Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Ελλήνων αφηγήσεις - Συνεντεύξεις Ρ. Αναστασάκη και Β. Ρασσιά

Στο προσωπικό δικτυακό Project "Ελλήνων Aφηγήσεις" του Μηνά Παπαγεωργίου ανέβηκαν πρόσφατα, μετά από ένα μεγάλο διάλειμμα, δύο ακόμα συνεντεύξεις (σχολιασμός στην πρώτη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο εκδότης του περιοδικού Δαυλός Λάμπρου εδώ), σημαινόντων προσώπων του "ελληνοκεντρικού" χώρου, τις οποίες άκουσα με προσοχή και θα ήθελα να σχολιάσω. Ο σχολιασμός θα γίνει όχι τόσο στεκόμενος στα επιμέρους ζητήματα που συζητιόνται, εξάλλου μεγάλο μέρος των συνεντεύξεων, και λογικό είναι αυτό, αναλώνεται στα εύπεπτα βιογραφικά στοιχεία των συνεντευξιαζόμενων και στο τι έκανε πρώτος ο καθένας κερδίζοντας επάξια μια τιμητική θέση στον χώρο, όσο στην γενική αύρα που αναδύεται και σε θέματα ή σημεία που κατά την γνώμη μου δεν αναλύονται και δεν σχολιάζονται, ενώ αυτά ίσως να ήταν πιο σημαντικά, και για την ευρύτερη κατανόηση των προσωπικοτήτων που παρουσιάζονται, αλλά, κυρίως, για την κατανόηση της πορείας και των διεργασιών, ιδεολογιών και φαινομένων του ίδιου του χώρου που απασχολεί σε αυτό το project τον συγγραφέα. Μάλιστα μου κάνει εντύπωση πως δεν ρωτιούνται ορισμένα πράγματα έτσι όπως οδηγούνται από τις ίδιες τις συζητήσεις. 

Το πρώτο τέτοιο ζήτημα που αμέσως προκύπτει από τις συνεντεύξεις και που θα προκύψει και από πιθανές επόμενες με αντίστοιχες προσωπικότητες (πχ Π. Μαρίνη, Μ. Βερέττα κτλ) είναι ο χρόνος δράσης και εμφάνισης. Ο Αναστασάκης μας λέει πως ιδρύει το Ιδεοθέατρο το 1991 ενώ ο Ρασσιάς την ίδια εποχή ξεκινάει να εκδίδει το Διιπετές (μάλιστα από τους κόλπους της άσχετης με τον χώρο Ανοιχτής Πόλης) και συγγράφει τα πρώτα του σχετικά βιβλία. Για το ζήτημα αυτό θα ήθελα μια ανάλυση των συγγραφέων στο πώς εξηγούν αυτή την πολύπλευρη και ταυτόχρονη ανάδυση του "ελληνοκεντρικού χώρου", καθώς κάτι τέτοιο δεν γίνεται εμφανές ούτε καν σαν αίσθηση στα παρεχόμενα από αυτούς βιογραφικά στοιχεία. Δηλαδή, το αν κάποιος οδηγήθηκε εκεί από τον Παπαδιαμάντη που διάβαζε πιτσιρικάς ή από έναν Ινδιάνο που του μίλησε για την γλώσσα στην οποία ονειρεύεται είναι ωραίες ατάκες για την συνέντευξη αλλά δεν δείχνουν καμία ενσυναίσθηση των ευρύτερων διαδικασιών που εν ολίγοις τους δημιούργησαν (Για παράδειγμα στην Γαλλία και σε πολύ σοβαρότερο και ευρύτερο επίπεδο ανάλογες συζητήσεις έχουν ξεκινήσει 10+ χρόνια πριν με το σημαδιακό έργο του 81 του Benoist "Comment peut-on être païen" ενώ ήδη από το 82 η Ελεύθερη Σκέψις έχει εκδόσει το "Η Θρησκεία τηςΕυρώπης" του ίδιου. Αν το πάμε και παραπέρα θα δούμε πως πχ το "The new polytheism" του D.L. Miller είχε εκδοθεί το 71! ). Και δεν είναι μόνο οι κοινωνικές συνθήκες ή μια ασαφής αύρα που επιτρέπει την γέννηση του ελληνοκεντρικού χώρου αλλά πιθανώς και άλλοι πιο ειδικοί παράγοντες τους οποίους καλό θα ήταν αν υπάρχουν να μπορούν να τους αναγνωρίσουν αν όχι αναλύσουν αυτοί που έζησαν τα πράγματα εν τη γενέσει τους.

Σε συνέχεια των παραπάνω και κυρίως λόγω της προσπάθειας ανάδειξης της μοναδικότητας τους (που αδιαμφισβήτητα υπάρχει)  κανείς από τους συνεντευξιαζόμενους δεν περιέχει, ή απλά υποβαθμίζει, στο αφήγημα του, τις μεταξύ τους σχέσεις, επαφές και πιθανές αλληλοεπιρροές ή διαμορφώσεις που τους οδήγησαν σε συγκεκριμένες επιλογές, θέσεις ή στάσεις, οι οποίες τελικά καθόρισαν τα ιδιαίτερα τους χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, από τις αρχές της δεκαετίας του 90 μέχρι και τα μέσα-τέλη του (περίοδο πρώτης μάζωξης στον Όλυμπο, δημιουργία του ΥΣΕΕ κτλ) Ραδάμανθυς, Ρασσιάς, Μαρίνης, Ολύμπιος και άλλοι ήταν οι 30-40 όλοι και όλοι άνθρωποι ανά την ελληνική επικράτεια (όπως αναφέρει ο Ρασσιάς για την πρώτη συνάντηση στο σπίτι του Τρύφωνα) οι οποίοι καλλιεργούσαν και πάσχιζαν για αυτές τις ιδέες και μεταξύ τους γνωρίζονταν, συνεργάζονταν, αγαπιόνταν ή μισιόνταν, ουσιαστικά αλληλοεπιδρούσαν άμεσα και δεν εμφανίστηκαν απλά τυχαία ή παράλληλα ακολουθώντας ο καθένας τον δρόμο του όπως ίσως φαίνεται αν σταθούμε στις συνεντεύξεις.

Πηγαίνοντας το θέμα ακόμα πιο πέρα, το κάπως ευρύτερο κοινό που απευθύνονταν όλοι αυτοί, ήταν μια κοινή δεξαμενή με το κοινό του ευρύτερου χώρου της αναζήτησης που επίσης θέριευε την ίδια περίοδο - εποχή δόξας για περιοδικά όπως το "Τρίτο μάτι"-  σε διαφόρους άλλους συλλόγους, αίθουσες, φόρουμ κτλ. Ουσιαστικά σε μεγάλο ποσοστό και πέρα από τις δηλωμένες και υπαρκτές διαφοροποιήσεις ή εστιάσεις, την δεκαετία του 90, ειδικά προς τα τέλη του, κάποιος θα μπορούσε την μια μέρα να πάει σε εκδρομή για την κούφια Γη με το "Τρίτο μάτι", την επόμενη να παρακολουθεί μια διάλεξη του Ρασσιά, την μεθεπόμενη ένα δρώμενο της "φιλοσοφικής ελληνικής θρησκείας" του Ραδάμανθυ και ανάμεσα να έχει διαβάσει κανά Φουράκη ή Κεραμυδά, πολλές φορές μάλιστα όλα αυτά ίσως συνέβαιναν και ταυτόχρονα. Πχ να κάνει εκδρομή το "Τρίτο μάτι", να ανάβει θυμίαμα για τους Θεούς ο Ρασσιάς και ο Κεραμυδάς να τρώει πατατάκια 2 μέτρα πιο εκεί. Όλος αυτός ο κόσμος δεν ενδιαφέρθηκε για την αρχαία Ελλάδα επειδή εμφανίστηκε από το πουθενά ο Ρασσιας η ο Ραδάμανθυς ούτε προφανώς ήταν οι μοναδικές εξαιρέσεις στα 11εκ που πίστευε ο Ρασσιάς πως θα τον βρίζουν για αυτά που έγραφε στο βιβλίο του, παρά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποτελούν εξίσου με τους πρώτους - αν και σε άλλο επίπεδο - αποτέλεσμα των ευρύτερων διαδικασιών που θα ήθελα να αναλύονται ή να αναγνωρίζονται.

Το αμέσως επόμενο βήμα που μας οδηγεί το παραπάνω σκεπτικό και ενισχύεται μάλιστα ακούγοντας τους συνεντευξιαζόμενους να μιλάνε για τις πολυάριθμες εκδηλώσεις της δεκαετίας του 90, ή για τους καθημερινούς καφέδες στο Θησείο με όψιμους ενδιαφερόμενους για τον νέο ιδεολογικό χώρο, είναι τι στο καλό συνέβη με όλο αυτό το κόσμο, με όλες αυτές τις αίθουσες διαλέξεων, τα περιοδικά, το ενδιαφέρον, τις ιδέες κτλ. Και για να το θέσω απλά, θα ήθελα την γνώμη τους στο γιατί ξεφούσκωσε όλο αυτό το αρχαιολατρικό ρεύμα, ταυτόχρονα με την ευρύτερη του διάδοση. Μετά θα ήθελα, εφόσον αυτοί υπήρξαν οι πρωτεργάτες του, μια αυτοκριτική στο αν φταίνε και οι ίδιοι για αυτό. Τι θα έκαναν διαφορετικά σήμερα, τι έγινε λάθος, τι θα μπορούσε να έχει γίνει και αντίστοιχες ερωτήσεις στις οποίες ενδεχομένως να είχαν ενδιαφέροντα πράγματα να πουν. Από την άλλη, αν σε όλο αυτό το φαινόμενο απλά αναγνωρίζουμε μια πρόσκαιρη γενικότερη τάση (αποφεύγοντας έτσι την αυτοκριτική μας), η οποία υπό την πίεση άλλων ισχυρότερων τάσεων ατόνησε, τότε οι αρχαιολατρικές ταυτοτικές αναζητήσεις (η πηγή δηλ του Project του Μηνά) έχουν σήμερα κάποιο αντίστοιχο νόημα με αυτό που ξεκίνησε την δεκαετία του 90, όταν απλά έμειναν κάποιοι άνθρωποι που είτε βιοπορίζονται από αυτό είτε στην διαδρομή ταύτιστηκαν με αυτό και απλά θα απωλέσουν τον εαυτό τους αν εξαφανιστεί και το αντικείμενο ενδιαφέροντος;

Στα πιο ειδικά θέματα, βρίσκω τουλάχιστον δύο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις για περαιτέρω ερωτήσεις και ανάλυση στα ζητήματα που προκύπτουν στην συνέντευξη του κ. Αναστασάκη. Η πρώτη είναι στο σημείο που αναφέρεται στα μαθήματα αρχαίων ελληνικών και την δημιουργία της "Ελληνικής Αγωγής" η οποία στο ευρύ κοινό έχει ταυτιστεί με το πρόσωπο του Αδωνι Γεωργιάδη. Στο σημείο αυτό θα ήθελα μια ανάλυση των σημείων επαφής του ελληνοκεντρικού χώρου με προσωπικότητες όπως του Άδωνι, το κοινό μετέπειτα δεξιών κομμάτων όπως του Λάος στο οποίο ο εν λόγω "αρχαιολάτρης" ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα κτλ. Θα ήθελα να φανεί τι ξεχωρίζει πχ τον Αναστασάκη που παρέμεινε προσηλωμένος στους σκοπούς του Ιδεοθεάτρου από τον Άδωνι ο οποίος μετά από όλες τις πολιτικές κωλοτούμπες κατέληξε στην νεοφιλελεύθερη Ν.Δ και υπουργός. Και από αυτούς τους δύο ίσως να μπορούμε να βγάλουμε αντίστοιχα συμπεράσματα για το ευρύ κοινό που ενδεχομένως την δεκαετία του 90 ήταν αναζητητές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, το 2000 ψηφοφόροι του Λάος και σήμερα...τι;

Η δεύτερη περίπτωση προκύπτει από τις αναφορές του κ. Αναστασάκη στους δασκάλους του και τις επιρροές του καθώς και στις φιλοσοφικές/θρησκευτικές του ("πυθαγόριες") τάσεις. Στην συνέντευξη αναφέρεται στους Σ. Νάγο και Π. Γράβιγγερ (2), οι οποίοι αμφότεροι υπήρξαν αφενός αρχαιολάτρες (στον βαθμό που ασχολήθηκαν ανάμεσα σε όλα τα άλλα με τα σχετικά θέματα), και αφετέρου Τέκτονες και Θεοσοφιστές (και τα δύο χωρίς ίχνος μομφής). Και οι δύο ήταν σημαίνοντα πρόσωπα και στον ελληνικό τεκτονισμό αλλά και στην διάδοση των θεοσοφικών ιδεών στην ελληνική κοινωνία, είτε με το συγγραφικό τους έργο, είτε με τις ομιλίες τους κτλ. Γνωρίζοντας πως ο ελληνοκεντρισμός σε ένα τεκτονικό/θεοσοφικό περιβάλλον είναι επιθετικός προσδιορισμός μιας τάσης (μπορούμε να διαπιστώσουμε πως τις προηγούμενες δεκαετίες εμφάνισης του Ελληνοκεντρικού κινήματος ο μόνος "χώρος" που ενδιαφέρονταν για τέτοια θέματα ήταν ο τεκτονισμός) ενώ τα δεύτερα ουσιαστική ιδιότητα (όπως αντίστοιχα υπήρξαν ινδουιστοκεντρικοί θεοσοφιστές), εγώ θα ρώταγα τον "Ραδάμανθυ" κατά πόσο λοιπόν η δική του οπτική, διδασκαλία, ομιλίες, έργο κτλ περιέχει ερμηνείες και αναγνώσεις θεοσοφικές και κατά πόσο αρχαιοελληνικές. Η αλλιώς κατά πόσο ο "Πυθαγορισμός" του ομοιάζει με τον μεσαιωνικό και ύστερο δυτικό μυστικισμό - νεοπυθαγορισμό αντίστοιχων ομάδων (μασωνικών κτλ - υπάρχει εξάλλου περιοδικό Πυθαγόρας της μεγάλης στοάς της Ελλάδος) και κατά πόσο με τον Πυθαγορισμό που θα μας παρουσίαζε ένας ιστορικός/φιλόλογος, δρ φιλοσοφίας της αρχαίας Ελλάδος. Οι απαντήσεις νομίζω θα ήταν ενδιαφέρουσες και θα έδιναν έναυσμα για περαιτέρω συζήτηση πάνω στις διαφορετικές προσλήψεις της αρχαίας Ελλάδας στην σύγχρονη Ελλάδα. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να προκύψει και από τις συνεχείς αναφορές και το ενδιαφέρον του κ. Ρασσιά για τους καρμπονάρους και τις μυστικές εταιρίες. Αντίστοιχα στο μέλλον θα μπορούσε να ερωτηθεί το ίδιο πχ ο κ. Μαρίνης σε σχέση με το ενδιαφέρον του για τον Ινδουισμό, τον φυλετισμό, την Σβάστιγκα κτλ. Όλα αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαμε να τα συγκρίνουμε πχ με την περίπτωση του "πνευματικού και μύστη δασκάλου" Ν. Μαργιωρή που κάποια χρόνια πριν, το 1976, ίδρυσε το "Ομακοείο Αθηνών". Και αυτός εξάλλου στο έργο του και στις ομιλίες του θεματολογία της αρχαίας Ελλάδας χρησιμοποιούσε κατά κόρον, γιατί διαφοροποιείται από το ελληνοκεντρικό χώρο της δεκαετίας του 90. Η θεματολογία του σε έργα όπως Η ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΑ ΑΡΙΘΜΟΣΟΦΙΑ, ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΑΥΓΟ πως σχετίζεται ή που ομοιάζει/διαφέρει από τις αντίστοιχες αναζητήσεις και ενδιαφέροντα του κ. Αναστασάκη, ή αναλόγως τι σχέσεις βρίσκουμε μεταξύ του έργου του ΔΡΑΒΙΔΕΣ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ και μεταξύ του "προκατακλυσμιαίου πολιτισμού" του κ. Μαρίνη αν οι δεύτεροι είναι ένα αυτοτελές φαινόμενο των 90s.

Σε γενικές γραμμές η συνέντευξηΑναστασάκη δεν έχει πολύ ζουμί όπως λέει ο λαός καθώς αναλώνεται περισσότερο στα περιαυτολογικά βιογραφικά στοιχεία και τις δράσεις του Ιδεοθεάτρου, αλλά αφήνει μια ευχάριστη επίγευση (ρήτωρ και ηθοποιός γαρ ο συνεντευξιαζόμενος) μαζί με ένα θετικό κλείσιμο. Αυτό ίσως είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να κοιτάξει ο κ. Παπαγεωργίου δηλαδή πως να μην γέρνουν οι συνεντεύξεις προς τα παραπάνω στοιχεία τα οποία εύκολα μπορούμε να τα διαπιστώσουμε από το διαδίκτυο αναζητώντας τους συνεντευξιαζόμενους, εις βάρος της προσωπικής οπτικής, άποψης και μεταφοράς ιστορικών στοιχείων τα οποία δεν μπορεί ο θεατής να μάθει εξίσου εύκολα.

Η δεύτερη συνέντευξη μου άρεσε και μου κράτησε περισσότερο το ενδιαφέρον καθώς ο κ. Ρασσιάς έκανε αυτό στο οποίο είναι ο καλύτερος στον χώρο, ήτοι συζήτηση με αναφορές σε ένα σωρό (εκ πρώτης διαφορετικά) πράγματα με μεγάλες δόσεις ιδεολογίας και πολιτικών κατ' ουσία τοποθετήσεων και αναφορών. Τα επι μέρους προβληματικά που με ενοχλούν (και απορώ γιατί δεν ενοχλήθηκε ο δημοσιογράφος και να κάνει καμιά ερώτηση παραπάνω όταν λαμβάνει απάντηση "γιατί να σου δώσω στοιχεία" :-) ) είναι γνωστά τα έχω αναλύσει αρκετές φορές (συζήτηση προέκυψε μάλιστα και στα σχόλια εδώ) οπότε δεν έχω λόγο να είμαι κουραστικός και να επαναλαμβάνομαι.

Από κει και πέρα, ως γνωστόν, ο κάθε άνθρωπος είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν του καιρού του και όπως ο Μάρουλος διάβαζε Οβίδιο και Λουκρήτιο και στο ύφος αυτών έγραψε τους ύμνους του (φυσικά όχι εκ του μηδενός), έτσι και ο Ρασσιάς διάβαζε Μάρουλο κτλ (και δεν εμφανίστηκε Διιεπετής να τον βρίζουν 11εκ), ο Ραδάμανθυς Νάγο και οι επόμενοι αυτούς, καθορίζοντας, εν πολλοίς, μέσω Μείξις και Ανακύκλισης (sic) το παρόν και το μέλλον μέρους αυτού του χώρου που ονομάζουμε "ελληνοκεντρικός".



Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Ελληνικά και κατάλληλα ονόματα για σκυλιά.



Όπως είναι γνωστό στους περισσότερους, η σχέση των ανθρώπων με τους σκύλους χάνεται στα βάθη της προϊστορίας, καθώς ο πιστός φίλος και φύλακας του άτριχου πίθηκου είναι από τα πρώτα ζώα - αν όχι το πρώτο - που εξημερώθηκε και ανέπτυξε μια συμβιωτική σχέση με αυτόν. Έτσι όλοι οι λαοί έχουν τις ιστορίες τους και τις αναφορές τους για αυτούς, όπως φυσικά και οι Έλληνες. Εκτός βέβαια από την καθημερινή ζωή σκύλους βρίσκουμε και στην μυθολογία-θρησκεία, όπως τον Κέρβερο ή την Λαίλαψ, αλλά και στα σημαντικότερα λογοτεχνικά μας έργα, για παράδειγμα τον φημισμένο Άργο (γρήγορος) του Οδυσσέα, κάτι που δείχνει και την σημασία που έδιναν οι πρόγονοι στους κύνες.

Kι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ’ αυτιά και το κεφάλι του –
ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Tον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα
αναχώρησε να πάει στην άγια Tροία.
Tα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Mετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ’ όπου
του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν
το μέγα τέμενός του.
Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ’ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος. Μτφ. Μαρωνίτη





Ο βασικός ρόλος των σκύλων μέχρι σχετικά πρόσφατα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν εξυπηρετούσε και ώς απλή συντροφιά και παλαιότερα (ειδικά στην αστικοποιημένη ύστερη Ρώμη η βόλτα με ένα σκύλο ήταν Must), ήταν φύλακας, κυνηγός και στα κοπάδια. Αυτός ήταν και ο ρόλος τους και στην Ελλάδα μέχρι πρότινως, όπου η μοντέρνα αστική φιλοζωία αναπτύχθηκε αποκλειστικά προς την άλλη κατεύθυνση, οπότε και ο σκύλος συνήθως πια αποτελεί μια συντροφιά και ενίοτε ένα έμψυχο αντικείμενο κάλυψης των ψυχολογικών ελλειμμάτων των σύγχρονων ανθρώπων, από το να είναι υποκατάστατο παιδιού, μέχρι υποκατάστατο ελαττωματικού πέους ή γκόμενου αναλόγως της περίπτωσης, σύμβολο πλουτισμού και πρεστίζ κτλ.



Αυτή η διαφοροποίηση στην σχέση άλλαξε πολύ και τα παραδοσιακά ονόματα που δίνονταν στους σκύλους και από εκεί που συνήθως αυτά αντιπροσώπευαν ένα χαρακτηριστικό τους, ο κανέλλος, ο μαύρος, ο τρέχας, ή ήταν αποτέλεσμα μιας μαγικής και προσωπικής ακατάληπτης για τους περισσότερους ονοματοδοσίας εκ μέρους του "αφεντικού", ο μπίρλας, ο ντιρλιρας, ο τσουφ, ο μπιριμπο κτλ, καταλήξαμε είτε στα ξενικά ρόβερ, τζακ, μπο, αζόρ και δεν συμμαζεύεται ή σχετικά προσφάτως στα "ψαγμένα ελληνικά" με αποτέλεσμα να βιάζονται όλα τα εύηχα και δισύλλαβα ονόματα των Θεών μας. Σκύλοι με όνομα Ρέα, Ήρα, Δίας αλλά και Φοίβος, Φοίβη ακούγονται καθημερινά. Λογικό από την μία καθώς είναι πιο εύηχα από τα Ααρών, Ισσάκ, Γιαχβέ και Τζεσούα και ακολουθούν την πατροπαράδοτη από τον Ξενοφώντα συνταγή αλλά εξοργιστικό για εμάς τους πολυθεϊστές από την άλλη.

Οπότε μιας και προχθές άκουσα για ακόμα μια φορά έναν συμπαθή κύριο να φωνάζει το εξίσου συμπαθές και μαυρό-καφέ λυκόσκυλο του "Φοίβο" αποφάσισα να γράψω το παρόν ώς μια ελάχιστη συμβολή στην προσπάθεια από την μία να εξυπηρετείται η ανάγκη ελληνικής ονοματοδοσίας των σκύλων μας αφού η κλασική λαική συνταγή δεν κάνει σε όλους και από την άλλη να πάψουν να χρησιμοποιούνται τα ονόματα των Θεών καθώς αυτό είναι ύβρις (όχι πως θα το καταλάβουν τα περισσότερα αφεντικά αλλά λέμε τώρα ίσως με περισσότερες επιλογές γλυτώσουμε κανά "δία" ή καμία "ήρα".




Ο Ξενοφώντας λοιπόν, έχει γράψει ένα έργο, τον κυνηγετικό, καθώς μάλλον ήταν μεγάλος οπαδός του σπόρ (όπως πολλοί στην αρχαία Ελλάδα), στο οποίο σημαντικό μέρος αφιερώνει στις αναφορές για τα σκυλιά, αφού σκυλιά και κυνήγι στην αρχαιότητα πήγαιναν μαζί. Εκεί, εκτός από πολύ καλές και πάντα ισχύουσες οδηγίες (όπως για παράδειγμα στο πως να τα επιβραβεύουμε, στο πώς να τους μιλάμε και να τα ονομάζουμε), μας δίνει και μια λίστα κατάλληλων ονομάτων (47 τον αριθμό) για τα σκυλάκια μας.

τὰ δ᾽ ὀνόματα αὐταῖς τίθεσθαι βραχέα, ἵνα εὐανάκλητα ᾖ. εἶναι δὲ χρὴ τοιάδε:
Ψυχή, Θυμός, Πόρπαξ, Στύραξ, Λογχή, Λόχος, Φρουρά, Φύλαξ, Τάξις, Ξίφων, Φόναξ, Φλέγων, Ἀλκή, Τεύχων, Ὑλεύς, Μήδας, Πόρθων, Σπέρχων, Ὀργή, Βρέμων, Ὕβρις, Θάλλων, Ῥώμη, Ἀνθεύς, Ἥβα, Γηθεύς, Χαρά, Λεύσων, Αὐγώ, Πολεύς, Βία, Στίχων, Σπουδή, Βρύας, Οἰνάς, Στέρρος, Κραύγη, Καίνων, Τύρβας, Σθένων, Αἰθήρ, Ἀκτίς, Αἰχμή, Νόης, Γνώμη, Στίβων, Ὁρμή.

Ορμή μάλιστα λέγανε και το αγαπημένο του σκυλί.


Σε αγγείο του 6ου αιώνα πκχ που απεικονίζεται σκηνή από το κυνήγι του καλυδωνίου κάπρου τους ήρωες συντροφεύουν σκυλιά των οποίων τα ονόματα αναγράφονται επίσης (άλλα 7):

Ορμένος, Μεθέπων, Εγέρτης, Κόραξ, Μάρψας, Λάβρος και Εύβολος.



Σπουδαίος κυνηγός όμως κατά την μυθολογία μας ήταν και ο Ακταίων, ο οποίος δυστυχώς δεν είχε ευχάριστο τέλος. Παρόλα αυτά είχε σύμφωνα με τους μύθους καμιά πενηνταριά σκυλιά να τον συνοδεύουν και οι αρχαίοι μυθογράφοι είπαν να μας αφήσουν μερικές εκδοχές των ονομάτων αυτών. Για παράδειγμα ο Οβίδιος στις μεταμορφώσεις του μας παραδίδει τα εξής :

Μελάμπους, Ιχνοβάτης, Παμφάγος, Δορκαίος, Ορίβασος, Νεβρόφονος, Λαίλαψ, Θήρων, Πτερέλας, Αγρή, Υλαίος, Νάπη, Ποιμενίς, Άρπυια, Λάδων, Δρομάς, Κανάχη, Στικτή, Αλκή, Λεύκων, Άσβολος, Λάκων, Αελλώ, Θους, Λυκίσκα, Άρπαλος, Μελανεύς, Λαχνή, Λάβρος, Αγρίοδος, Υλάκτωρ, Μελαγχαίτης, Θηριδάμας, Ορεσίτροφος.

Του φύτεψε και φόβο στην καρδιά — τρέχει γοργά ο γιος της Αυτονόης,
κι όπως ανοίγει βήμα απορεί πού βρήκε εντός του τέτοια γρηγοράδα.
Κατόπι που είδε μέσα στο νερό τα κέρατα και τη θωριά αλλαγμένη
έκανε να φωνάξει «συφορά!» αλλά φωνή δεν έβγαινε ανθρώπου —
αντίς για τη φωνή το μουγκρητό, και δάκρυα που κύλησαν συνάμα
σε μάγουλα αλλιώτικα· ο νους δεν ήταν πειραγμένος, μόνο τούτος.
Δεν ξέρει τώρα πού να πορευτεί, να βγει στο γυρισμό για το παλάτι
ή να λουφάξει μες στις ρεματιές; Ντροπή το ένα, τ’ άλλο τον τρομάζει.
Δεν έπαιρνε απόφαση, κι εκεί πού στέκονταν τον είδαν τα σκυλιά του,
ο Μαυροπόδης πρώτος κι ο Ιχνευτής, και δώσαν με το γάβγισμα σινιάλο —
ο Ιχνευτής που ήταν Κρητικός, κι ο Μαυροπόδης γέννημα της Σπάρτης.
Από κοντά ορμήξαν κι οι λοιποί, πιο γρήγοροι κι απ’ την πνοή του ανέμου,
Παμφάγος και Βουνίσιος και Δορκεύς, αρκαδικά ζαγάρια και οι τρεις τους
ο Σίφουνας κι ο Ζαρκαδοφονιάς, ο Θηρευτής, γιομάτος αγριάδα,
μαζί κι ο γοργοπόδης Φτερωτός, ο Αγρευτής, λαγωνικό απ’ τα πρώτα,
ο Υλαίος με το τραύμα του νωπό από τα δόντια κάπρου μανιασμένου,
η Νάπη, φύτρα λύκου ή μισή, του κοπαδιού φρουρός η Βοσκοπούλα,
η Άρπυια που έτρεχε μπροστά με ακόλουθους τα δυο της τα κουτάβια,
στα πισινά του πόδια λυγερός ο Λάδωνας από τη Σικυώνα,
Κανάκη, Αστραπή και Παρδαλή, η Τίγρη κι η Αλκή, γεροδεμένη,
ο Άσπρος, με το τρίχωμα λευκό, και ο Μουτζούρης με το σκούρο χρώμα,
ο Λάκωνας, ο πρώτος στην ορμή, και στην τρεχάλα πρώτος ο Τυφώνας,
ο Σβέλτος, η Λυκίσκη και μαζί ο γρήγορος Κυπραίος, ο αδερφός της,
ο Αρπαχτής που είχε καταμεσής στο κούτελο το μαύρο άσπρη βούλα,
η Λάχνη με την τρίχα τη δασιά, και πλάι της ο γκέκας ο Αράπης,
ο Λάβρος, όλο λύσσα, κι ο Δοντάς, που Κρητικός τους φύτεψε πατέρας
κι είχανε μάνα Λάκαινα· εκεί κι ο Αλυχτής με μια φωνή στριγγλιάρα
κι άλλα πολλά, σκυλιά κάθε λογής. Όλα μαζί την άγρα λαχταρώντας
μεσ’ από βράχια, πέτρες και γκρεμνά, στενοποριές και περασιές κλει­σμένες,
σε κακοτράχαλες, απόρευτες μεριές και σε πλαγιές αδιάβατες χυθήκαν.
Εκείνος τρέχει — θήραμα εκεί που κάποτε ο ίδιος κυνηγούσε,
πασχίζει να γλυτώσει απ’ τα σκυλιά που κάποτε τον ήξεραν αφέντη.
Θέλει να τους φωνάξει «είμαι εγώ! γνωρίστε τον αφέντη σας! Ο Ακταίων!»
το θέλει μα του λείπει η μιλιά, κι εκείνα ν’ αλυχτάνε μες στ’ αφτιά του.
Ο Μαυρομάλλης πήρε την πρωτιά και έμπηξε τα δόντια του στη ράχη,
του χύμηξε κατόπιν ο Φονιάς, στον ώμο του καρφώθηκε ο Βουνίτης.
Είχαν ξεμείνει τούτα στην αρχή, μετά πού κόψαν δρόμο μες στα όρη
αφήκαν πίσω τ’ άλλα τα σκυλιά και πρόκαναν να παύσουν τη φυγή του.
Όλο το τσούρμο τώρα είν’ εκεί κι όλα μαζί δαγκώνουν το κορμί του —
αδάγκωτη δεν έμεινε μεριά. Βογγάει αυτός· δεν έλεγες πως είναι
ανθρώπινο αυτό το βογγητό, κι ωστόσο δε βογκούσε σαν ελάφι·
στις ράχες που τις γνώριζε καλά αντιλαλούσε το παράπονό του,
πεσμένος με τα γόνατα στη γης σαν κάποιος που προσεύχονταν, ικέτης,
γυρόφερνε το βλέμμα σιωπηλά λες κι άπλωνε τα χέρια στον εχθρό του.
Κι από κοντά οι συντρόφοι με κραυγές ξεσήκωναν των ζαγαριών το τσούρμο.
Ανήξεροι τον γύρευαν παντού, ρωτούσανε «που να ’ναι ο Ακταίων;»,
κατόπι, σα να βρίσκονταν μακριά, όλοι μαζί φώναζαν το όνομά του
(τον φώναζαν και γύριζε αυτός), ώρα που βρήκε, λέγαν, για να λείψει,
τι τον κρατάει και δεν μπορεί να δει το τυχερό που είχαν στο κυνήγι;
Μακάρι να μη βρίσκονταν εκεί, από μακριά, όπως κι οι σύντροφοι του,
να έβλεπε το έργο των σκυλιών, να μη το νιώθει πάνω στο κορμί του.
Του έμπηξαν τα δόντια, από παντού τον έζωσαν ολάκερη αγέλη,
βλέπαν εικόνα ψεύτρα ελαφιού και ξέσκιζαν του αφέντη τους τα μέλη.
Χίλιες πληγές το δόλιο του κορμί, ξεψύχησε, κι έτσι τον παρατήσαν,
και τότε μόνο, λένε, η θεά εχόρτασε του γδικιωμού τη λύσσα.
Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής. Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους: διαδρομές στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου. Αθήνα: Gutenberg, 2009, σ. 134-138.

Η σύμφωνα με άλλες εκδοχές
...Τα ονόματα τεσσάρων εκ των πεντήκοντα* κυνών του ("Κόραξ, Άρπυια, Χάρων, Λυκόττας") παραδίδονται υπό του Πολυδεύκου.... έτερα δε ονόματαν κυνών τoυ Α. αναφέρονται υπό του Απολλοδώρου ως Λυγκεύς και Βαλίος, Σπαρτός, Ώμαργος και Βορής, οι οποίοι "πρώτοι γαρ μέλαν αίμα πίον σφετέροιο άνακτος"...
Πάπυρος.

έτσι στάθηκαν λοιπόν γύρω από τ' όμορφο κορμί του, σαν να 'ταν αγρίμι,
το κατασπάραξαν οι σκύλοι οι ρωμαλέοι. Πρώτη πρώτη εκεί κοντά η Άρκενα
… ύστερα απ' αυτήν τα θεριωμένα της παιδιά ο Λυκγέας και ο Βαλίος, ξακουστός στα πόδια, και ο [η] Αμάρυνθος Αυτοί που έναν έναν με το όνομά τους όλο τους εφώναζε· και πέθανε ο Ακταίωνας, γιατί το θέλησε ο Δίας. Πρώτοι ήπιαν το μαύρο αίμα του αφέντη τους Ο Σπαρτός και ο Ώμαγρος και ο γοργοπόδαρος Βορής. Και πρώτοι έφαγαν κομμάτια από τη σάρκα του Ακταίωνα και έγλειψαν το αίμα του. Αχόρταγοι κατόπιν χίμηξαν οι άλλοι πίσω τους. Ανακούφιση στους αφόρητους πόνους των ανθρώπων.(Απολλόδωρος 3.30-32)

Νομίζω μερικά ονόματα επιπλέον σε άλλη εκδοχή μας δίνει ο Νόννος στα Διονυσιακά του αλλά βαριέμαι να ψάχνω τώρα. Επίσης σίγουρα περισσότερα θα βρίσκονται σε άλλες ιστορικές κτλ φιλολογικές αναφορές όπως για παράδειγμα ο Περίτας του Αλεξάνδρου (που τόσο τον αγάπαγε - ή τόσο δούλευε τους άλλους) που έδωσε σε πόλη το όνομα του αλλά νομίζω τα παραπάνω αρκούν. Είναι μια καλή εναλακτική λίστα όχι μόνο για απευθείας ξεπατηκοτούρα αλλά και για έμπνευση προς τους μέλλοντες αστούς σκυλόφιλους την ώρα που θα σκέφτονται να ονομάσουν άλλο ένα κανίς "ήρα" ή "δία" ένα pitbull. Αυτό και προσοχή γιατί την επόμενη φορά μπορεί να πετύχετε και κανά "σκύλο" ειδωλολάτρη και να σας δαγκώσει αυτός μόλις ακούσει να αποκαλείτε "φοίβο" τον σκύλο. 



Προσοχή δαγκώνει λοιπόν CAVE CANEM (και μένει ζωντανή και η επιλογή για το λιγότερο εύηχο γιαχ-βε που μοιάζει και ηχομιμητικά με σκυλίσιο. )