολογικά ή ποιητικά αλλά και πάρα πολλά που δεν νομίζω να τα έχω συναντήσει αλλού και έχουν ένα ενδιαφέρον. Επίσης οι δύο θεοί μοιράζονται και αρκετά κοινά επίθετα στα δύο ποίηματα. Κάποια αυτούσια πχ γελόωντα, οὐρεσιφοίτην κτλ. ενώ κάποια άλλα συνώνυμα και ομόηχα πχ ἁβροκόμην - ἁβροχαίτην. Στον ύμνο προς Απόλλωνα έχουμε και μια επανάληψη (ῥυσίπονον, ῥυσίπονον,) πράγμα που είτε σημαίνει πως ο ποιητής μας δεν μπορούσε να βρει άλλο επίθετο απο Ρ είτε, πιο πιθανό, κάποια στιγμή έγινε λάθος στην αντιγραφή του αρχικού κειμένου σε ομόηχες ή παρόμοιες λέξεις. 
Όπως και να έχει τα δύο ποιήματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον και μας δείχνουν και την διαδικασία εξεύρεσης/κατασκευής επιθέτων κατάλληλων για ύμνους., οπότε τα παραθέτω.





ὕμνος εἰς Διόνυσον
μέλπωμεν βασιλῆα φιλεύιον,, εἰραφιώτην,
ἁβροκόμην, ἀγροῖκον, ἀοίδιμον, ἀγλαόμορφον,
Βοιωτόν, βρόμιον, βακχεύτορα, βοτρυοχαίτην,
γηθόσυνον, γονόεντα, γιγαντολέτην, γελόωντα,
Διογενῆ, δίγονον, διθυραμβογενῆ, Διόνυσον,
εὔιον, εὐχαίτην, εὐάμπελον, ἐγρεσίκωμον,
ζηλαῖον, ζάχολον, ζηλήμονα, ζηλοδοτῆρα,
ἤπιον, ἡδυπότην, ἡδύθροον, ἠπεροπῆα,
θυρσοφόρον, Θρήικα, θιασώτην, θυμολέοντα,
Ἰνδολέτην, ἱμερτόν, ἰοπλόκον, ἰραφιώτην,
κωμαστήν, κεραόν, κισσοστέφανον, κελαδεινόν,
Λυδόν, ληναῖον, λαθικηδέα, λυσιμέριμνον,
μύστην, μαινόλιον, μεθυδώτην, μυριόμορφον,
νυκτέλιον, νόμιον, νεβρώδεα, νεβριδόπεπλον,
ξυστοβόλον, ξυνόν, ξενοδώτην, ξανθοκάρηνον,
ὀργίλον, ὀβριμόθυμον, ὀρέσκιον, οὐρεσιφοίτην,
πουλυπότην, πλαγκτῆρα, πολυστέφανον, πολύκωμον,
ῥηξίνοον, ῥαδινόν, ῥικνώδεα, ῥηνοφορῆα,
σκιρτητόν, Σάτυρον, Σεμεληγενέτην, Σεμελῆα,
τερπνόν, ταυρωπόν, Τυρρηνολέτην, ταχύμηνιν,
ὑπνοφόβην, ὑγρόν, ὑμενήιον, ὑλήεντα,
φηρομανῆ, φρικτόν, φιλομειδέα, φοιταλιώτην,
χρυσόκερων, χαρίεντα, χαλίφρονα, χρυσεομίτρην,
ψυχοπλανῆ, ψεύστην, ψοφομηδέα, ψυχοδαϊκτήν,
ὥριον, ὠμηστήν, ὠρείτροφον, ὠρεσίδουπον.
μέλπωμεν βασιλῆα φιλεύιον, εἰραφιώτην.



ὕμνος εἰς Ἀπόλλωνα
ὑμνέωμεν Παιᾶνα μέγαν θεὸν Ἀπόλλωνα,
ἄμβροτον, ἀγλαόμορφον, ἀκερσεκόμην, ἁβροχαίτην,
βριθύνοον, βασιλῆα, βελεσσιχαρῆ, βιοδώτην,
γηθόσυνον, γελόωντα, γιγαντολέτην, γλυκύθυμον,
Διογενῆ, Διόπαιδα, δρακοντολέτην, δαφνογηθῆ,
εὔλαλον, εὐρυβίην, ἑκατηβόλον, ἐλπιδοδώτην,
ζῳογόνον, ζάθεον, Ζηνόφρονα, ζηλοδοτῆρα,
ἤπιον, ἡδυεπῆ, ἡδύφρονα, ἠπιόχειρα,
θηροφόνον θαλερόν, θελξίφρονα, θελγεσίμυθον,
ἰαφέτην, ἱμερτόν, ἰήιον, ἱπποκορυστήν,
κοσμοπλόκον, Κλάριον, κρατερόφρονα, καρπογένεθλον,
Λητογενῆ, λαρόν, λυρογηθέα, λαμπετόωντα,
μυστιπόλον, μάντιν, μεγαλήτορα, μυριόμορφον,
νευροχαρῆ, νοερόν, νηπενθέα, νηφαλιῆα,
ξυνοχαρῆ, ξυνόν, ξυνόφρονα, ξυνοδοτῆρα,
ὄλβιον, ὀλβιοεργόν, Ὀλύμπιον, οὐρεσιφοίτην,
πρηΰν, πανδερκῆ, παναπήμονα, πλουτοδοτῆρα,
ῥυσίπονον, ῥυσίπονον, ῥηξήνορα, ῥηξικέλευθον,
σιγαλόεντα, σοφόν, σελαηγενέτην, σωτῆρα,
τερψίχορον, Τιτᾶνα, τελέστορα, τιμήεντα,
ὑμναγόρην, ὕπατον, ὑψαύχενα, ὑψήεντα,
Φοῖβον, φοιβάζοντα, φιλοστέφανον, φρενογηθῆ,
χρησμαγόρην, χρύσεον, χρυσόχροα, χρυσοβέλεμνον,
ψαλμοχαρῆ, ψάλτην, ψευσίστυγα, ψυχοδοτῆρα,
ὠκύπον, ὠκυεπῆ, ὠκύσκοπον, ὡρεσιδώτην.
ὑμνέωμεν Παιᾶνα μέγαν θεὸν Ἀπόλλωνα.

Anth. Gr. 9.524/.525

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

Κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί κι απελπιστείτε!



Τρείς χιλιάδες, τριακόσια χρόνια περίπου πρίν από σήμερα, στην ισχυρότερη χώρα του τότε κόσμου, βασίλευε ο ισχυρότερος της βασιλιάς. Μέχρι σήμερα μάλλον παραμένει ο διασημότερος όλων των μεγάλων αυτού του πολιτισμού.O Ραμσής ο Β'.

Ιστορικά δεν είμαστε σίγουροι για το πόσο σημαντικά ήταν τα έργα του για την Αίγυπτο, όμως, ο ίδιος φρόντισε να τα διαφημίζει συνεχώς με πληθώρα μνημείων και αναφορών στο μεγαλείο του.
"Βασιλεύς βασιλέων Οσυμανδύας ειμί. ει δε τις ειδέναι βούλεται πηλίκος ειμί και που κείμαι, νικάτω τι των εμών έργων.",
ανέγραφε σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, που μεταφέρει αρχαιότερη πηγή, η επιγραφή ενός κολοσσιαίου του αγάλματος. (Το Οσυμανδίας είναι ελληνική παραφθορά του Usermaatre : η δικαιοσύνη του Ρα είναι δυνατή)

Δεν γνωρίζω ποιος άλλος ισχυρός θα μπορούσε εκείνη την εποχή να νικήσει τα έργα του Ραμσή, όμως διαβάζοντας την χθεσινή είδηση της τυχαίας ανεύρεσης ακόμη ενός κολοσσιαίου του αγάλματος μέσα στις λάσπες και την βρώμα των φτωχογειτονιών της σημερινής Αιγύπτου, ιδιαίτερα κοιτώντας τις σχετικές φωτογραφίες, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε για την ισχύ των έργων των ανθρώπων, ακόμη και των πιο δυνατών ανάμεσα τους.



Δύσκολα μπορούν οι λέξεις, ιδιαίτερα όταν απαιτείται συντομία, να εκφράσουν όλη αυτή την διάσταση μεταξύ του τότε μεγαλείου και της σύγχρονης κατάληξης, ευτυχώς, όμως, υπάρχει η ποίηση και το 1817 ο Άγλλος ποιητής Σέλλευ, κάνοντας ένα φιλικό διαγωνισμό Σονέτας με τον φίλο του τραπεζίτη Οράτιο Σμίθ πάνω στην ίδια αναφορά του Διόδωρου, κατάφερε σε λίγα λεπτά να αποτυπώσει, όλα τα παραπάνω, σε ένα από τα πιο εμβληματικά ποιήματα της Αγγλικής γλώσσας, το οποίο θα μπορούσε να έχει γραφτεί και σήμερα για το θέμα της είδησης μας (περισσότερα σχετικά εδώ).

I met a traveller from an antique land
Who said: Two vast and trunkless legs of stone
Stand in the desert. Near them, on the sand,
Half sunk, a shattered visage lies, whose frown,
And wrinkled lip, and sneer of cold command,
Tell that its sculptor well those passions read
Which yet survive, stamped on these lifeless things,
The hand that mocked them and the heart that fed:

And on the pedestal these words appear:
'My name is Ozymandias, king of kings:
Look on my works, ye Mighty, and despair!'
Nothing beside remains. Round the decay
Of that colossal wreck, boundless and bare
The lone and level sands stretch far away.


Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία·
είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο… Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του
χείλη, πτυχωμένα σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα
– το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ’θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
‘‘Οζυμανδίας τ’ όνομά μου, ο βασιλεύς των βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου, ισχυροί κι απελπιστείτε!’’
Άλλο τίποτα δεν απομένει. Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.


Και η προσπάθεια του Οράτιου
In Egypt's sandy silence, all alone,
Stands a gigantic Leg, which far off throws
The only shadow that the Desert knows:—
"I am great OZYMANDIAS," saith the stone,
"The King of Kings; this mighty City shows
"The wonders of my hand."— The City's gone,—
Nought but the Leg remaining to disclose
The site of this forgotten Babylon.

We wonder,—and some Hunter may express
Wonder like ours, when thro' the wilderness
Where London stood, holding the Wolf in chace,
He meets some fragment huge, and stops to guess
What powerful but unrecorded race
Once dwelt in that annihilated place.


Τελικά αν ακόμη και τα έργα του βασιλέα των βασιλέων τα τρώει στο τέλος η λάσπη και η σκόνη τι απομένει από όλους τους υπόλοιπους και συγκριτικά "ασήμαντους" από εμάς, τι απομένει όταν κοιτάει τα έργα μας ο χρόνος και γελάει. Ο πραγματικά ισχυρός των ισχυρών. Το γέλιο των θεών η απελπισία δικιά μας.

Η όπως με δυο γραμμές είπε στην "φθορά" του ο Καρυωτάκης :

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.





Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Τυφλοί αοιδοί και βίοι παράλληλοι από τον Όμηρο στον Hoichi



 ὑμεῖς δ' εὖ μάλα πᾶσαι ὑποκρίνασθαι ἀφήμως:
τυφλὸς ἀνήρ, οἰκεῖ δὲ Χίῳ ἔνι παιπαλοέσσῃ
τοῦ μᾶσαι μετόπισθεν ἀριστεύσουσιν ἀοιδαί.
ἡμεῖς δ' ὑμέτερον κλέος οἴσομεν, ὅσσον ἐπ' αἶαν
ἀνθρώπων στρεφόμεσθα πόλεις εὖ ναιεταώσας:   
οἳ δ' ἐπὶ δὴ πείσονται, ἐπεὶ καὶ ἐτήτυμόν ἐστιν.
Γιά μένα ἐσεῖς ὅλοι μαζί ἀπόκριση δῶστε εὐνοϊκή:
῾῾Εἶναι ὁ ἄντρας ὁ τυφλός 
ἀπ᾿ τήν πετρώδη Χίο,
πού τ᾿ ἄσματά του θά ᾿ρθει καιρός,
θά ᾿χουνε τό πρωτεῖο.
῞Οσο γιά μᾶς, τή φήμη σου στή γῆς ἐπάνω ὅλη 
γυρνῶντας θά διαδώσουμε σέ κάθε ἔμορφη πόλη.
Κι ὅλοι σ᾿ αὐτό θά πείθονται, γιατί ᾿ναι ἡ πᾶσα ἀλήθεια᾿᾿

Ομηρικός ύμνος στον Δήλιο Απόλλωνα. 




Ο πρώτος και γνωστότερος ποιητής του ελληνικού πολιτισμού σύμφωνα με τις περισσότερες παραδόσεις ήταν τυφλός. Ακόμα και το όνομά του, Όμηρος, σύμφωνα με κάποιες απόψεις ετυμολογείται από αυτή του την ιδιότητα. Το γιατί του αποδίδεται αυτό το χαρακτηριστικό δεν γίνεται εμφανές από τις πηγές μας, οι οποίες δεν μας πληροφορούν ούτε αν είναι μεταφορικό ή κυριολεκτικό ούτε αν είναι επίκτητο ή o ποιητής γεννήθηκε με αυτή την έλλειψη. Ανήκει και αυτό σαν ζήτημα, όπως και όλη η βιογραφία του Ομήρου και το κατά πόσο ήταν ιστορικό πρόσωπο ή όχι στην συζήτηση που ονομάζεται «Ομηρικό πρόβλημα». Το σίγουρο, όμως είναι πως η τυφλότης ως χαρακτηριστικό συχνά αποδίδεται στις ιδιαίτερες εκείνες κατηγορίες των ανθρώπων που συγκροτούν οι ποιητές και οι μάντεις. Βέβαια όταν λέμε ποιητής στην αρχαιότητα δεν εννοούμε έναν καλλιτέχνη που σκαρώνει στίχους σε ένα χαρτί αλλά έναν δημιουργό-συνθέτη που αποδίδει μετά μουσικής, συνήθως με την συνοδεία λύρας (όπως στην λυρική ποίηση) ή φόρμιγγας (όπως οι αοιδοί των επών) την ποίηση του τραγουδιστά. Αοιδοί μάλιστα όπως ο Όμηρος μπορεί να μην είναι καν οι ίδιοι συνθέτες του ποιητικού λόγου, αλλά μουσικοί-τραγουδιστές ανήκοντες σε μια παραδοσιακή κάστα (ή επαγγελματική ένωση ραψωδών όπως οι Ομηρίδες) που έχουν αυτή την καλλιτεχνική ασχολία ως επάγγελμα. Μπορούμε να φανταστούμε τους αοιδούς να περιδιαβαίνουν τον Ελλαδικό χώρο την μυκηναϊκή εποχή επισκεπτόμενοι τα μέγαρα των τοπικών βασιλιάδων και να τέρπουν τις αυλές με την τέχνη τους όπως μας παρουσιάζεται από τον ίδιο τον Όμηρο ο ρόλος τους στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια με εξέχον παράδειγμα τον Δημόδοκο (αυτός που είναι ευπρόσδεκτος από τον λαό) στην αυλή του Αλκίνοου στους Φαίακες. Υπάρχει μάλιστα μια ευρύτερη παράδοση που θέλει την τυφλότητα να είναι ένα διαδεδομένο χαρακτηριστικό ανάμεσα στους αοιδούς και όχι κάτι που περιορίζεται στον Όμηρο.

"Ο Ομηρος, αντίθετα, ακολουθώντας μίαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου, κατάσταση της ψυχής, απομακρυνόμενος από το κατ' αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας τη νόηση του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νού της ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φως του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα.... είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος που αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός που από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση. Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως συμβολικό".
Πρόκλος - Σχόλια στην Πολιτεία 1.174

Απ’ ότι φαίνεται στην Ελληνική αντίληψη συχνά η τύφλωση, ως στέρηση, συνοδεύεται από μια αντίρροπη ανάπτυξη, συχνά σε μεταφυσικά επίπεδα, άλλης δύναμης ή αίσθησης, η οποία έρχεται να αποκαταστήσει την χαμένη ισορροπία. H μανία των Μουσών, δηλαδή η ικανότητα καλλιτεχνικής έκφρασης ανώτατου επιπέδου στους αοιδούς και ποιητές, όπως επίσης και η δυνατότητα μαντικής πρόγνωσης σε προσωπικό επίπεδο (έξω δηλαδή από τα μαντεία όπου η πρόγνωση δίνεται από κάποιον Θεό) πολλές φορές στους αρχαίους μύθους ή ιστορικούς θρύλους συνοδεύεται από αναφορές απώλειας της όρασης, ολικής η μερικής, μόνιμης ή πρόσκαιρης. Γι’ αυτό και αρκετοί ήδη από την αρχαιότητα απέδωσαν στο χαρακτηριστικό συμβολική και όχι κυριολεκτική ερμηνεία.


καλέσασθε δὲ θεῖον ἀοιδὸν Δημόδοκον: τῷ γάρ ῥα θεὸς πέρι δῶκεν ἀοιδὴν τέρπειν, ὅππῃ θυμὸς ἐποτρύνῃσιν ἀείδειν.
Το Δημόδοκο, το θείο τον τραγουδάρη,φωνάχτε ακόμα᾿ τι του χάρισε κάποιος θεός να φραίνει με το τραγούδι του, όπως του 'ρχεται να τραγουδήσει ο πόθος. 

κῆρυξ δ᾿ ἐγγύθεν ἦλθεν ἄγων ἐρίηρον ἀοιδόν,
τὸν πέρι μοῦσ᾿ ἐφίλησε, δίδου δ᾿ ἀγαθόν τε κακόν τε:
ὀφθαλμῶν μὲν ἄμερσε, δίδου δ᾿ ἡδεῖαν ἀοιδήν. 
Κι ο κράχτης τον τρανό τους έφερε τραγουδιστή, που η Μούσα
καλό, κακό μαζί του εχάρισε, περίσσια αγάπη ως του 'χε:
του στέρησε το φως, μα του 'δωκε γλυκά να λέει τραγούδια.

Εκτός από τον όμηρο και ο Δημόδοκος αναφέρεται ως τυφλός, ενώ γνωστή είναι και η θρυλούμενη ιστορική αναφορά για τον Στησίχορο πως έχασε προσωρινά την όραση του όταν στην ποίηση του καταφέρθηκε εναντίον του προσώπου της ωραίας Ελένης (η οποία λατρεύονταν ως Θεά στην Σπάρτη). Πασίγνωστος τυφλός Μάντης αναφέρεται ο Τειρεσίας όμως αντίστοιχες ιστορίες έχουμε και για τον Φινέα, τον τυφλό ψαρά Φορμίωνα με το προφητικό όνειρο, κ.α. Αρχετυπικός θα λέγαμε μύθος που συνδέει την απώλεια της όρασης με την πρόγνωση είναι και o αναφερόμενους στους Κύκλωπες. Το αντιστάθμισμα για την απώλεια του ενός οφθαλμού ήταν για τους Κύκλωπες η ικανότητα να γνωρίζουν την στιγμή του θανάτου τους. Ένας περιορισμός σε σχέση με την πλήρη δυνατότητα πρόγνωσης των μελλούμενων πού επιβλήθηκε σαν τιμωρία από τους Θεούς. Και σε πολλούς όμως ακόμα μύθους η τύφλωση μπορεί να επέρχεται ως τιμωρία από τους θεούς ενώ είναι πάλι οι Θεοί που προσφέρουν και τις ιδιαίτερες ικανότητες της πρόγνωσης ως αντιστάθμισμα. Κάποιες φορές η απώλεια της όρασης επιλέγεται ως μικρό τίμημα έναντι του κέρδους της μαντικής ικανότητας, της σοφίας, ακόμα και της μεγαλύτερης του συνηθισμένου διάρκειας ζωής από τους ίδιους τους ήρωες του μύθων όπως στην περίπτωση του Φινέα.

H αντίληψη, όμως, αυτή που συνδέει τις υπερφυσικές δυνατότητες και κυρίως την γνώση με την απώλεια όρασης βρίσκεται διαδεδομένη και σε άλλους τόπους και ιστορικούς χρόνους. Ας αρκεστούμε σε μια μόνο παράλληλη αναφορά, στην αυτο-τύφλωση του Θεού Όντιν. Ο Όντιν αντάλλαξε το ένα του μάτι για να πιεί από το πηγάδι του Μίμιρ, μια θυσία για αντάλλαγμα των κοσμικών μυστικών. Το δίπολο γνώση (είτε μαντική, είτε μυστικών είτε άλλου τύπου) και τύφλωση μπορεί να βρεθεί σε πάρα πολλές αναφορές και με αυτό ακριβώς το μοτίβο ξετυλίγει ο Σοφοκλής την πλοκή στον διάλογο μεταξύ του Τειρεσία και του Οιδίποδα στην γνωστή τραγωδία του.




Οιδ. …Εσύ δεν έχεις κύρος κανέναν.
είσαι τυφλός στ' αυτιά, στα μάτια και στο νου.
Τειρ. και συ πανάθλιος που με το φώς των οφθαλμών μου παίζεις. Με την δική σου τύφλα γρήγορα ο κόσμος θα γελάει.
Οιδ. …Εχεις βουλιάξει σε νύχτα βαθιά. Δεν σε φοβάται πια κανείς ανοιχτομάτης.
Τειρ. ....
Είμαι τυφλός και χλευάζεις την τύφλα μου. Σου λέω λοιπόν πως βλέπεις και όμως δεν βλέπεις. ....Και δεν θα βλέπεις πλέον φώς θα πλέεις στο σκοτάδι.

Ειδικού τύπου γνώση και ικανότητα είναι φυσικά και η μουσική τέχνη. Ειδικά στον χώρο των κατ’ αντιστοιχία με τους αοιδούς της αρχαίας Ελλάδας, μουσικών οι αναφορές στην τύφλωση είναι πάρα πολλές σε όλους τους πολιτισμούς και συνδυαζόμενες ρίχνουν φως σε διάφορες πτυχές του ζητήματος.
Έτσι στην κινεζική παράδοση οι πρώτοι μυθικοί (αυλικοί) μουσικοί  Shi Yan και Shi Kuang είναι επίσης τυφλοί και μάλιστα παρά τους 5 αιώνες που τους χωρίζουν συνδέονται με μια ωραία ιστορία με υπερφυσικά χαρακτηριστικά, ενώ μέχρι και τον 20ο αιώνα αναφέρονται guilds τυφλών μουσικών και μάντεων (από αυτούς που λένε παραδοσιακά την τύχη στην Κίνα), συνδυάζοντας και τα δύο αντικείμενα που από την αρχή είδαμε να συνοδεύονται από τυφλότητα.


Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση του θρυλικού Βάρδου και Δρυίδη της Βρετάνης του 6ου αιώνα, Kian Gwenc'hlan, ο οποίος λέγεται πως τυφλώθηκε γιατί αρνήθηκε να μεταστραφεί στον χριστιανισμό και προφήτευσε το τέλος των εχθρών του ετοιμοθάνατος στο μπουντρούμι που τον είχαν ρίξει.


Παρομοίως σε ιστορικές εποχές από τον μεσαίωνα και μετά οι πλειοψηφία των περιπλανώμενων μουσικών στην Ιρλανδια (αρπιστές) ή στην Ουκρανία (οι Kobzars) λέγεται πως ήταν τυφλοί. Βέβαια η εξήγηση σε αυτές τις πιο σύγχρονες περιπτώσεις για την μεγάλη ποσόστωση τυφλών στα εν λόγω επαγγέλματα είναι πως η μουσική θα ήταν η μόνη ενασχόληση που θα προσέφερε μια δυνατότητα βασικής διαβίωσης αν όχι επιβίωσης σε αυτούς τους στερημένους από την όραση ανθρώπους σε εποχές δύσκολες χωρίς τις κοινωνικές δομές προστασίας και βοήθειας που βρίσκουμε στις σημερινές ανεπτυγμένες κοινωνίες. Επειδή όμως αυτή η πεζή εξήγηση, παρότι μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί σε κάθε ανάλογη περίπτωση από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, μας στερεί την ομορφιά των μεταφυσικών συνδέσεων που παραδοσιακά βρίσκουμε, ας κλείσουμε το κείμενο με μια ιστορία του Λευκάδιου Χέρν, που τα περικλείει όλα, από το πιο απομακρυσμένο σε εμάς μέρος που μπορούμε να εξετάσουμε ως προς το θέμα μας. Στην Ιαπωνία, όπου και εκεί συναντούμε παραδοσιακά την τυφλότητα να συνοδεύει τους αντίστοιχους ραψωδούς οργανοπαίχτες του Ιαπωνικού λαούτου (Biwa).

Η Ιαπωνική Θεά Benzaiten κρατώντας μια Biwa.


Ο Λευκάδιος μας παραδίδει την παρακάτω ενδιαφέρουσα προϊστορία στην αφήγηση.

Η μάχη του Dan-no-ura

"Περισσότερο από επτακόσια χρόνια πριν, στο Dan-no-ura, στα στενά του Shimonoseki έλαβε χώρα η τελική μάχη του μεγάλου πόλεμου μεταξύ των Heike, της φυλής Taira και των Genji ή αλλιώς της φυλής Minamoto. Εκεί οι Heike εξολοθρεύθηκαν μέχρι ενός με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τον ανήλικο αυτοκράτορας τους που τώρα τον καλούμε Antoku Tenno*. Η θάλασσα και η στεριά εκεί παραμένουν στοιχειωμένες επτακόσια χρόνια. Αλλού, σας έχω μιλήσει για τα παράξενα καβούρια που βρίσκονται εκεί, τα λέμε καβούρια Heike, τα οποία έχουν ανθρώπινα πρόσωπα στην πλάτη τους και λέγεται πως είναι τα πνεύματα των πολεμιστών Heike*, Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα περίεργα πράγματα για να δεί και να ακούσει κανείς σε αυτή την ακτή. Τις σκοτεινές νύχτες χιλιάδες φασματικές φωτιές, υπερίπτανται στην ακτή, ή επιπλέουν πάνω από τα νερά, αχνά φώτα, τα οποία οι ψαράδες ονομάζουν Oni-bi, ή δαιμονικές φωτιές και όποτε φυσάει άνεμος, ένας μεγάλος αχός έρχεται από την θάλασσα, σαν τις κραυγές από μάχη. 
Τα παλαιότερα χρόνια οι Heike ήταν πολύ πιο ανήσυχοι απ' ότι είναι τώρα. Υψώνονταν γύρω από τα πλοία που πέρναγαν την νύχτα προσπαθώντας να τα βυθίσουν και συνεχώς παραμόνευαν τους κολυμβητές, ώστε να τους τραβήξουν στα βάθη. Ακριβώς για εξευμενισμό αυτών των νεκρών χτίστηκε ο βουδιστικός ναός Amidaji στο Akamagaseki. Επίσης χτίστηκε κοντά στην παραλία ένα νεκροταφείο και μέσα σε αυτό υψώθηκαν μνημεία με χαραγμένα τα ονόματα του πνιγμένου αυτοκράτορα και των σημαντικών του υποτελών. Βουδιστικές λειτουργίες τελούνταν συχνά εκεί, προς τιμήν των πνευμάτων τους. Αφού χτίστηκε ο ναός και το νεκροταφείο, οι Heike δημιουργούσαν λιγότερα προβλήματα από πριν, αλλά κατά διαστήματα συνέχιζαν να κάνουν περίεργα πράγματα, αποδεικνύοντας πως δεν είχαν βρει ακόμα την απόλυτη ειρήνη."


*Η μάχη αυτή είναι πραγματική και πολύ καθοριστική για την πολιτική διαμόρφωση της μεσαιωνικής Ιαπωνίας. Οι περιπλανόμενοι, συχνά τυφλοί μουσικοί Biwa Hoshi (αναφέρονται και ως «τυφλοί ιερείς» παρότι δεν είναι), έχουν σαν πιο γνωστό θέμα των απαγγελιών τους αυτή ακριβώς την μάχη και την ιστορία των Heike.


*Και τα καβούρια αυτά είναι αληθινά. Μάλιστα πρωταγωνιστούσαν και σε ένα επεισόδιο μιας σειράς του Carl Sagan, στο οποίο ο διάσημος επιστήμονας έδινε μια αποτυχημένη εξήγηση της παράξενης ομοιότητας του καβουκιού τους με το πρόσωπο των σαμουραί πολεμιστών.



Η Ιστορία του MIMI-NASHI-HOICHI (με δικά μου λόγια)

κῆρυξ δ᾿ ἐγγύθεν ἦλθεν ἄγων ἐρίηρον ἀοιδόν,
Δημόδοκον λαοῖσι τετιμένον: εἷσε δ᾿ ἄρ᾿ αὐτὸν
μέσσῳ δαιτυμόνων, πρὸς κίονα μακρὸν ἐρείσας. 
Κι ο κράχτης τον τρανό τους έφερε τραγουδιστή, που ο κόσμος
τόνε τιμούσε, το Δημόδοκο, και μπρός σε μια κολόνα
ψηλή, για ν᾿ ακουμπάει, τον κάθισε, στους καλεσμένους μέσα.

O Hoichi ήταν πριν εκατοντάδες χρόνια ένας τυφλός μουσικός/ραψωδός που έμενε στο Akamagaseki. Παρότι από μικρός είχε διαπρέψει στην τέχνη του στην αρχή της καριέρας του όντας φτωχός είχε βρει φιλοξενία στον ναό Amidaji του οποίου ο βουδιστής ιερέας ευχαριστιόταν να ακούει τις απαγγελίες του Hoichi. Μια καλοκαιρινή νύχτα ο Hoichi έμεινε μόνος στον ναό καθώς ο μοναχός και ο βοηθός του είχαν φύγει να τελέσουν μια κηδεία. Καθώς έκανε ζέστη ο Hoichi έκατσε στην βεράντα και περίμενε να γυρίσουν οι άλλοι. Κοντά στα μεσάνυχτα όμως άκουσε άγνωστα βήματα και μια φωνή τον κάλεσε με επιτακτικό τόνο. Από το ύφος φάνηκε πως ήταν κάποιος ευγενής, ο οποίος του ζήτησε να τον συνοδέψει σε μια κοντινή τοποθεσία όπου βρίσκονταν ο άρχοντας του με την αυλή του όντας σε επίσκεψη σε εκείνα τα μέρη για να δούν που έγινε η μάχη του Dan-no-ura. Έχοντας μάθει πως ήταν ο καλύτερος μουσικός στην περιοχή θα ήθελαν να τους παίξει κάποια από τις ιστορίες του. Καθώς δεν είναι καλό να αρνείσαι πρόσκληση ευγενών ο Hoichi άφησε τον επισκέπτη του να τον οδηγήσει ώσπου φτάσαν σε μια σάλα περνώντας μέσα από κήπους κτλ έχοντας διανύσει κάποια απόσταση από το μοναστήρι με ταχύ βήμα. Εκεί αφού τον ανήγγειλε, και κάποιες υπηρέτριες τον οδήγησαν πάνω από κάποια σκαλιά να κάτσει κάπου άνετα, μια γυναίκα, προφανώς η υπεύθυνη της αυλής του ζήτησε να αρχίσει να παίζει την ιστορία των Heike. Αυτός όμως ρώτησε ποιο σημείο θα επιθυμούσαν καθώς η ιστορία ολόκληρη θα έπαιρνε μερόνυχτα. Η απάντηση ήταν να τραγουδήσει για την μάχη του Dan-no-ura που ήταν και το πιο λυπητερό κομμάτι.



μοῦσ᾿ ἄρ᾿ ἀοιδὸν ἀνῆκεν ἀειδέμεναι κλέα ἀνδρῶν,
οἴμης τῆς τότ᾿ ἄρα κλέος οὐρανὸν εὐρὺν ἵκανε, 
τον τραγουδάρη η Μούσα εκίνησε παλικαριές να ψάλει
απ᾿ το τραγούδι, που 'χε η δόξα του στα ουράνια φτάσει τότε, 
ταῦτ᾿ ἄρ᾿ ἀοιδὸς ἄειδε περικλυτός: αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
πορφύρεον μέγα φᾶρος ἑλὼν χερσὶ στιβαρῇσι κὰκ κεφαλῆς εἴρυσσε, κάλυψε δὲ καλὰ πρόσωπα: αἴδετο γὰρ Φαίηκας ὑπ᾿ ὀφρύσι δάκρυα λείβων.
ἦ τοι ὅτεαὐτὰρ ὅτ᾿ ἂψ ἄρχοιτο καὶ ὀτρύνειαν ἀείδειν
Φαιήκων οἱ ἄριστοι, ἐπεὶ τέρποντ᾿ ἐπέεσσιν,
ἂψ Ὀδυσεὺς κατὰ κρᾶτα καλυψάμενος γοάασκεν. λήξειεν ἀείδων θεῖος ἀοιδός,
δάκρυ ὀμορξάμενος κεφαλῆς ἄπο φᾶρος ἕλεσκε
καὶ δέπας ἀμφικύπελλον ἑλὼν σπείσασκε θεοῖσιν:
Αυτά ετραγούδα ο πολυδόξαστος τραγούδιστής· ωστόσο
πήρε ο Οδυσσέας μεμιάς κι ανάσυρε το πορφυρό μαντί του 
κι αποκορφής ως κάτω εσκέπασε τ᾿ όμορφο πρόσωπό του·
τι ντρέπουνταν τους Φαίακες που 'τρεχαν τα μάτια του ποτάμι.
Κάθε φορά που ο θείος Δημόδοκος σκολνούσε το τραγούδι,
τα δάκρυα σφούγγιζε, κατέβαζε το ρούχο απ᾿ το κεφάλι
και στους θεούς με κούπα δίγουβη κρασί εσταλαματούσε·
μα σαν ξανάρχιζε — τον έσπρωχναν μαθές να τραγουδήσει
οι Φαίακες οι τρανοί, που ευφραίνουνταν ακούγοντας — εκείνος,
την κεφαλή ξανά κουκούλωνε και ξέσπαζε σε θρήνο.



Και όντως άρχισε να παίζει κάτω από τις σιγανές επευφημίες των παρισταμένων που εκθείαζαν το ταλέντο του. Όταν όμως έφτασε να τραγουδάει για την μοίρα των χαμένων γυναικόπαιδων οι επευφημίες έγιναν λυγμοί. Τελειώνοντας, υπήρξε ησυχία μέχρι που η ίδια γυναίκα του είπε πως ήταν πολύ καλύτερος απ’ ότι περίμεναν και πως καθώς ο άρχοντας τους θα ήταν εκεί για 7 νύχτες θα ήθελε ο Hoichi να έρχεται και τα υπόλοιπα βράδια να τους τραγουδάει. Επίσης του ζήτησαν να μην αναφέρει πουθενά αυτή την μάζωξη καθώς ο άρχοντας ταξίδευε στα κρυφά και δεν ήθελε να μαθευτεί πως ήταν σε εκείνα τα μέρη. Ο ίδιος άντρας που τον είχε πάει εκεί τον συνόδεψε μετά το πέρας της παράστασης πίσω στην βεράντα του μοναστηριού την ώρα που ξημέρωνε. 

Την δεύτερη νύχτα ο οδηγός ήρθε ξανά και τον οδήγησε στον άρχοντα, όπου έπαιξε όπως την προηγούμενη ημέρα. Στην επιστροφή του όμως πάλι κοντά στο ξημέρωμα η απουσία του την νύχτα είχε γίνει αισθητή από τον μοναχό, ο οποίος τον ρώτησε που ήταν γιατί είχαν ανησυχήσει. Ο Hoichi απέφυγε να απαντήσει, τηρώντας την υπόσχεση του και απλά είπε πως είχε κάποιες προσωπικές δουλείες.  Ο Ιερέας παραξενεύτηκε από την απάντηση και φοβήθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έβαλε λοιπόν τους υπηρέτες του ναού να παρακολουθούν τον Hoichi. Αυτοί τον είδαν την τρίτη νύχτα να σηκώνεται και να περπατά έξω γρήγορα κουβαλώντας την Biwa του. Τον ακολούθησαν μέχρι το νεκροταφείο του Amidaji όπου εκεί τον βρήκαν να παίζει εκστατικά και να τραγουδά καθήμενος μπροστά από το μνημείο-τάφο του Antoku Tenno ενώ μάλιστα έβρεχε καταρρακτωδώς. Εκεί προσπάθησαν να του μιλήσουν και να τον βγάλουν από την προφανή εκστατική κατάσταση που ήταν αλλά δεν τους άκουγε. Κατάλαβαν πως ήταν μαγεμένος. Μόνο όταν του φώναξαν μέσα στα αυτιά τους απάντησε θυμωμένα πως δεν πρέπει να τον διακόπτουν ενώ παίζει για τόσο σημαντικό ευγενή. Τότε αυτοί τον πήραν σηκωτό και τον επέστρεψαν στο μοναστήρι. Εκεί ο μοναχός του εξήγησε τι είχε συμβεί και πώς τον καταδίωκαν τα φαντάσματα των νεκρών που είχαν μαγευτεί από το παίξιμο του. Καθώς τους είχε ακολουθήσει ήταν τώρα υπό την επήρεια τους μαγεμένος αυτός.

κῆρυξ δ᾿ ἐγγύθεν ἦλθεν ἄγων ἐρίηρον ἀοιδόν,
Δημόδοκον λαοῖσι τετιμένον: εἷσε δ᾿ ἄρ᾿ αὐτὸν
μέσσῳ δαιτυμόνων, πρὸς κίονα μακρὸν ἐρείσας. 
Κι ο κράχτης τον τρανό τους έφερε τραγουδιστή, που ο κόσμος
τόνε τιμούσε, το Δημόδοκο, και μπρός σε μια κολόνα
ψηλή, για ν᾿ ακουμπάει, τον κάθισε, στους καλεσμένους μέσα. 
«κῆρυξ, τῆ δή, τοῦτο πόρε κρέας, ὄφρα φάγῃσιν,
Δημοδόκῳ: καί μιν προσπτύξομαι ἀχνύμενός περ:
πᾶσι γὰρ ἀνθρώποισιν ἐπιχθονίοισιν ἀοιδοὶ «κῆρυξ, τῆ δή, τοῦτο πόρε κρέας, ὄφρα φάγῃσιν,
τιμῆς ἔμμοροί εἰσι καὶ αἰδοῦς, οὕνεκ᾿ ἄρα σφέας
οἴμας μοῦσ᾿ ἐδίδαξε, φίλησε δὲ φῦλον ἀοιδῶν.»
ὣς ἄρ᾿ ἔφη, κῆρυξ δὲ φέρων ἐν χερσὶν ἔθηκεν
ἥρῳ Δημοδόκῳ: ὁ δ᾿ ἐδέξατο, χαῖρε δὲ θυμῷ.
«Να, δώσε, κράχτη, στο Δημόδοκο να φάει το κρέας ετούτο,
για να του δείξω την αγάπη μου, κι ας νιώθω τόση πίκρα.
Όλοι οι θνητοί στους τραγουδάρηδες τιμή και σέβας δείχνουν, 
γιατί είναι η Μούσα που τους έμαθε πολλούς σκοπούς, και πάντα
για τη γενιά των τραγουδάρηδων μεγάλη αγάπη νιώθει.»
Αυτά είπε, κι ο διαλάλης το 'φερε και το 'βαλε στα χέρια
του ηρώου Δημόδοκου, που χάρηκε στα φρένα παίρνοντας το. 
ταῦτ᾿ ἄρ᾿ ἀοιδὸς ἄειδε περικλυτός: αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
τήκετο, δάκρυ δ᾿ ἔδευεν ὑπὸ βλεφάροισι παρειάς. 
Αυτά ετραγούδα ο πολυδόξαστος τραγουδιστής· ωστόσο
έλιωνε εκείνος, και του μουσκεύαν τα μάγουλα απ᾿ τα δάκρυα. 


Για να λυθούν τα μάγια, ο ιερέας τον ξεγύμνωσε και σχεδίασε σε όλο του το σώμα την Hannya-Shin-yo sutra που θα τον προστάτευε κάνοντας τον αόρατο από τα φαντάσματα. Το βράδυ που πάλι θα έφευγε ο ιερέας από τον ναό του είπε να κάτσει σε διαλογισμό στην βεράντα και όταν έρχονταν και πάλι να τον πάρουν να μην μιλήσει καθόλου αλλά να αγνοήσει το κάλεσμα. Καθώς δεν θα τον έβλεπαν τα φαντάσματα θα έφευγαν και τα μάγια θα λύνονταν. Έτσι και έγινε και το βράδυ η γνώριμη φωνή κάλεσε πάλι τον Hoichi που γυμνός κάθονταν σε διαλογισμό στην βεράντα. Η φωνή μετά από λίγο μονολόγησε πως έβλεπε την Biwa αλλά όχι τον οργανοπαίχτη. Και μετά από λίγο" Μα βλέπω μόνο τα δύο αυτιά του". Έστω θα πάρω να πάω αυτά στον άρχοντα να μην λέει πως δεν έκανα όπως με πρόσταξε". Νοιώθει λοιπόν ο Hoichi δυο σιδερένια χέρια να του τραβάνε τα αυτιά μέχρι που του τα ξερίζωσαν. Σφίχτηκε και άντεξε τον πόνο και δεν αντέδρασε αλλά παρέμεινε σε διαλογισμό και έτσι το φάντασμα έφυγε άπραγο. Το πρωί ο ιερέας τον βρήκε ακόμα να διαλογίζεται με ματωμένο πρόσωπο. Κατάλαβα πως είχε ξεχάσει να γράψει την σούτρα και στα αυτιά του, ζήτησε συγγνώμη και έφερε γιατρό. Ο Hoichi έγινε καλά, και από τότε η φήμη του μεγάλωσε μέχρι που έγινε ο σπουδαιότερος και πλουσιότερος ραψωδός με ειδικότητα στην ιστορίας των Heike. Εμεινε γνωστός με το όνομα Mimi-Nashi-Hoichi, ο χωρίς αυτιά Χοϊτσι

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Από τις στάχτες στα άστρα

 
Πόσο ήσυχα, τραγικά σβήνουν,
ήρεμα σιγά σιγά,

οι όμορφες φωτιές
που σώθηκαν τα ξύλα τους.










Στο τρεμοφέγγισμα των άστρων
ζούν αποθεωμένες
δεύτερες ζωές

οι τελευταίες σπίθες 
των ερώτων που καταναλώθηκαν

Από τις στάχτες στ' άστρα
διαβήκαμε την ζωή μας 
μέσα στις φλόγες


Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Ψυχρή Θεά


Ψυχρή Θεά
Κίνησες ξανά να δείς την λαμπρή κόρη του νυχτερινού ουρανού
μα την ομορφιά της θόλωνε το πλήθος
και η απουσία εκείνου ή εκείνης που θα δικαιολογούσε την μαγεία
που άλλοτε ασκούσε στην ψυχή σου το σιωπηλό της φώς
Το λευκό της φώς που τώρα καμία θέρμη δεν σου προκάλεσε
αλλά αντίθετα, έκοβε η ψυχρή του λάμψη σαν ξυράφι,
τις αιθέριες ίνες που κάποτε σε κράτησαν
σε έναν εξυψωτικό μετεωρισμό.



Και επειδή το ποιηματάκι αφιερώνεται και σε όλους αυτούς που ξεχύθηκαν χθές στην Αθήνα να θαυμάσουν την Σελήνη πιστεύοντας κατά τα γραφόμενα των ειδησεογραφικών δελτίων πως το μέγεθος της και η λάμψη της εξαρτώνται από τις επιστημονικά μετρήσιμες αποστάσεις από την γή μια μικρή συνέχεια στίχων και ένα τραγουδάκι





Και κάπως έτσι αντί να βρεις τον θαυμασμό
Βρέθηκες να χάνεσαι...
ανάμεσα στο πλήθος των εξίσου χαμένων ψυχών
που ασκόπως περπάτησαν Τα πλακόστρωτα σοκάκια
Μη γνωρίζοντας καν
Τι είναι αυτό που αναζητούν
Τι είναι αυτό που τους έλειψε
... και ουδέποτε το βρήκαν.




Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Από αθάνατα χέρια, με ουράνια χαμόγελα.




Όλα τα σχέδια που η φαντασία σου ζωγράφιζε
στον καμβά της ζωής

γραμμένα με μελάνη που φθίνει και σβήνει γίναν.
Άλλα γρήγορα, άλλα αργότερα, αφήνοντας σελίδες κενές,
καθώς δεν μένει για πολύ, 
θνητή μπογιά 
πάνω σε άφθαρτο υπόστρωμα


Και ίσως, μόνο σε κάποιον πίνακα 
καμωμένο από την βούληση και την ισχύ των Θεών
να βρίσκεται κάτι δικό σου.
Παραπλήσιο με αυτά που σχεδίασες, 
συγγενικό με αυτά που ονειρεύτηκες.

Αν έτσι το θέλησαν, 
τ' αθάνατα χέρια και τα ουράνια χαμόγελα.

Και αν τίποτα, όμως, δεν βρεις εκεί, δικό σου
μην θυμώσεις και κατά των Ουρανών μην στραφείς.
Ωραίο πράγμα να μπορείς μόνος να ζωγραφίζεις, 
μα δεν είναι δα μικρό και ασήμαντο
και ίσως να είναι και πιο μεγάλο
αυθόρμητα να θαυμάζεις των άλλων τα καλλιτεχνήματα
και σαν μικρός θεός και εσύ να χαμογελάς.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Στο νέκταρ των ασφόδελων



I wandered lonely as a cloud
That floats on high over vales and hills
When all at once I saw a crowd
A host of dancing daffodils;
Along the lake, beneath the trees,
Ten thousand dancing in the breeze. 
- W. Wordsworth, CCLIII. Daffodils

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.  
- Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη


Σαν ήμασταν αθώοι μικροί στον όμορφο λειμώνα
δεν παίζαμε με τα πουλιά μήτε την ανεμώνα
μόνο στην άκρη στο νερό, που έσβηνε ο ήλιος
των ασφοδέλων ο στρατός, μας όριζε το βιος

Δεν γέλαγαν δεν χόρευαν, αέρας δεν φυσούσε
ούτε μελίσσια ρούφαγαν, την γλύκα που κοσμούσε
τα άσπρα άνθη τα κλειστά, που πάλευαν να ανοίξουν
ν' αστράψουν οι παλιές ψυχές, προτού ξαναγυρίσουν

να πιουν κρυφά απ' την πηγή που γέμιζε την λίμνη
και πότιζε από βαθιά, τις ρίζες στο καμίνι
που γύρω τους τσουρούφλαγε, σαν της ζωής το πάθος
μα ήταν η ζέστη του ψυχρή, σαν του θάνατου θάμβος.

Και εμείς κοιτώντας τα αυτά, σκεφτήκαμε τον δρόμο
που πήραμε πολλές φορές, υπάκουοι στον Νόμο
κι' αντανακλούσαν τα νερά, τα πρότερα μας λάθη
άραγε μάθαμε απ' αυτά ή μας καλούν τα βάθη;

... Στο νέκταρ των ασφόδελων, τρυγούν οι μέλισσες τις μνήμες των περασμένων τους ζωών.


Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ένα ολόκληρο, δύο ημιτελή



Το βοριαδάκι
Κινεί τις λεπίδες του
κοντού γρασιδιού

Σπαθιά χιλιάδων
πράσινων πολεμιστών

ή κύματα μιας
παράξενης θάλασσας


Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Διστακτικό τραγούδι



Διστακτικό τραγούδι (στις οφειλόμενες εμμονές)

Διστακτικά τιτίβισε, σαν κρύφτηκε ο ήλιος,
ο κότσυφας μη ξέροντας το σύννεφο τι φέρνει.
Μα είτε μπόρα και βροχή, είτε δροσιάς το χάδι
να τραγουδά δεν σώπασε ωσότου αποθάνει



Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Δώρα ζωής απορίες θανάτου




Θεά όπως με στόλιζες, απλόχερα με δώρα,
δεν μου δωσες την αγκαλιά να τα χωράει όλα.
Γιατί έτσι όπως προσπαθώ, κάποια έστω να χωρέσω
φοβάμαι μην διαλέγοντας σε ύβρη υποπέσω. 







συχνά αναρωτήθηκα
αν ησυχάζουν οι νεκροί βαθιά κάτω στο χώμα

ή τους ταράσσουν...- ξυπνώντας μνήμες και όνειρα-
                                    ....τα βήματα αυτών που περπατούν ακόμα.


Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

ἑτερόρροπα θεῶν δῶρα

Σήμερα, έκανα ένα μικρό πέρασμα, για πολλοστή φορά, στην παλατινή ανθολογία. Στάθηκα λίγο στον Ριανό τον Κρή του οποίου καμιά δεκαριά επιγράμματα διασώζει η συλλογή. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο μου κίνησε την περιέργεια, ενώ δεν τον είχα προσέξει ποτέ πριν, και τον έψαξα.

Η Σούδα λέει:
Ριανός ο και Κρής, ων Βηναίος. Βήνη δε πόλις Κρήτης. τινές δε Κεραϊτην, άλλοι δε Ιθώμης της Μεσσήνης αυτόν ιστόρησαν. ούτος δε ην της παλαίστρας πρότερον φύλαξ και δούλος, ύστερον δε παιδευθείς εγένετο γραμματικός, σύγχρονος Ερατοσθένους. έγραψεν εμμέτρως ποιήματα Ηρακλειάδα εν βιβλίοις δ'.

Μάλιστα έπεσα πάνω σε ένα άλλο σωζόμενο απόσπασμα του, το οποίο μας μεταφέρθηκε από τον Στοβαίο (3.4.33) στο κεφάλαιο Περὶ ἀφροσύνης, και μιας και οι καιροί που ζούμε είναι ιδιαιτέρως αλαζονικοί και υβριστικοί το μεταφέρω.

Ἦ ἄρα δὴ μάλα ἁμαρτίνοοι πελόμεσθα
ἄνθρωποι, φέρομεν δὲ θεῶν ἑτερόρροπα δῶρα
ἀφραδέϊ κραδίῃ. βιότοιο μὲν ὅς κ' ἐπιδευὴς
στρωφᾶται, μακάρεσσιν ἔπι ψόγον αἰνὸν ἰάπτει
ἀχνύμενος, σφετέρην δ' ἀρετὴν καὶ θυμὸν ἀτίζει,
οὐδέ τι θαρσαλέος νοέειν ἔπος οὐδέ τι ῥέξαι,
ἐρριγὼς ὅθι τ' ἄνδρες ἐχεκτέανοι παρέωσιν,
καί οἱ θυμὸν ἔδουσι κατηφείη καὶ ὀϊζύς.
Ὃς δέ κεν εὐοχθῇσι, θεὸς δ' ἐπὶ ὄλβον ὀπάζῃ
καὶ πολυκοιρανίην, ἐπιλήθεται οὕνεκα γαῖαν
ποσσὶν ἐπιστείβει θνητοὶ δέ οἱ εἰσὶ τοκῆες,
ἀλλ' ὑπεροπλίῃ καὶ ἁμαρτωλῇσι νόοιο
ἶσα Διὶ βρομέει, κεφαλὴν δ' ὑπέραυχον ἀνίσχει,
καίπερ ἐὼν ὀλίγος, μνᾶται δ' εὔπηχυν Ἀθήνην,
ἠέ τιν' ἀτραπιτὸν τεκμαίρεται Οὔλυμπόνδε,
ὥς κε μετ' ἀθανάτοισιν ἀρίθμιος εἰλαπινάζῃ.
Ἡ δ' Ἄτη ἁπαλοῖσι μετατρωχῶσα πόδεσσιν
ἄκρῃς ἐν κεφαλῇσιν ἀνώϊστος καὶ ἄφαντος
ἄλλοτε μὲν γραίῃσι νεωτέρη, ἄλλοτε δ' αὖτε
ὁπλοτέρῃσι γρηῦς ἐφίσταται ἀμπλακίῃσιν,
Ζηνὶ θεῶν κρείοντι Δίκῃ τ' ἐπίηρα φέρουσα. 

Λοιπόν, αλήθεια, οι άνθρωποι έχουμε νου που σφάλλει
κι αλόγιστα κρατούμε των θεών τ’ άστατα δώρα:
όποιος γυρίζει δίχως βιος εδώθε κείθε, πίκρα
γεμάτος στους μακάριους βαρειές ρίχνει βλαστήμιες
και την αξία του αψηφά και τη δική του ανδρεία.
δεν έχει  θάρρος να μιλεί μηδέ  κάτι να πράξει,
τρεμούλα νιώθει σα βρεθεί με πλούσιους κτηματίες
και την καρδιά η βαρυθυμιά τού τρώει κι η μιζέρια.
Και κείνος που καλοπερνά και πλούτη ο θεός τού δίνει
κι ηγεμονία πολύ τρανή, ξεχνά πως με τα πόδια
πάνω στο χώμα περπατεί κι από θνητούς βαστάει .
απ’ το περίσσιο ξύπασμα και τη στραβή του σκέψη
βροντά σα Δίας, ο μικρός, κι αγέρωχο στυλώνει
το κεφάλι .  την Αθηνά με τα πανώρια χέρια
νύφη του παίρνει και τηρά του Ολύμπου μονοπάτι
να βρει, με τους αθάνατους μαζί να ξεφαντώσει.
Ωστόσο ελαφροπάτητη ξοπίσω τους η Άτη
απρόσμενη κι αθώρητη, απ’ τα κεφάλια πάνω
διαβαίνοντας είτε σα ναι κοπέλλα γερασμένες
φτάνει τις αμαρτίες ή, γερόντισσα, τις νέες,
κάνοντας χάρη στο μεγάλο Δία και στη Δίκη.
Νεοελληνική απόδοση του Μίνωος Κοκολάκη


Θέλουν σωφροσύνη τα ετερόρροπα των θεών δώρα.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

139 νέοι Ύμνοι της Εθνικής Ελληνικής Θρησκείας

Τα υμνητικά προς τους θεούς άσματα ήταν μια βασική λατρευτική πράξη κατά την αρχαιότητα. Σήμερα, οι ύμνοι συγχέονται συχνά με τις προσευχές αλλά η ουσιαστική διαφορά είναι πως οι ύμνοι δεν είναι σκέτος λόγος αλλά λόγος μετά μελωδίας. Παρουσιάζονταν σε επίσημες εορτές, διάσημοι μουσουργοί λάμβαναν μέρος σε αγώνες, και αφιερώνονταν σε ιερά προς τιμήν της θεότητας. Ως εκ τούτου οι ύμνοι δεν είχαν τον χαρακτήρα παγιωμένων θεολογικών κειμένων τα οποία κάποιοι ιερείς έψελναν  σε συγκεκριμένες τελετές, όπως γίνεται σήμερα στις μονοθεϊστικές θρησκείες, παρ' όλα αυτά υπήρχαν και περιπτώσεις ύμνων που γίνονταν σουξέ ενώ κάποια άλλα θρησκευτικά άσματα μοιάζουν στον χαρακτήρα μετάδοσης τους με τα παραδοσιακά τραγούδια και εκτελούνταν όντως σε συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως πχ ο υμέναιος.


Καθώς μας έχουν διασωθεί ελάχιστα τέτοια άσματα από την αρχαιότητα (ή και προσευχές), λογικό είναι η μοναδική συλλογή των λεγόμενων "Ορφικών Ύμνων" να έχει μεγάλη σημασία, τόσο θεολογική, όσο και πρακτική για τους σύγχρονους πολυθεϊστές. Καθώς μάλιστα το ύφος τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, για παράδειγμα το παρακλητικό κλείσιμο, τους διαφοροποιούν μεν από τους παραδοσιακούς ύμνους, αλλά τους φέρνουν πιο κοντά στις σύγχρονες θρησκευτικές αντιλήψεις, έχουν μια πολύ ευρεία διάδοση και έχουν αποκτήσει μια αντιστρόφως ανάλογη, σε σχέση με την αρχαιότητα, χρηστικότητα. Στα πλαίσια αυτά, σε συνδυασμό με την άγνοια στα περί των ύμνων/προσευχών κτλ, όπως αυτά προαναφέρθηκαν αρκετοί είναι οι σύγχρονοι πολυθεϊστές οι οποίοι αναπτύσσουν μια τελείως στρεβλή αντίληψη για αυτά τα κείμενα και την χρησιμότητα τους, εκδηλώνοντας μια φετιχιστική, ή μαγικοθρησκευτική στάση απέναντι  τους, με αποτέλεσμα μάλιστα να κριτικάρουν αρνητικά την παραγωγή νέων ύμνων ή προσευχών, στάση την οποία έχουμε συχνά αντιμετωπίσει και στην κοινότητα.



Τα λέω αυτά, χωρίς να έχω σκοπό να γράψω κάποιο κείμενο ειδικά για το ζήτημα, μόνο και μόνο για να καταδείξω πόσο σημαντικό είναι όταν κάποιος καταφέρνει και ξεφεύγει από αυτό το κλίμα και παράγει νέους "ύμνους" (τα αποσιωπητικά γιατί μιλάμε για λόγο) σήμερα. Τέτοια είναι η περίπτωση του κ. Γεωργίου Πάσσαλη, στο έργο του οποίου θέλω να αναφερθώ.

Σε επαφή με κάποιους, αρκετούς, ύμνους του ήρθα πριν αρκετό καιρό μέσω του φόρουμ του 12830 και μου έκανε εντύπωση η πολύ προσεγμένη δουλειά του. Ο φορουμικός Παλλάδιον, εμπνέεται προφανώς από τους Ορφικούς ύμνους και ακολουθώντας πιστά τα πρότυπα τους γράφει 139 καινούργια "ποιήματα" στην νεοελληνική, τα οποία θέλω να πιστεύω χαροποιούν τους θεούς όπως και τα υμνητικά άσματα του παρελθόντος. Πατώντας στις σταθερές βάσεις των παραδεδομένων, αρκετά από  αυτά είναι δύσκολα διακριτά από τις νεοελληνικές αποδόσεις των Ορφικών Ύμνων ενώ σε άλλα οι προσωπικές πινελιές και η ιδιαίτερη ανάγνωση ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών των θεοτήτων εκ μέρους του συγγραφέα είναι πιο εμφανής, χωρίς ωστόσο να ξενίζει καθόλου. Ίσα ίσα αποδεικνύει πόσο ζωντανή μπορεί να είναι η παράδοση όταν οι ρίζες του παλιού δίνουν ζωή σε νέα κλαδιά.

Με μεγάλη λοιπόν χαρά, πληροφορήθηκα χθές πως το εν λόγω έργο αναρτήθηκε απο τον συγγραφέα υπό την μορφή δωρεάν E-book το οποίο μπορούμε να κατεβάσουμε εδώ, κάτι το οποίο ασφαλώς σας προτρέπω να πράξετε. Αν θέλετε, καλό θα ήταν να αφήσετε και ένα σχόλιο για τον Παλλάδιον, για την πολύ καλή δουλειά που έκανε, από εμένα σίγουρα έχει ένα μεγάλο μπράβο.
Κλείνω εδώ μεταφέροντας έναν "ύμνο" του για τον Πάνα ακολουθούμενο από μια νεοελληνική απόδοση του Ορφικού για τον ίδιο θεό από το eleusis69 για να δείτε πόσο κοντά είναι τα δύο κείμενα παρά την δισχιλιετή χρονική τους απόσταση.

107. ΤΟΥ ΠΑΝΟΣ
Επικαλούμαι τον Πάνα, τον βουκολικό θεό, τον αγλαόφημο,
τον πολυδόξαστο, τον πολύτρανο υιό του θεϊκού μαντατοφόρου,
αυτόν που η ομορφόποδη Δρυόπη έφερε στο φως στην πανίερη γη της Αρκαδίας˙
έλα μακάριε θεέ, εραστή της άγριας φύσης, πολύκροτε,
λαμπρότριχε, κερασφόρε, ποιμενικέ, τραγοπόδαρε βακχευτή,
που την αιχμηρή βουκέντρα στο χέρι των βοσκών οδηγείς,
κι όλα τα ζωντανά πλάσματα˙ όσα υποταγμένα σε χλωρόκαρπα λιβάδια τρέφονται,
κι όσα ελεύθερα σε βαθύσκιωτους τόπους πλανιούνται,
με γλυκόηχο αυλό εξουσιάζεις, πολύμορφε, δασοδίαιτε, πανόλβιε,
ποιμενικέ, που με τις καλλίζωνες Ναϊάδες ιερουργείς
μέσα σε δροσερές Αρκαδικές σπηλιές, και σε καταγάλανα, κρυστάλλινα νερά,
αγνέ αυλητή του κόσμου, που με μόνη συντροφιά την Ηχώ σε μέρη πολυδαίδαλα πλανιέσαι, πολυχαρή θεέ, συγχορευτή του κισσοστέφανου Βάκχου,
που μαζί με τις λυγερόκορμες Ορεστιάδες τον χορό της ζωής οδηγείς,
τις αιολόμορφες νεφέλες ξεσηκώνοντας με της σύριγγας τους θαυμάσιους ήχους,
σμίγοντας το δάκρυ του πατέρα Ουρανού με της πανθρέπτειρας θεάς το άχραντο σώμα,
ω πολύβουλε άνακτα, άφθαρτε, αμόλυντε, μειλίχιε, φρικτέ, φανερέ και αφανή,
ρητέ και άρρητε, που πολυειδείς οπτασίες γεννάς,
και τον ολέθριο πανικό στα φρένα των ανθρώπων σπέρνεις.
Χαίρε παντοδότη, Πάνα αυξητικέ, που τα πάντα μ’ εσένα βλαστάνουν,
κι ολόκληρη η πλάση, εκστατική, με ύμνους τον ερχομό σου αναγγέλλει.
Σ’ εσένα δέομαι, ω παντογόνε, να έλθεις με πρόσωπο ευμενές,
σβήνοντας κάθε φόβο ζοφερό, και χαρίζοντας στις ψυχές την πολυπόθητη ηρεμία.

Ορφικός ύμνος Πανός (θυμίαμα ποικίλα)
Τον Πάνα προσκαλώ τον ίσχυρόν, των ποιμενικόν το σύμπαν του κόσμου (το κοσμικόν σύμπαν) τον ούρανόν και την θάλασσαν και την γήν πού είναι βασίλισσα των πάντων, και το αθάνατον πυρ διότι αυτή είναι τα μέλη του Πάνος. Ελα εσύ πού είσαι μακάριος, πηδηχτής, πού τρέχεις γύρω. και κάθεσαι στον ίδιο θρόνο με τάς ώρας (τάς έποχάς) εσύ πού τα μέλη σου μοιάζουν με της γίδας, ό μανιακός, πού εύκολα ενθουσιάζεσαι και περνάς τη ζωή σου μέσα σε σπήλαια· εσύ υφαίνεις την άρμονίαν του κόσμου με παιχνιδιάρικο τραγούδι, εΐοαι ό βοηθός των φαντασμάτων και ό δημιουργός μεγάλων φόβων εις τους ανθρώπους· χαίρεσαι να είσαι στις πηγές με γιδοβοσκούς και βοίδοβοσκούς και βλέπεις μακρυά, είσαι κυνηγός, φίλος της Ηχους, καί χορεύεις μαζί με τις νύμφες παράγεις τα πάντα, είσαι πατέρας των πάντων, εσύ ό θεός με τα πολλά ονόματα είσαι κυρίαρχος του κόσμου, αύξητής (συντελείς εις την αύξησιν), φέρεις το φως, είσαι ό καρποφόρος Παιάν χαίρεσαι στα σπήλαια, υπερβολικά θυμώνεις, καί είσαι αληθινός (πραγματικός) Ζευς με κέρατα διότι εις εσένα στηρίζεται το άπέραντον δαπεδον της γης καί υποχωρεί το βαθύ ρεύμα του ακαταπόνητου πόντου.
καί ο Ωκεανός ελίσσεται γύρω από τ ην γήν μέσα στα νερά· καί το έναέριον μέρος (μερίδιον) της τροφής, πού είναι σπινθήρ ζωής εις τα ζωντανά καί το μάτι του ελαφρότατου πυρός επάνω από την κορυφήν διότι αυτά τα θεϊκά, πού είναι πολυποίκιλα, προχωρούν (κινούνται) δια των ιδικών σου εντολών συ μεταβάλλεις τάς φύσεις (την φυσικήν κατάστασιν) όλων τον πραγμάτων κατά τάς ίδικάς σου προβλέψεις καί τρέφεις το γένος των ανθρώπων εις τον άπέραντον κοσμον.
Άλλα βάδιζε (έλα) εις τάς ίερωτάτας σπονδάς συ ό μακάριος, πού είσαι γεμάτος από βακχικήν μανίαν. Ο ενθουσιώδης, καί δόσε να εχωμεν καλόν τέλος του βίου καί δίωξε την μανίαν του πανικού (τον μανιακον πανικόν) εις τη πέρατα της γης.

Και μιας και αναφέραμε πως ο ύμνος θέλει μουσική, ας βάλω και μια δική μας προσπάθεια με την ελπίδα στο μέλλον να μπορέσω -  εαν και εφ' όσον ο ίδιος το θέλει- να μελοποιήσω και κάποιους από τους καινούργιους 139. 


Το νέο ποίημα της Σαπφούς - Νεοελληνική απόδοση

Σίγουρα όλοι θα διαβάσατε την είδηση με την ανακάλυψη δυο άγνωστων μέχρι τώρα ποιημάτων της μυθικής πια ποιήτριας από την Λέσβο. Απ' ότι φαίνεται οι πάπυροι από την οξύρρυγχο συνεχίζουν να κρύβουν μυστικά και μάλιστα τεραστίου μεγέθους καθώς η ανακάλυψη ανάμεσα στα σχετικά ασήμαντα πρωτοχριστιανικά κείμενα, ενός αρχαίου ποιήματος τέτοιας εμβέλειας είναι ότι πιο κοντινό σε θαύμα μπορεί να συμβεί. Και όχι μόνο αυτό αλλά το ένα εκ των δύο ποιημάτων σώζεται σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό, ίσως το δεύτερο πιο ολοκληρωμένο ποίημα της Σαπφούς που έχουμε πλέον. Δυστυχώς το δεύτερο είναι τραγικά αποσπασματικό και δεν μπορεί να ανακτηθεί σε κάποια πιο ολοκληρωμένη μορφή, αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας, η Αγαθή Τύχη ήδη μας χάρισε περισσότερα απ' όσα οι περισσότεροι θα έλπιζαν.

Στο Fb γκρούπ της κοινότητας σήμερα ένας φίλος (Εύγε Νικόλα) έκανε μια πρώτη προσπάθεια νεοελληνικής απόδοσης του εν λόγω ποιήματος και με μεγάλη χαρά την αναδημοσιεύω. Σημειωτέων τα δύο αντρικά ονόματα τα οποία εμφανίζονται στο ποίημα είναι κατά πάσα πιθανότητα οι δύο αδελφοί της ποιήτριας.



ἀλλ’ ἄϊ θρύλησθα Χάραξον ἔλθην
αλλά όλο λέτε οτι ο Χάραξος
νᾶϊ σὺµπλέαι
με πλοίο γεμάτο πλέει προς τα δω,
τὰ µέν̣, οἴο̣µα̣ι, Ζεῦς
τόσα υποθέτω, ο Ζευς μόνον γνωρίζει
οἶδε σύµπαντέσ τε θέοι.
κι οι υπόλοιποι θεοί.


σὲ δ’̣ οὐ χρῆ .
εσύ αυτά ανάγκη δεν υπάρχει
ταῦτα νόεισθαι,
να τα βάζει ο νους σου,
ἀλλὰ καὶ πέµπην ἔµε καὶ
μα εμένα στείλε και πρόσταξε
πόλλα λί̣σσεσθαι̣ βασί̣λ̣η̣αν Ἤ̣ραν
προσευχές πολλές στην Ήρα την βασίλισσα
ἐξίκεσθαι τυίδε σάαν ἄγοντα
ν' απευθύνω, ώστε να φτάσει εδώ
νᾶα Χάραξον,
ο Χάραξος μ' ανέπαφο το πλοίο,
κἄµµ’ ἐπεύρην ἀρτ̣έ̣µεας.
και να μας βρει ασφαλής.


τὰ δ’ ἄλλα
για τ' άλλα
πάντα δαιµόνεσσιν ἐπι̣τ̣ρόπωµεν
στους δαίμονες όλα ας τ' αποθεσουμε
εὐδίαι̣ γ̣ὰρ̣ ἐκ µεγάλαν ἀήτα̣ν̣
γιατί η αντάρα παντ' ακολουθεί
αἶψα πέ̣λ̣ο̣νται.
τη γαλήνη του πελάγου.
τῶν κε βόλληται
όσων την μοίρα επιθυμεί
βασίλευς Ὀλύµπω
ο άρχοντας του Ολύμπου
δαίµον’ ἐκ πόνων ἐπάρ-.-.-.
τώρα από άσκημη ...(σε ήπια )
`ω΄γον ἤδη περτρόπην,
να τρέψει,
κῆνοι µ̣άκαρες πέλονται
Μάκαρες είναι
καὶ πολύολβοι.
κι ασύγκριτοι στην τύχη.


κἄμμες, αἴ κε τὰν κεφάλαν ἀέρρῃ
όσο για μας, ο Λάριχος
Λάριχος καὶ δήποτ᾽ἄνηρ γένηται,
αν ποτέ άντρας γίνει
καὶ μάλ’ἐκ πόλλ...η... -
το κεφάλι του...πάρα πολύ...
`αν ́ βαρ̣υθύμ̣ιάν̣ κεν .
απ' έγνοιες πολλές
αἶψα λύθειμεν.
.εμάς θα απαλλάξει.

Επίσης για τους αγγλόφωνους φίλους μια αγγλική μετάφραση την οποία βρήκα εδώ

Poem I
But always you babble that Charaxus is coming
With a full ship. These things, I suppose, Zeus knows
and all the other gods—but you
don’t need to understand them.
Just send me and instruct me
to pour out prayers to Queen Hera;
and beg that, steering his boat here
unharmed, Charaxus
finds us safe and sound. The rest,
let’s consign it all to the stars,
for fair winds suddenly appear
out of great gales.
Those whose fortune the Olympian King
turns back from sorrow—
They are happy
and shine with blessings.
And we, if Larichus ever lifts his head
to become a man,
from great heavy-heartedness we’d be
quick released.
Poem II (Fragment)
How could anyone not gorge always
Cyprian goddess, whomever you should love
and fervidly wish to call back to you?
You have …
Having summoned me idly you cut
longing …  :