Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

Γηροκόμηση, γεροντοκτονία και ευθανασία.


Ένα βασικό κριτήριο του πολιτισμικού επιπέδου των κοινωνιών είναι ο τρόπος που αυτές αντιμετωπίζουν τα γηραιά τους μέλη (όπως επίσης και όλες τις άλλες ομάδες αδυνάτων), ένα ζήτημα με μακραίωνη ιστορία προβληματισμών και διαφοροποιήσεων είτε προερχόμενων από τις εκάστοτε εξωτερικές συνθήκες (κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές, περιβαλλοντολογικές)  οι οποίες μπορεί να διαμορφώνουν τα πλαίσια αντιμετώπισης, είτε από τις ίδιες πολιτισμικές βάσεις οι οποίες καθορίζουν ηθικά και αποδεκτά πλαίσια συμπεριφοράς. 

Γονεῖς αἰδοῦ το 4ο Δελφικό παράγγελμα. 

Στον Μεσογειακό χώρο η μέχρι σήμερα αποδεκτή ηθική είναι πως τα παιδιά οφείλουν στο μέτρο του δυνατού (και πολύ συχνά είς βάρος της προσωπικής τους ποιότητας ζωής ) να γηροκομούν τους γονείς τους ενώ το κοινωνικό κράτος σε όσες χώρες υπάρχει οφείλει να παρέχει υποστηρικτικές υπηρεσίες για όσους δεν τυγχάνουν τέτοιας προσοχής από οικεία τους πρόσωπα. Την ίδια στιγμή σε άλλες περιοχές και σε άλλες χώρες οι άνθρωποι – μετά το πέρας της παραγωγικής τους περιόδου - μπορεί να αντιμετωπίζονται ως πλεονάζοντα ή άχρηστα κοινωνικά σώματα, τα οποία με κάποιο τρόπο θα πρέπει να απομονωθούν. 

Οι διαφορές αυτές δεν είναι άνευ ιστορικού πολιτισμικού βάθους καθώς από την μία μπορεί να βρίσκουμε τους Ερούλους οι οποίοι σύμφωνα με τον Προκόπιο παλούκωναν, δόριζαν και μετά έκαιγαν τους ασθενείς και γέρους τους και από την άλλη την ελληνική περίπτωση όπου οι γονείς πρέπει να αντιμετωπίζονται με τιμές, μικρότερου μεγέθους μόνο κάτω από αυτές που οφείλουν οι άνθρωποι στους θεούς και τους ήρωες. Η Αθηναική μάλιστα νομοθεσία η οποία επέβαλε τα σωστά πρότυπα συμπεριφοράς ως προς αυτό καθώς και οι ανεκδοτολογικές αναφορές περί της συμπεριφοράς των Σπαρτιατών (εν αντιθέσει με τους Αθηναίους) προς τους γεροντότερους μας υποδεικνύουν πως ακόμα και στις περιπτώσεις που η σωστή και ενδεδειγμένη συμπεριφορά είναι κοινωνικώς συμφωνημένη, υπάρχουν περιπτώσεις που η τήρηση της μπορεί να παραμένει δύσκολη. 



Ένα τέτοιο πρόβλημα ερχόμαστε να αντιμετωπίσουμε σήμερα. Με τις κοινωνικές αλλαγές οι οποίες οδήγησαν από τις κλειστές, ολιγομελείς και αυτάρκεις κοινωνικές ομάδες και περιοχές στην σύγχρονη αστική κοινωνία, συν την συνεχώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση, οξύνθηκε η δυσκολία των νέων να φροντίζουν τους γηραιότερους και κάπως έτσι εντάθηκε η ανάγκη της επαγγελματικής γηροκόμησης σε αμφιβόλου ποιότητας δομές και υπηρεσίες, ειδικά όταν συνυπολογίσουμε την οικονομική ανέχεια. Στην αρχαιότητα η αντίστοιχη υπηρεσία θα παρέχονταν από οικόσιτους δούλους σε αυτούς που είχαν τέτοια δυνατότητα.
  
Αναλογίες μπορούμε να βρούμε κατά την πρόσφατη εκδήλωση του COvid-19 όπου στις νότιες χώρες – μετά και από την αρχική ψυχρολουσία της Ιταλίας - η προσπάθεια προστασίας των γέρων, τουλάχιστον σε επικοινωνιακό επίπεδο, στάθηκε βασική παράμετρος στο να παρθούν μέτρα εν αντιθέσει με βόρειες χώρες, που όπως οι αρχαίοι Ερούλοι, δεν φημίζονται για τέτοιες ευαισθησίες σε σχέση με τον γεροντικό πληθυσμό. Εκεί που οι γέροι συχνά δεν έχουν καν διαπροσωπική σχέση με τα παιδιά τους πέρα από κάποια καθιερωμένα δείπνα και εορταστικές μαζώξεις δυο τρεις φορές τον χρόνο (στον αντίποδα της 80χρονης Ελληνίδας μάνας που αν δεν μιλήσει δυο φορές την ημέρα στο τηλέφωνο με παιδιά εγγόνια κτλ ενδέχεται να πάει και στην αστυνομία για καταγγελία :-) ), η τήρηση αυστηρών μέτρων δεν προκρίθηκε εις βάρος της συνέχισης της οικονομικής και καθημερινής ζωής. 

Σε αυτά τα πλαίσια, και για να έρθω και στον λόγο που στάθηκε αιτία να τα γράψω αυτά, πραγματικά ξενίζει τους μη Έρουλους η ευκολία με την οποία μολύνθηκε με τον ιό το γηροκομείο στο Ασβεστοχώρι, λόγω της ασυνείδητης διαγωγής και αδιαφορίας, σύμφωνα με τα μμε, ενός νεαρού εργαζομένου σε αυτό. Το ίδιο, όμως, φαινόμενο παρατηρείται με την έναρξη των καλοκαιρινών διακοπών σε όλο το φάσμα της κοινωνίας με την πλειοψηφία των νέων να συνωστίζονται διασκεδάζοντας χωρίς προφυλάξεις, μετατρέποντας ουσιαστικά τον εαυτό τους σε ωρολογιακές βόμβες για τους γεροντότερους οικείους τους. Προφανώς και αυτά είναι σημάδια μιας πολιτισμικής Ερουλοποίησης η σε σύγχρονους όρους Σουηδοποίησης της Ελληνικής κοινωνίας η οποία δείχνει να χάνει ακόμα και αυτά τα ελάχιστα πατροπαράδοτα ήθη της τα οποία επέζησαν όλων των άλλων κατακλυσμικών αλλαγών από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Φυσικά για τους ίδιους τους νέους που νοιώθουν άτρωτοι από την ασθένεια είναι δικαίωμα τους να μην προσέχουν ή να θεωρούν υπερβολικά τα μέτρα κτλ και καλά κάνουν και θέλουν να διασκεδάσουν, όμως, σε αυτή την περίπτωση δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως, σπανίως οι πράξεις μας δεν έχουν αντίκτυπο και στους άλλους, στην συγκεκριμένη περίπτωση αντίκτυπο ο οποίος μπορεί να είναι και θανατηφόρος. 

Γῆρας προσδέχου

Πέραν, όμως, αυτών των σύγχρονων περιπτώσεων της γηροκόμησης που καταλήγει γεροντοκτονία με αποτρόπαια μορφή, καθώς το να πεθάνεις μόνος σου ανήμπορος χωρίς οικείους σε ένα ξένο νοσοκομειακό ή άλλο περιβάλλον σίγουρα δεν τιμά κανέναν, το ζήτημα που τίθεται είναι αυτό του καλού θανάτου ή κατά τους αρχαίους του ευ θνήσκειν ή της ευθανασίας (όχι με την σύγχρονη έννοια) το οποίο παραδοσιακά στον πολιτισμό μας ήταν από τα καίρια ζητούμενα.  Το ευ θνήσκειν έρχεται σε αντίθεση με τους πόνους και τα προβλήματα που φέρνει το γήρας, ειδικά όταν μιλάμε για περιπτώσεις μεγάλης κατάπτωσης και παρακμής της σωματικής και ψυχικής-πνευματικής υγείας. 

Έτσι σε πολλές περιπτώσεις και για τους ίδιους του γεροντότερους ο εγκλεισμός σε γηροκομεία δεν είναι ότι καλύτερο. Δεν είναι εξάλλου λίγες οι περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια κατά τις οποίες ηλικιωμένα ζευγάρια αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν μόλις διαπίστωναν πως τα προβλήματα υγείας τους δεν θα τους επέτρεπαν να αυτοεξυπηρετούνται ή επειδή δεν ήθελαν – τονίζοντας οι ίδιοι – να «φορτωθούν» στα παιδιά τους. Αυτές ή όχι πολλές περιπτώσεις μας θυμίζουν τα ανάλογα ιστορικά παραδείγματα κατά τα οποία ένας οικειοθελής θάνατος είναι προτιμότερος από τα δεινά του γήρατος όταν αυτά δεν απαλύνονται από την φροντίδα των οικιών ή επιβαρύνονται από μη αντιμετωπίσιμες ανίατες καταστάσεις.  

Τελευτῶν ἄλυπος κ' Πέρας ἐπιτέλει μὴ ἀποδειλιῶν

Η πιο γνωστή τέτοια περίπτωση είναι φυσικά αυτή του οικειοθελούς κωνιασμού των κατοίκων της αρχαίας Κέας με την παρακάτω γλαφυρή περιγραφή των αυτοκρατορικών χρόνων του Βαλέριου Μάξιμου να ξεχωρίζει:

Συνέπεσε τότε να ζει εκεί μία κυρία της ανώτατης αριστοκρατίας, εξαιρετικά μεγάλης ηλικίας, η οποία αιτιολόγησε στους συμπολίτες της γιατί έπρεπε να φύγει από τη ζωή. Είχε αποφασίσει να πιει δηλητήριο και πολύ υπολόγιζε στην παρουσία του συγκλητικού Πομπηίου για να γίνει ο θάνατος της πιο λαμπρός. Εκείνος, που τον κοσμούσαν όλες οι αρετές, μαζί κι η αναγνώριση του ανθρωπισμού του, δεν μπόρεσε να αποκρούσει την πρόσκληση της. Την επισκέφθηκε και με πειστικότατα λόγια, τα οποία ανάβλυζαν από το στόμα του σαν από κάποια ευλογημένη πηγή ευφράδειας, προσπάθησε επί πολλή ώρα να την αποτρέψει από αυτό που σκεπτόταν, μάταια όμως. Δέχθηκε τότε να την ακολουθήσει στο έσχατο εγχείρημα της. Η κυρία, η οποία είχε συμπληρώσει τα ενενήντα και διατηρούσε απόλυτα τη σωματική και ψυχική της ισορροπία, έτσι τουλάχιστον διέκρινε κανείς, ξαπλωμένη σε μικρή κλίνη στρωμένη με περισσή κι όχι καθημερινή φροντίδα, και στηρίζοντας το κεφάλι στον αγκώνα είπε: 'Σέξτε Πομπήιε, να σε ανταμείψουν οι θεοί, ιδίως αυτοί που αφήνω παρά αυτοί στους οποίους πηγαίνω, επειδή δεν απαξίωσες ούτε την ενθάρρυνση σου να ζήσω, ούτε την παρουσία σου στο θάνατο μου. Άλλωστε, επειδή προσωπικά γνώρισα πάντοτε το χαρούμενο πρόσωπο της μοίρας, ας μη δω το θλιμμένο της από απληστία για ζωή. Ανταλάσσω ότι υπολείπεται να ζήσω με το ευτυχισμένο τέλος μου. Πίσω μου αφήνω δύο κόρες κι ένα πλήθος εγγόνια που θα ζήσουν.' Έπειτα η κυρία παρότρυνε τους δικούς της σε ομόνοια, τους μοίρασε την έγγειο περιουσία της, και στη μεγαλύτερη κόρη έδωσε τα κοσμήματα της και τις ιερές εικόνες του σπιτιού. Η ίδια έπιασε σταθερά με το δεξί της χέρι το ποτήρι στο οποίο είχε αναμιχθεί το δηλητήριο, πρόσφερε λίγες σταγόνες στον Ερμή, επικαλέσθηκε τη βουλή του για να την οδηγήσει με ήρεμη πορεία στο καλύτερο μέρος του κάτω κόσμου, και ρουφώντας πρόθυμα κατάπιε το θανατηφόρο ποτό. Με όσα έλεγε φανέρωνε και ποια μέλη του σώματος της κυρίευε η ακαμψία. Τη στιγμή που εκστόμισε ότι η ακαμψία κυριεύει τα σωθικά και την καρδιά της, ζήτησε από τις κόρες της το ύστατο καθήκον, να της κλείσουν τα μάτια με τα χέρια. Στους δικούς μας, αν και είχαν μείνει άφωνοι από το πρωτόφαντο θέαμα, με μάτια γεμάτα δάκρυα, είπε να αποχωρήσουν. (Πηγή) *


Δυστυχώς σε μια περίοδο που η Ελλάδα, αλλά και ο δυτικός κόσμος γενικότερα, αντιμετωπίζει τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα και γερασμένους πληθυσμούς οι παραπάνω προβληματισμοί οι οποίοι θα ενταθούν και τα διλήμματα τύπου Ερουλοποίηση ή μη τα οποία θα τίθενται συνεχώς μπροστά μας, αποτελούν μείζονα ζητήματα που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε. Ελπίζω σε αυτήν την πορεία να θυμόμαστε τους προγόνους μας. 




* Πολύ ενδιαφέρον σημείο και άξιο παρατήρησης - άσχετο με το θέμα μας αλλα σχετικό με τα θρησκευτικά ενδιαφέροντα του ιστολογίου - η μετάβαση των οικιακών ιερών (εικόνων στην μετάφραση) στην μεγαλύτερη κόρη και επίσης η συμποσιακού τυπικού τελετουργία αποχώρησης. Επίσης διακρίνεται μια μητροκεντρική διαδοχή (στην Αθήνα πχ θα έπρεπε να έχει ξαναπαντρευτεί ή να αφήσει την περιουσία σε αρσενικό συγγενή), η οποία μέχρι πρόσφατα διατηρούνταν στους νησιωτικούς πληθυσμούς μας. 

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

Διονυσιακά μυστήρια σε τιμή ευκαίρίας.




Για αρκετό καιρό τώρα, και ακολουθώντας μια εσωτερική ανάγκη αντίδρασης στην αυξανόμενη καφροποίηση του ελληνικού ιντερνετικού κόσμου, απέχω σε μεγάλο βαθμό από τα κοινωνικά δίκτυα και τον εικονικό κόσμο, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρεται και το παρόν Blog, αφού δύσκολα μπορώ να βρω κάποιο νόημα στην ανάρτηση κειμένων την εποχή των τυφλών δυσλεκτικών μονολόγων.

 Παρ' όλα αυτά, όλο και κάποιο γεγονός, θετικό ή αρνητικό, ή άλλη ανάγκη, τελικά κάμπτει τις αντιδράσεις και αρνήσεις και βρίσκομαι ξανά πίσω από την οθόνη και το πληκτρολόγιο, να προσπαθώ να εκφράσω κάποια βασικά και αυτονόητα, ή έτσι νομίζω κάθε φορά, πράγματα.

Πριν από δύο χρόνια τέτοια εποχή, έγραφα για τα Φαλληφόρια (μαζί με ζόμπι και Ελλάνιους σωτήρες) και ενδιάμεσα για την υπόθεση Gucci στην Ακρόπολη, ή για την πολιτισμική κληρονομιά ως προϊόν. Όλως τυχαίως και το παρόν άρθρο θα κινηθεί στους αυτούς άξονες, καθώς, αφενός πλησιάζει πάλι η ώρα του εορτασμού των Φαλληφορίων (Σάββατο2 Μαρτίου) και αφετέρου μου γνωστοποιήθηκε μια πρόσφατη προσπάθεια εμπορευματοποίησης τους. Το Project και τουριστικό πακέτο-προϊόν φαλληφόρια, λοιπόν, και η ιστορία έχει ως εξής.

 Για όσους έχουν μια επαφή με το (σύγχρονο) ξεκίνημα και την διοργάνωση της εορτής θα θυμούνται πως τα δύο πρώτα χρόνια αυτή πραγματοποιήθηκε με συνδιοργάνωση (Λατρευτική Κοινότητα "Λάβρυς" κ' Διόνυσος Ελευθερεύς) γεγονός που άλλαξε την τρίτη χρονιά, όταν ο έτερος διοργανωτής (Δ.Ε), αποφάσισε να ακολουθήσει ξεχωριστό δρόμο. Τότε, και επειδή συχνά η κοινότητα λάμβανε τις σχετικές απορίες φίλων, ή ακόμα και τα αγαθά ή όχι σχόλια περί διχασμού, ομόνοιας κτλ, είχε βγάλει μια ανακοίνωση διευκρινίζοντας πως η απόφαση για τερματισμό της συνεργασίας είχε ληφθεί από τον έτερο διοργανωτή και πώς οι λόγοι κατά δήλωση του βρίσκονταν στην διαφοροποίηση του οράματος που είχε για αυτή το κάθε μέρος. Για την κοινότητα, η εορτή εξ' αρχής είχε και έχει θρησκευτικό χαρακτήρα και πραγματοποιείται για την δημόσια και δημοτελή έκφραση των σύγχρονων Ελλήνων πολυθεϊστών, οπότε η διαφοροποίηση δεν θα μπορούσε να έγκειται πουθενά αλλού παρά σε αυτό το χαρακτηριστικό (τότε είχαμε επισημάνει βάσει των αιτιάσεων του συνδιοργανωτή την εστίαση του στο πολιτισμικό-θεατρικό κομμάτι εν αντιθέσει με την δική μας που βασίζονταν στην λαική θρησκευτικότητα). Δυστυχώς ακόμα και μετά από την ανάρτηση της επεξηγηματικής ανακοίνωσης ακολούθησαν αντεγκλήσεις- ακόμα και από τον ίδιο τον συνδιοργανωτή - για αήθη επίθεση ή παρόμοιες κατηγορίες κατά της κοινότητας,  παρότι απλά αναφέραμε αυτά που είχαν ειπωθεί. Αυτά για όσους ίσως έχουν κοντή μνήμη.
  
Πριν λίγες ημέρες, τυχαία, φίλος που εργάζεται σε ταξιδιωτικό γραφείο έλαβε επιστολή από μια αστική μη κερδοσκοπική εταιρία με το όνομα Νηρώη, του έκανε εντύπωση το περιεχόμενο και μου την έστειλε για να με ρωτήσει θεωρώντας με σχετικότερο με το αντικείμενο.





 Στην επιστολή, λοιπόν, είδαμε τα Διονυσιακά μυστήρια να φιγουράρουν ως τουριστικά προϊόντα για προώθηση, ανάμεσα σε team building, βιωματικά σεμινάρια - tailor-made υπηρεσίες σχετικά με την αρχαία Ελλάδα και άλλα ωραία, όπως τα γραφικά αρχαία "χριστουγεννιάτικα" δέντρα με την ειρεσιώνη. (Λεκτικές διατυπώσεις που μου θύμισαν με θυμηδία τους άλλους αμερικανομαρκετίστες lifestylists του φύκια με μεταξωτές κορδέλες που έιχα πετύχει στο παρελθόν εδώ. Το όλο λεκτικό στήσιμο και του σαιτ της Νηρώης το οποίο εξέτασα αργότερα, με τους εξειδικευμένους ειδικούς επιστημονικούς συνεργάτες, τις κατά παραγγελία εμπειρίες και τα στελέχη με τους βαρύγδουπους τίτλους μου θύμισε ακριβώς το ίδιο.) 




 Διαβάζοντας παρακάτω το mail και βλέποντας γνώριμα πράγματα ανάμεσα στα "προϊόντα" μπήκαν ψύλλοι στα αυτιά μου και τώρα ήμουν σίγουρος πως κάτι δεν πήγαινε καλά οπότε πήγα κατευθείαν να βρω το site της εν λόγω ΑΜΚΕ.

Εκεί λοιπόν και στην σελίδα για το "experiential actvity - service", "Διονυσιακά Μυστήρια" που προωθεί η εταιρία στους τουρίστες και λοιπούς ενδιαφερόμενους είδα πως αυτό δεν είναι άλλο από τα Φαλληφόρια του άλλοτε συνδιοργανωτή μας καθώς και προγραμματισμένες κατά παραγγελία επιμέρους εργασίες (μάσκες γνωστός - γλύπτης, χορός - ομάδα των φαλληφορίων β' κτλ)  των συνεργατών του.


Μάλιστα μετά από λίγο και κάνα δυο search στο Internet για να μην φανώ κακόπιστος, βλέπω πως υπάρχει και μια νέα σελίδα για Φαλληφόρια στην οποία οι άλλοτε συνεργάτες μας και υπό ένα καινούργιο τίτλο ομάδας "Ο Σύλλογος  Έρευνας & Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού" (sic), επιβεβαιώνουν εμμέσως τα παραπάνω, αφού στο Faq διαβάζουμε πως :


Δηλαδή επιβεβαιώνουν με τον χειρότερο τρόπο πως, τουλάχιστον από την μεριά τους, η προσπάθεια που ξεκίνησε ως αναβίωση μια λαϊκής θρησκευτικής εορτής για τον Διόνυσο (σε τόπο και χρόνο που θα βοηθούσε την διείσδυση των ιδεών μας αλλά και την μεγαλύτερη αποδοχή μας από την ευρύτερη κοινωνία), στρέφεται προς την εμπορευματοποίηση και τουριστικοποίηση, χαρακτηριστικό γενικότερο του ξεπεσμού της Ελληνικής κοινωνίας, όπου με 5 € τα γκαρσόνια Έλληνες σπεύδουν να παρέχουν adhoc και tailor based services στους ενδιαφερόμενους.

Φυσικά, δεν θα μπορούσα να κριτικάρω αρνητικά οποιαδήποτε αντίστοιχη δραστηριότητα - ακόμα και όταν αυτή γίνεται για οικονομικούς λόγους - αν αφορούσε αποκλειστικά "πολιτισμικά" (και εκεί βέβαια χωράει συζήτηση) αγαθά και "προϊόντα", όπως η μουσική, ο χορός, το θέατρο κτλ, όμως, το να συμβαίνει αυτό σε πράγματα που ανήκουν ή αγγίζουν την θρησκευτική μας παράδοση το βρίσκω απαράδεκτο. Όταν μάλιστα αυτό συμβαίνει, όχι από κάποιους τρίτους άσχετους ή επιτήδειους, αλλά από τους ίδιους τους κατά δήλωση "Ελληνότροπους" αυτό το βρίσκω θλιβερό και εξοργιστικό. Το να "πουλάς" κομμάτια της θρησκευτικότητας μας σε πλαστικό περιτύλιγμα των 2 ωρών, κατά παραγγελία, απλά και μόνο για λόγους  οικονομικούς ή για την αναγνωρισιμότητα ή για να βάζεις την φάτσα σου με βαρύγδουπους τίτλους σε μια σελίδα ή τελικά για όποιον άλλον, ανακόλουθο με τον αυτοπροσδιορισμό σου, λόγο, ακυρώνει την όλη προσπάθεια που γίνεται όλα αυτά τα χρόνια, για να μαθευτεί η αξία του ελληνικού πολυθεϊσμού και να γίνει αυτός αποδεκτός στην κοινωνία, ως μια σεβαστή μορφή θρησκευτικότητας και όχι σαν μια γραφική εκδήλωση κάποιων γελοίων.

Νομίζω, λοιπόν, πως όταν μόνος σου εμπορευματοποιείς ή εξαργυρώνεις την ενασχόληση σου με την θρησκεία, καταλήγεις απλά να ακυρώνεις τον εαυτό σου. Φανταστείτε δηλαδή, το ίδιο πράγμα σε όλες τις εορτές μας. Με 10€ ελευσίνια μυστήρια με team building activities που κάνουν καλό στην ψυχή και τα παιδάκια να παίζουν με πλαστικά γουρουνάκια. Με 20€ εκδρομή στην θάλασσα και τέλεση Πλυντηρίων ανα πάσα στιγμή του έτους κτλ. Να αφαιρείς δηλαδή τον θρησκευτικό χαρακτήρα των εκδηλώσεων αυτών, να τα αποσυνδέεις ως έκφραση και εκδήλωση από τους ανθρώπους που τα πραγματοποιούν, με μόνο στόχο να τα μεταμορφώσεις σε "πολιτισμικό προϊόν" που μετά θα παρουσιαστεί εύπεπτο σε κάθε άσχετο τουρίστα, ο οποίος και μόνο με το άκουσμα "αρχαιοελληνικό" τάδε ή δείνα θα ενθουσιαστεί. Κάπως έτσι καταλήγουμε στις ηλιθιότητες κάποιοι να κάνουν χριστούγεννα με ειρεσιώνες και αρχαία κάλαντα, ακυρώνοντας τις ουσιαστικές και αγεφύρωτες διαφορές ξένων μεταξύ τους παραδόσεων, δηλαδή εξισώνοντας τα πάντα σε μια πλατφόρμα εμπορευματοποίησης, στην οποία δεν χωράει καμιά αναλλοίωτη ουσία παρά μόνο η σχετική κάθε φορά εμπορική αξία.

Το ίδιο δηλαδή που έχει συμβεί με την γιόγκα, η οποία από θρησκευτική πρακτική συγκεκριμένου λαού και μάλιστα συγκεκριμένων ανθρώπων εντός αυτής της παράδοσης, μετατράπηκε σε ανούσια αθλητική δραστηριότητα, στην οποία ο κάθε επιτήδειος, για να ανοίξει μια μπίσνα, θεωρεί δικαίωμα του να εισαγάγει καινοτομίες, όπως γιόγκα με μπύρες, γιόγκα με κατσίκες, γιόγκα με σκυλάκια και δεν ξέρω και γω τι άλλο. Ταυτόχρονα, ανθίζει μια ολόκληρη βιομηχανία από πίσω: πάρε ειδικά στρωματάκια, ειδικές φόρμες, ειδικά παγούρια, ειδικά φώτα, όλα tailor made για τις ανάγκες του σύγχρονου καταναλωτή. Έτσι, ελάχιστοι πια, ακόμα και από τους ενασχολούμενους με την εν λόγω δραστηριότητα, έχουν πραγματική εικόνα της Γιόγκα ώς πνευματικής άσκησης, και ακόμα λιγότεροι μπορούν να την ασκήσουν με το παραδοσιακό της χαρακτήρα και στο παραδοσιακό της πλαίσιο. Έχει χάσει δηλαδή το νόημα της και who gives a shit - για να είμαι και εγώ trendy μαρκετίστικα- για το τι λένε οι Ινδοί....

Ομοίως, σε λίγο, αν γίνονται τέτοιες εκπτώσεις, ο καθένας θα κάνει ότι θέλει ασελγώντας σε κομμάτια της θρησκευτικής μας παράδοσης για να πουλάει μάσκες, νάρθηκες, μυήσεις, ειρεσιώνες και ότι άλλο μπορεί να αποστερηθεί του θρησκευτικού του πλαισίου και της παραδοσιακής του αξίας ώστε να μετεξελιχθεί σε "προϊόν" και who gives a shit για το τι θα λένε οι Ελληνες. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση, όπως εξάλλου υποστήριζα και στα άλλα κείμενα, με πιο δικαίωμα θα λέμε εμείς να μην κάνει πάρτι στην Ακρόπολη ο οίκος Gucci, ή θα υποστηρίζουμε την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα, ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Δεν θα έχουμε κανένα τέτοιο δικαίωμα, καθώς μόνοι μας θα έχουμε αυτοακυρωθεί. Λόγω βλακείας ή συμφέροντος είναι αδιάφορο. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Δυστυχώς όπως πάντα, ο μεγαλύτερος εχθρός είναι εντός ....



Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Ελληνικά και κατάλληλα ονόματα για σκυλιά.



Όπως είναι γνωστό στους περισσότερους, η σχέση των ανθρώπων με τους σκύλους χάνεται στα βάθη της προϊστορίας, καθώς ο πιστός φίλος και φύλακας του άτριχου πίθηκου είναι από τα πρώτα ζώα - αν όχι το πρώτο - που εξημερώθηκε και ανέπτυξε μια συμβιωτική σχέση με αυτόν. Έτσι όλοι οι λαοί έχουν τις ιστορίες τους και τις αναφορές τους για αυτούς, όπως φυσικά και οι Έλληνες. Εκτός βέβαια από την καθημερινή ζωή σκύλους βρίσκουμε και στην μυθολογία-θρησκεία, όπως τον Κέρβερο ή την Λαίλαψ, αλλά και στα σημαντικότερα λογοτεχνικά μας έργα, για παράδειγμα τον φημισμένο Άργο (γρήγορος) του Οδυσσέα, κάτι που δείχνει και την σημασία που έδιναν οι πρόγονοι στους κύνες.

Kι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ’ αυτιά και το κεφάλι του –
ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Tον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα
αναχώρησε να πάει στην άγια Tροία.
Tα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Mετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ’ όπου
του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν
το μέγα τέμενός του.
Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ’ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος. Μτφ. Μαρωνίτη





Ο βασικός ρόλος των σκύλων μέχρι σχετικά πρόσφατα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν εξυπηρετούσε και ώς απλή συντροφιά και παλαιότερα (ειδικά στην αστικοποιημένη ύστερη Ρώμη η βόλτα με ένα σκύλο ήταν Must), ήταν φύλακας, κυνηγός και στα κοπάδια. Αυτός ήταν και ο ρόλος τους και στην Ελλάδα μέχρι πρότινως, όπου η μοντέρνα αστική φιλοζωία αναπτύχθηκε αποκλειστικά προς την άλλη κατεύθυνση, οπότε και ο σκύλος συνήθως πια αποτελεί μια συντροφιά και ενίοτε ένα έμψυχο αντικείμενο κάλυψης των ψυχολογικών ελλειμμάτων των σύγχρονων ανθρώπων, από το να είναι υποκατάστατο παιδιού, μέχρι υποκατάστατο ελαττωματικού πέους ή γκόμενου αναλόγως της περίπτωσης, σύμβολο πλουτισμού και πρεστίζ κτλ.



Αυτή η διαφοροποίηση στην σχέση άλλαξε πολύ και τα παραδοσιακά ονόματα που δίνονταν στους σκύλους και από εκεί που συνήθως αυτά αντιπροσώπευαν ένα χαρακτηριστικό τους, ο κανέλλος, ο μαύρος, ο τρέχας, ή ήταν αποτέλεσμα μιας μαγικής και προσωπικής ακατάληπτης για τους περισσότερους ονοματοδοσίας εκ μέρους του "αφεντικού", ο μπίρλας, ο ντιρλιρας, ο τσουφ, ο μπιριμπο κτλ, καταλήξαμε είτε στα ξενικά ρόβερ, τζακ, μπο, αζόρ και δεν συμμαζεύεται ή σχετικά προσφάτως στα "ψαγμένα ελληνικά" με αποτέλεσμα να βιάζονται όλα τα εύηχα και δισύλλαβα ονόματα των Θεών μας. Σκύλοι με όνομα Ρέα, Ήρα, Δίας αλλά και Φοίβος, Φοίβη ακούγονται καθημερινά. Λογικό από την μία καθώς είναι πιο εύηχα από τα Ααρών, Ισσάκ, Γιαχβέ και Τζεσούα και ακολουθούν την πατροπαράδοτη από τον Ξενοφώντα συνταγή αλλά εξοργιστικό για εμάς τους πολυθεϊστές από την άλλη.

Οπότε μιας και προχθές άκουσα για ακόμα μια φορά έναν συμπαθή κύριο να φωνάζει το εξίσου συμπαθές και μαυρό-καφέ λυκόσκυλο του "Φοίβο" αποφάσισα να γράψω το παρόν ώς μια ελάχιστη συμβολή στην προσπάθεια από την μία να εξυπηρετείται η ανάγκη ελληνικής ονοματοδοσίας των σκύλων μας αφού η κλασική λαική συνταγή δεν κάνει σε όλους και από την άλλη να πάψουν να χρησιμοποιούνται τα ονόματα των Θεών καθώς αυτό είναι ύβρις (όχι πως θα το καταλάβουν τα περισσότερα αφεντικά αλλά λέμε τώρα ίσως με περισσότερες επιλογές γλυτώσουμε κανά "δία" ή καμία "ήρα".




Ο Ξενοφώντας λοιπόν, έχει γράψει ένα έργο, τον κυνηγετικό, καθώς μάλλον ήταν μεγάλος οπαδός του σπόρ (όπως πολλοί στην αρχαία Ελλάδα), στο οποίο σημαντικό μέρος αφιερώνει στις αναφορές για τα σκυλιά, αφού σκυλιά και κυνήγι στην αρχαιότητα πήγαιναν μαζί. Εκεί, εκτός από πολύ καλές και πάντα ισχύουσες οδηγίες (όπως για παράδειγμα στο πως να τα επιβραβεύουμε, στο πώς να τους μιλάμε και να τα ονομάζουμε), μας δίνει και μια λίστα κατάλληλων ονομάτων (47 τον αριθμό) για τα σκυλάκια μας.

τὰ δ᾽ ὀνόματα αὐταῖς τίθεσθαι βραχέα, ἵνα εὐανάκλητα ᾖ. εἶναι δὲ χρὴ τοιάδε:
Ψυχή, Θυμός, Πόρπαξ, Στύραξ, Λογχή, Λόχος, Φρουρά, Φύλαξ, Τάξις, Ξίφων, Φόναξ, Φλέγων, Ἀλκή, Τεύχων, Ὑλεύς, Μήδας, Πόρθων, Σπέρχων, Ὀργή, Βρέμων, Ὕβρις, Θάλλων, Ῥώμη, Ἀνθεύς, Ἥβα, Γηθεύς, Χαρά, Λεύσων, Αὐγώ, Πολεύς, Βία, Στίχων, Σπουδή, Βρύας, Οἰνάς, Στέρρος, Κραύγη, Καίνων, Τύρβας, Σθένων, Αἰθήρ, Ἀκτίς, Αἰχμή, Νόης, Γνώμη, Στίβων, Ὁρμή.

Ορμή μάλιστα λέγανε και το αγαπημένο του σκυλί.


Σε αγγείο του 6ου αιώνα πκχ που απεικονίζεται σκηνή από το κυνήγι του καλυδωνίου κάπρου τους ήρωες συντροφεύουν σκυλιά των οποίων τα ονόματα αναγράφονται επίσης (άλλα 7):

Ορμένος, Μεθέπων, Εγέρτης, Κόραξ, Μάρψας, Λάβρος και Εύβολος.



Σπουδαίος κυνηγός όμως κατά την μυθολογία μας ήταν και ο Ακταίων, ο οποίος δυστυχώς δεν είχε ευχάριστο τέλος. Παρόλα αυτά είχε σύμφωνα με τους μύθους καμιά πενηνταριά σκυλιά να τον συνοδεύουν και οι αρχαίοι μυθογράφοι είπαν να μας αφήσουν μερικές εκδοχές των ονομάτων αυτών. Για παράδειγμα ο Οβίδιος στις μεταμορφώσεις του μας παραδίδει τα εξής :

Μελάμπους, Ιχνοβάτης, Παμφάγος, Δορκαίος, Ορίβασος, Νεβρόφονος, Λαίλαψ, Θήρων, Πτερέλας, Αγρή, Υλαίος, Νάπη, Ποιμενίς, Άρπυια, Λάδων, Δρομάς, Κανάχη, Στικτή, Αλκή, Λεύκων, Άσβολος, Λάκων, Αελλώ, Θους, Λυκίσκα, Άρπαλος, Μελανεύς, Λαχνή, Λάβρος, Αγρίοδος, Υλάκτωρ, Μελαγχαίτης, Θηριδάμας, Ορεσίτροφος.

Του φύτεψε και φόβο στην καρδιά — τρέχει γοργά ο γιος της Αυτονόης,
κι όπως ανοίγει βήμα απορεί πού βρήκε εντός του τέτοια γρηγοράδα.
Κατόπι που είδε μέσα στο νερό τα κέρατα και τη θωριά αλλαγμένη
έκανε να φωνάξει «συφορά!» αλλά φωνή δεν έβγαινε ανθρώπου —
αντίς για τη φωνή το μουγκρητό, και δάκρυα που κύλησαν συνάμα
σε μάγουλα αλλιώτικα· ο νους δεν ήταν πειραγμένος, μόνο τούτος.
Δεν ξέρει τώρα πού να πορευτεί, να βγει στο γυρισμό για το παλάτι
ή να λουφάξει μες στις ρεματιές; Ντροπή το ένα, τ’ άλλο τον τρομάζει.
Δεν έπαιρνε απόφαση, κι εκεί πού στέκονταν τον είδαν τα σκυλιά του,
ο Μαυροπόδης πρώτος κι ο Ιχνευτής, και δώσαν με το γάβγισμα σινιάλο —
ο Ιχνευτής που ήταν Κρητικός, κι ο Μαυροπόδης γέννημα της Σπάρτης.
Από κοντά ορμήξαν κι οι λοιποί, πιο γρήγοροι κι απ’ την πνοή του ανέμου,
Παμφάγος και Βουνίσιος και Δορκεύς, αρκαδικά ζαγάρια και οι τρεις τους
ο Σίφουνας κι ο Ζαρκαδοφονιάς, ο Θηρευτής, γιομάτος αγριάδα,
μαζί κι ο γοργοπόδης Φτερωτός, ο Αγρευτής, λαγωνικό απ’ τα πρώτα,
ο Υλαίος με το τραύμα του νωπό από τα δόντια κάπρου μανιασμένου,
η Νάπη, φύτρα λύκου ή μισή, του κοπαδιού φρουρός η Βοσκοπούλα,
η Άρπυια που έτρεχε μπροστά με ακόλουθους τα δυο της τα κουτάβια,
στα πισινά του πόδια λυγερός ο Λάδωνας από τη Σικυώνα,
Κανάκη, Αστραπή και Παρδαλή, η Τίγρη κι η Αλκή, γεροδεμένη,
ο Άσπρος, με το τρίχωμα λευκό, και ο Μουτζούρης με το σκούρο χρώμα,
ο Λάκωνας, ο πρώτος στην ορμή, και στην τρεχάλα πρώτος ο Τυφώνας,
ο Σβέλτος, η Λυκίσκη και μαζί ο γρήγορος Κυπραίος, ο αδερφός της,
ο Αρπαχτής που είχε καταμεσής στο κούτελο το μαύρο άσπρη βούλα,
η Λάχνη με την τρίχα τη δασιά, και πλάι της ο γκέκας ο Αράπης,
ο Λάβρος, όλο λύσσα, κι ο Δοντάς, που Κρητικός τους φύτεψε πατέρας
κι είχανε μάνα Λάκαινα· εκεί κι ο Αλυχτής με μια φωνή στριγγλιάρα
κι άλλα πολλά, σκυλιά κάθε λογής. Όλα μαζί την άγρα λαχταρώντας
μεσ’ από βράχια, πέτρες και γκρεμνά, στενοποριές και περασιές κλει­σμένες,
σε κακοτράχαλες, απόρευτες μεριές και σε πλαγιές αδιάβατες χυθήκαν.
Εκείνος τρέχει — θήραμα εκεί που κάποτε ο ίδιος κυνηγούσε,
πασχίζει να γλυτώσει απ’ τα σκυλιά που κάποτε τον ήξεραν αφέντη.
Θέλει να τους φωνάξει «είμαι εγώ! γνωρίστε τον αφέντη σας! Ο Ακταίων!»
το θέλει μα του λείπει η μιλιά, κι εκείνα ν’ αλυχτάνε μες στ’ αφτιά του.
Ο Μαυρομάλλης πήρε την πρωτιά και έμπηξε τα δόντια του στη ράχη,
του χύμηξε κατόπιν ο Φονιάς, στον ώμο του καρφώθηκε ο Βουνίτης.
Είχαν ξεμείνει τούτα στην αρχή, μετά πού κόψαν δρόμο μες στα όρη
αφήκαν πίσω τ’ άλλα τα σκυλιά και πρόκαναν να παύσουν τη φυγή του.
Όλο το τσούρμο τώρα είν’ εκεί κι όλα μαζί δαγκώνουν το κορμί του —
αδάγκωτη δεν έμεινε μεριά. Βογγάει αυτός· δεν έλεγες πως είναι
ανθρώπινο αυτό το βογγητό, κι ωστόσο δε βογκούσε σαν ελάφι·
στις ράχες που τις γνώριζε καλά αντιλαλούσε το παράπονό του,
πεσμένος με τα γόνατα στη γης σαν κάποιος που προσεύχονταν, ικέτης,
γυρόφερνε το βλέμμα σιωπηλά λες κι άπλωνε τα χέρια στον εχθρό του.
Κι από κοντά οι συντρόφοι με κραυγές ξεσήκωναν των ζαγαριών το τσούρμο.
Ανήξεροι τον γύρευαν παντού, ρωτούσανε «που να ’ναι ο Ακταίων;»,
κατόπι, σα να βρίσκονταν μακριά, όλοι μαζί φώναζαν το όνομά του
(τον φώναζαν και γύριζε αυτός), ώρα που βρήκε, λέγαν, για να λείψει,
τι τον κρατάει και δεν μπορεί να δει το τυχερό που είχαν στο κυνήγι;
Μακάρι να μη βρίσκονταν εκεί, από μακριά, όπως κι οι σύντροφοι του,
να έβλεπε το έργο των σκυλιών, να μη το νιώθει πάνω στο κορμί του.
Του έμπηξαν τα δόντια, από παντού τον έζωσαν ολάκερη αγέλη,
βλέπαν εικόνα ψεύτρα ελαφιού και ξέσκιζαν του αφέντη τους τα μέλη.
Χίλιες πληγές το δόλιο του κορμί, ξεψύχησε, κι έτσι τον παρατήσαν,
και τότε μόνο, λένε, η θεά εχόρτασε του γδικιωμού τη λύσσα.
Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής. Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους: διαδρομές στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου. Αθήνα: Gutenberg, 2009, σ. 134-138.

Η σύμφωνα με άλλες εκδοχές
...Τα ονόματα τεσσάρων εκ των πεντήκοντα* κυνών του ("Κόραξ, Άρπυια, Χάρων, Λυκόττας") παραδίδονται υπό του Πολυδεύκου.... έτερα δε ονόματαν κυνών τoυ Α. αναφέρονται υπό του Απολλοδώρου ως Λυγκεύς και Βαλίος, Σπαρτός, Ώμαργος και Βορής, οι οποίοι "πρώτοι γαρ μέλαν αίμα πίον σφετέροιο άνακτος"...
Πάπυρος.

έτσι στάθηκαν λοιπόν γύρω από τ' όμορφο κορμί του, σαν να 'ταν αγρίμι,
το κατασπάραξαν οι σκύλοι οι ρωμαλέοι. Πρώτη πρώτη εκεί κοντά η Άρκενα
… ύστερα απ' αυτήν τα θεριωμένα της παιδιά ο Λυκγέας και ο Βαλίος, ξακουστός στα πόδια, και ο [η] Αμάρυνθος Αυτοί που έναν έναν με το όνομά τους όλο τους εφώναζε· και πέθανε ο Ακταίωνας, γιατί το θέλησε ο Δίας. Πρώτοι ήπιαν το μαύρο αίμα του αφέντη τους Ο Σπαρτός και ο Ώμαγρος και ο γοργοπόδαρος Βορής. Και πρώτοι έφαγαν κομμάτια από τη σάρκα του Ακταίωνα και έγλειψαν το αίμα του. Αχόρταγοι κατόπιν χίμηξαν οι άλλοι πίσω τους. Ανακούφιση στους αφόρητους πόνους των ανθρώπων.(Απολλόδωρος 3.30-32)

Νομίζω μερικά ονόματα επιπλέον σε άλλη εκδοχή μας δίνει ο Νόννος στα Διονυσιακά του αλλά βαριέμαι να ψάχνω τώρα. Επίσης σίγουρα περισσότερα θα βρίσκονται σε άλλες ιστορικές κτλ φιλολογικές αναφορές όπως για παράδειγμα ο Περίτας του Αλεξάνδρου (που τόσο τον αγάπαγε - ή τόσο δούλευε τους άλλους) που έδωσε σε πόλη το όνομα του αλλά νομίζω τα παραπάνω αρκούν. Είναι μια καλή εναλακτική λίστα όχι μόνο για απευθείας ξεπατηκοτούρα αλλά και για έμπνευση προς τους μέλλοντες αστούς σκυλόφιλους την ώρα που θα σκέφτονται να ονομάσουν άλλο ένα κανίς "ήρα" ή "δία" ένα pitbull. Αυτό και προσοχή γιατί την επόμενη φορά μπορεί να πετύχετε και κανά "σκύλο" ειδωλολάτρη και να σας δαγκώσει αυτός μόλις ακούσει να αποκαλείτε "φοίβο" τον σκύλο. 



Προσοχή δαγκώνει λοιπόν CAVE CANEM (και μένει ζωντανή και η επιλογή για το λιγότερο εύηχο γιαχ-βε που μοιάζει και ηχομιμητικά με σκυλίσιο. )



Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Ω έλατο, ω έλατο



"Πάρτε τό θύρσο στά χέρια σας, στεφανωθείτε μέ κισσό, τολμήσετε νά γίνετε άνθρωποι τραγικοί, ετοιμαστείτε γιά μεγάλους άγώνες κι έχετε πίστη στό θεό σας, τό Διόνυσο!"

Περίπου κάθε χρόνο, τέτοια εποχή που πληθαίνουν οι ανακυκλώσεις διαφόρων άρθρων και κειμένων και μπάνερ και status γεμάτα συγκριτισμούς μεταξύ των διαφόρων εθίμων των χριστουγέννων και αρχαιοελληνικών δήθεν αντίστοιχων που μόνο σκοπό έχουν να δικαιολογήσουν την ανάγκη των περίπου πρώην χριστιανών και περίπου νυν ειδωλολατρών να συνεχίσουν να κάνουν αυτά που τους έμαθαν από κούνια, δηλαδή να στολίζουν δεντράκια, να βάζουν δώρα, να λένε "ηλιουγεννάτικα" κάλαντα και άλλα πολλά, αναγκάζομαι να ανεβάζω και εγώ διάφορα και να λέω τα αντίθετα. Πως δεν έχει σχέση η ειρεσιώνη με το δέντρο που στολίζουν, πως δεν εορτάζουμε ηλιούγεννα (αντί Χριστούγεννα) αλλά τον Ποσειδώνα, την Δήμητρα, τον Διόνυσο, πως τα περισσότερα τέτοια κείμενα αποτελούν συγκριτικές ευκολίες που απλώς αποπροσανατολίζουν καθώς στέκονται στις εξωτερικές ομοιότητες παραβλέποντας τις ουσιαστικές διαφορές (όταν δεν πρόκειται για εντελώς άσχετα πράγματα).

Τελικά με κούρασε αυτή η διαδικασία αντιπαράθεσης και καθώς ήδη από πέρσι, είτε με προτάσεις για τραπεζώματα, είτε με προτάσεις για ηλιολατρικούς ύμνους, έχω περάσει στην θετική αντιμετώπιση κινδυνεύοντας να μεταπηδήσω στο άλλο στρατόπεδο (ναι το -νιάτικο δέντρο έχει ελληνικό πρόδρομο παρά την σύγχρονη σχετικά εμφάνιση του στην Βαυαρία -φιλέλληνες και μύστες βέβαια αυτοί κάτι ξέραν), φέτος θα πάμε ένα βήμα παραπέρα και θα προτείνουμε κατ' αντιστοιχία τον στολισμό του ελληνικού διονυσιακού δέντρου (ελάτου οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες αλλαγές στο κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον) με οδηγό μας την πλέον μυστηριακή τραγωδία της παράδοσης μας τις Βάκχες του Ευριπίδη. Να δηλώσουμε βέβαια εξ' αρχής πως η κυριολεκτική ακολούθηση των οδηγιών ενδέχεται (ποτέ δεν ξέρεις με το νεοελληνικό σύστημα) να μας προκαλέσει μικροπροβλήματα με τον νόμο αλλά μπρός τα κάλλη τι είναι ο πόνος που λέει και ο λαός.

Για να μπούμε λίγο στο ύφος και το πνεύμα των οδηγιών μας και να καταλάβουμε πως αποδεικνύεται η ελληνικότητα του εθίμου στολισμού της ελάτης, καθώς συνήθως οι ελληνοκεντρικοί συγκριτιστές είναι λίγο πολύ άσχετοι με τα αρχαία κείμενα, να ξεκινήσουμε με μια σύντομη σύνοψη του σημείου που βρισκόμαστε στην τραγωδία.

Ο μεταμφιεσμένος σε ακόλουθο του εαυτού του Διόνυσος πείθει τον βασιλιά Πενθέα, ο οποίος θέλει να εξοντώσει τις μαινάδες - δηλαδή τις τρελαμένες από τον Θεό γυναίκες της Θήβας -, να μεταμφιεστεί και αυτός σαν μαινάδα ώστε να τις παρακολουθήσει στο βουνό την ώρα που τελούν την οργιαστική τους λατρεία. Ο Πενθέας πείθεται και μαζί με τον Διόνυσο και έναν ακόλουθο μεταβαίνουν στο βουνό και ψάχνονται πως θα μπορέσει ο βασιλιάς να κάνει τσακωτές τις "λυσσασμένες σκύλες".

                «Ξένε, από δω που σταθήκαμε,
1060 δεν φτάνω να δω τις ψευτομαινάδες∙ όμως
εκεί στο ψήλωμα, πάνω σ’ έλατο ψηλό (αρχίζει να γίνεται εμφανής η πηγή του εθίμου)
αν σκαρφαλώσω θα δω καλά, τα
αισχρά έργα των μαινάδων».
Και τότε πια βλέπω τα θαύματα που ΄κανε ο
ξένος. Αρπάζοντας απ’ την κορφή ένα
κλαδί ελάτου που έφτανε ως τον ουρανό
το έσυρε,
1065 το χαμήλωσε ως τη μαύρη γη το έφερε∙
λυγούσε αυτό σαν τόξο ή σαν τροχός
κυρτός που κυκλική τροχιά διαγράφει
καθώς ο τόρνος σημαδεύει την πορεία του∙
έτσι ως τη γη λύγιζε ο ξένος το
βουνίσιο κλαρί πιάνοντάς το με τα δυο
του χέρια, κάνοντας έργο υπεράνθρωπο (με το θαύμα καταδεικνύεται η θρησκευτική σημασία του δέντρου)
1070 Κι αφού τον Πενθέα έβαλε πάνω
στα κλώνια του έλατου, ανάμεσα απ’
τα χέρια του τ’ αφήνει ψηλά να ξαναπάει
απαλά, προσέχοντας ώστε να μην τον τινάξει.
Ορθό στον αέρα το έλατο εστάθη
τον αφέντη μου έχοντας πάνω στην κορφή του. (στην κορυφή, όπως βάζουν στα δεντράκια, πλαστικά ή αληθινά το άστρο - το δήθεν χριστιανικό)
1075 Και δεν ήταν τόσο αυτός που είδε τις μαινάδες αλλά
μάλλον οι μαινάδες αυτόν.
Και ενώ δεν είχε γίνει ακόμη καλά-καλά ορατός που κάθονταν εκεί πάνω,
ο ξένος έγινε άφαντος και φωνή απ’ τον
ουρανό ακούστηκε, του Διόνυσου
όπως συμπεράναμε, που λέει:
«Γυναίκες, σας φέρνω εκείνον που
εσάς κι εμένα και τις τελετές μου
1080 κοροϊδεύει∙ εμπρός τιμωρήστε τον».
Κι αυτά καθώς τα ΄λεγε στον ουρανό
πάνω και στη γη στηρίζει ιερής φωτιάς τη φλόγα. (να το και το άγιο φώς που εμφανίζεται ως επιστέγασμα της διαδικασίας)

Στην συνέχεια οι μαινάδες σπρωγμένες απο τον Θεό προσπαθούν να κατεβάσουν από εκεί τον Πενθέα για να τον τιμωρήσουν

               Κι ως είδαν τον αφέντη μου στο έλατο πάνω καθισμένο,
πρώτα-πρώτα αφού στάθηκαν σε βράχο όπως
σε πύργο αντικρινό άρχισαν με ορμή
να τον πετροβολούνε κι έπειτα κλωνάρια
ελάτου πάνω του εκτόξευαν σαν ακόντια.
Άλλες τους θύρσους πετούσαν
ενάντια στον Πενθέα, στόχο θλιβερό,
1100 μα δεν τον πετύχαιναν. Γιατί αυτός ο ταλαίπωρος,
παραλυμένος απ’ το φόβο,
βρισκόταν σε τέτοιο ύψος που η
προθυμία τους δεν μπορούσε να φτάσει.
Τέλος κλαδιά βελανιδιάς έσπασαν και
μ’ αυτούς τους ξύλινους λοστούς
το έλατο προσπαθούσαν να ξεριζώσουν.
1105 Κι επειδή πάλι χαμένοι πήγαιναν οι
κόποι τους, είπε η Αγαύη: «εμπρός
μαινάδες, γύρω-γύρω σταθείτε κι απ’
τον κορμό πιαστείτε, για να πιάσουμε
αυτό τ’ αγρίμι που ΄ναι εκεί ψηλά,
μην πάει και αποκαλύψει τους μυστικούς
χορούς του θεού». Κι αυτές με μύρια χέρια
το έλατο άρπαξαν και απ’ το (γι αυτό και εμείς σήμερα δεν στολίζουμε τα έλατα στο φυσικό τους περιβάλλον αλλά τα κόβουμε)
1110 έδαφος το ξεκόλλησαν∙ κι από εκεί
ψηλά που κάθονταν με μιας ο Πενθέας
γκρεμίζεται στο χώμα με αμέτρητα (το γκρέμισμα απο την κρυψώνα στην κορυφή του ελάτου είναι σημαδιακό και προετοιμάζει για τον τελικό στολισμό)
αγκομαχητά, γιατί ένιωθε πως στη
συμφορά κοντά βρισκόταν

Ακολουθούν οι σκηνές που οι μαινάδες με αρχηγό την μητέρα του Πενθέα Αγαύη επιτίθενται και ξεσκίζουν τον ιερόσυλο. Ο Πενθέας τεμαχίζεται όπως ο Ζαγρέας του οποίου αποτελεί το γήινο ομοίωμα. Τα μέλη του διασκορπίζονται αλλά:

...Όσο για το άθλιο κεφάλι, η μάνα του στα χέρια της το πήρε κι αφού στην κορυφή του θύρσου
της το έμπηξε, σ’ όλον τον Κιθαιρώνα το περιφέρει σαν να ΄ναι κεφάλι βουνίσιου λιονταριού, αφήνοντας τις αδερφές της στους θιάσους των μαινάδων. (Δηλαδή ο ουράνιος θεικός θύρσος = Έλατο +Πενθέας στην κορυφή γίνεται γήινος λατρευτικός Θύρσος, κοντάρι + κεφάλι Πενθέα.)




Το χριστουγεννιάτικο λοιπόν δέντρο υποστηρίζουμε πως είναι κλεμμένο και μεταμφιεσμένο το παραπάνω θεϊκό έργο-παράδοση. Καλούμε λοιπόν τους σύγχρονους συγκρητιστές να αφήσουν τις ξενέρωτες βλακείες με ειρεσιώνες αυτή την εποχή (τι στο καλό σχέση ο Απόλλωνας βρε στούρνοι καταχείμωνο) και να επιστρέψουν στην τήρηση των σωστών παραδεδομένων. Οι έχοντες έλατα στην αυλή τους μπορούν να τα στολίσουν δένοντας στην κορυφή τους όποιον δεν γουστάρουν και όλοι οι υπόλοιποι με περιορισμούς χώρου ή την ανάγκη εσωτερικού στολισμού, κάνουν το απλό να καρφώσουν σε ένα ελάτινο κοντάρι το κεφάλι των βέβηλων εχθρών τους. Οι πιο προνοητικοί μάλιστα μπορούν να το ταριχεύσουν ώστε το όλο σύστημα να εξυπηρετεί και τις ανάγκες λαμπάδας το Πάσχα (ή τα Αδώνια). Απαραίτητη επίσης η αλλαγή του μουσικού ρεπερτορίου με τα παρακάτω:






Βέβαια, οι πιο σκληροπυρηνικοί και προσεχτικοί αναγνώστες μπορούν να ξεπεράσουν τα χιουμοριστικά στοιχεία του παρόντος και διαβάζοντας το σε συνδυασμό με το αμέσως προηγούμενο κείμενο να προετοιμαστούν για τον φετινό Διονυσιακό κύκλο και να έρθουν αύριο να τιμήσουμε τον κισσοστεφή Θεό. 

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Ναρθηκοφόροι μεν πολλοί. Μια σύντομη ιστορία του νάρθηκα.

Ανάμεσα στον αστείρευτο πλούτο της ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης, υπάρχει ένα κομμάτι εξαιρετικά δυσπρόσιτο, αφενός λόγω του σπαραγματικού χαρακτήρα των ευρημάτων, των επιβιώσεων κτλ και αφετέρου λόγω των πιο ειδικών και διεπιστημονικών γνώσεων που απαιτούνται (βοτανολόγοι, βιολόγοι, φιλόλογοι, κ.α) για να υπάρξουν σχετικές ειδικές μελέτες. Φυσικά αναφέρομαι στον θησαυρό των φυτών που είτε ως σύμβολα, είτε ως χρηστικά αντικείμενα, είτε ως λατρευτικά μυστηριακά βοηθήματα εμφανίζονται, παράλληλα με άλλα αντίστοιχα, πχ ζώα, να συντροφεύουν τους Θεούς και τους ανθρώπους στις μεταξύ τους επαφές και σχέσεις. Τα παραδείγματα είναι άπειρα. Από τα φυτά που εμφανίζονται στις διάφορες λατρευτικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα εικονογραφήσεις και μύθους και σχετίζονται με συγκεκριμένους Θεούς μέχρι αυτά που λόγω των ιδιοτήτων τους, φαρμακευτικών ή άλλων, διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στην ζωή των αρχαίων, ο φυτικός κόσμος βρίσκεται παντού, αλλά συνήθως διαφεύγει της προσοχής μας. Λίγοι διαβάζοντας ένα μύθο ή άλλη αναφορά σε αρχαίο κείμενο, πόσο μάλλον παρατηρώντας μια εικονογραφία, θα σταθούν στο σιωπηλό βασίλειο των φυτών που αναδεικνύεται ανάμεσα σε όλα τα άλλα θέματα. Παρόλα αυτά, καθώς τα πράγματα που δεν γνωρίζουμε, οι υποθέσεις που κάνουμε, και άλλες πληροφορίες που δεν φανταζόμαστε καν καθώς μάλλον έχουν απολεσθεί για πάντα πλειοψηφούν, το ίδιο το πεδίο μας καλεί να καλύψουμε ένα τεράστιο κενό, όχι μόνο στο ευρύτερο γνωστικό αντικείμενο αλλά κυρίως στην βιωματική πρακτική που κρύβεται από πίσω.

Σε καλή σχετικά μοίρα, σε σχέση τουλάχιστον με πολλά άλλα φυτά, βρίσκεται ο νάρθηκας για τον οποίο θα μιλήσουμε στο παρόν. Και αυτό γιατί από την μία εμφανίζεται σε πληθώρα εικονογραφήσεων και αναφορών με αποτέλεσμα να ταυτοποιείται ως είδος και από την άλλη γιατί συμμετέχει ενεργά σε δύο τουλάχιστον σημαντικά κομμάτια της παραδοσιακής μυθολογίας και θρησκείας, τα οποία θα δούμε αφού πρώτα πούμε λίγα πράγματα για το εν λόγω φυτό.  Ο νάρθηξ λοιπόν, επιστημονική ονομασία "Φέρουλα η κοινή" είναι φυτό της οικογένειας των απιιδών δηλαδή συγγενές με το σέλινο, τον άνηθο κτλ, μόνο που μεγαλώνει σημαντικά σε μέγεθος με το κεντρικό του στέλεχος να φτάνει και τα 3-4 μέτρα.


«Ξύλον μεν εξ ινός και υγρού και ένια σαρκός• ξυλούται γαρ σκληρυνομένη, οίον εν τοις φοίνιξι και νάρθηξι και ει τι άλλο εκξυλούται».Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας
Ανθίζει μέσα άνοιξης εμφανίζοντας τα χαρακτηριστικά κίτρινα μπουκέτα από τα άνθη ενώ από το καλοκαίρι μαραίνεται εντελώς και ο κορμός του γίνεται ξυλώδης. Αυτοφυές στην γεωγραφική περιοχή μας χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα και για τις φαρμακευτικές  (προσοχή όλα του τα μέρη είναι τοξικά) αλλά και για τις φυσικές του ιδιότητες.

Για παράδειγμα ο Διοσκουρίδης μας λέει. :
«Νάρθηκος χλωρού η εντεριώνη πινομένη αιμοπτυϊκούς και κοιλιακούς ωφελεί και εχιοδήκτοις δίδοται συν οίνω και τας εκ ρινών αιμορραγίας επέχει λεία εντεθείσα. Το δε σπέρμα στροφουμένους πινόμενον ωφελεί και ιδρώτας κινεί συγχριόμενον μετ’ ελαίου. Οι δε καυλοί βρωθέντες κεφαλαλγείς εισι. Ταριχεύεται δε και εις τας αλμεύσεις». Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 77.
* Στο ενδιαφέρον Site για τα μανιτάρια μαθαίνουμε επίσης πως "Τον χειμώνα αναπτύσσεται στην βάση των ξερών βλαστών του ένα είδος πολύ νόστιμων μανιταριών, οι Αρτηκίτες «Pleurotus fuscus var. ferulae», που πολλές φορές παίρνουν μεγάλες διαστάσεις." και κρατήστε αυτή την πληροφορία για μια υποσημείωση μετά.

Ερχόμενοι τώρα στις φυσικές ιδιότητες του φυτού, η ελαστικότητα και αντοχή και ταυτόχρονα ελαφρύτητα του στελέχους του το έκανε κατάλληλο για διάφορες χρήσεις, ήδη από την αρχαιότητα, με γνωστότερη αυτή της υποστήριξης και δεσίματος τραυματισμένων-σπασμένων μελών εξού και το ακόμα σε χρήση όνομα αυτών των ιατρικών βοηθημάτων. Επίσης διαδεδομένη ήταν η χρήση του στην κατασκευή, μικρών συνήθως, ελαφρών κιβωτίων τύπου πυξίδας κτλ οπού και εκεί συχνά βρίσκουμε ταύτιση του ονόματος του φυτού με τα κατασκευαζόμενα αντικείμενα. Έτσι, "εκ του νάρθηκος" ονομάστηκε για παράδειγμα η περίφημη επιμέλεια της Ιλιάδας από τον Αριστοτέλη που κουβαλούσε μαζί του ο Αλέξανδρος μέσα σε πολύτιμο κουτί (νάρθηξ) που είχε βρεί λάφυρο κατά την διάρκεια της εκστρατείας του.

«κλέψας πυρὸς τηλέσκοπον αύγήν ἐν κοΐλῳ νάρθηκι», Ησίοδος
Θεογ.567

Στην εντεριώνη, την ουσία που περιέχει ο βλαστός του φυτού, όπως αναφέρει ο Διοσκουρίδης, οφείλεται, όμως, η γνωστότερη από τους μύθους, για να περάσουμε στην πρώτη μας θρησκευτικού ενδιαφέροντος περίπτωση, χρήση του φυτού που δεν είναι άλλη από την διατήρηση και μεταφορά του κλεμμένου πυρός από τον Προμηθέα. Μέσα σε ένα νάρθηκα τοποθέτησε ο Τιτάνας τα σπέρματα της ιερής φωτιάς ώστε να την μεταφέρει στους ανθρώπους και σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος οι άνθρωποι τελούσαν λαμπαδηδρομίες προς τιμή του. Πιθανότατα στην πρώιμη τους μορφή, ώς αναπαράσταση αυτού του μυθικού γεγονότος, οι λαμπαδηφορίες θα πρέπει να γίνονταν με νάρθηκα και όχι με πυρσούς. Γιατί πράγματι το βραδύκαυστο εσωτερικό του φυτού έχει την ικανότητα να διατηρεί αναμμένη καύτρα χωρίς αυτή να καίει και να καταστρέφει το εξωτερικό.

«ναρθηκοπλήρωτον δὲ θηρῶμαι πυρὸς πηγὴν κλοπαίαν, ἣ διδάσκαλος τέχνης πάσης βροτοῖς πέφηνε καὶ μέγας πόρος.»Αισχύλου Προμηθέας Δεσμότης 109







Κάπως έτσι, σε κάποιες ελάχιστες σχετικές απεικονίσεις, οι οποίες μάλλον αναφέρονται σε  σατυρικό δράμα σχετικό με τον Προμηθέα, βλέπουμε τον Τιτάνα να παραδίδει την φωτιά από τον νάρθηκα του σε επίσης ναρθηκοφόρους Σατύρους, οι οποίοι δείχνουν έκπληκτοι ή θαυμάζουν το δώρο χορεύοντας. (Ίσως μας θυμίζει και κάτι πιο σύγχρονο και ξένο αυτή η μετά-ναρθήκωση του ιερού πυρός). Φυσικά εδώ πρόκειται για μια φυσιοκρατική απεικόνιση του κυριολεκτικού γεγονότος που αφηγείται ο μύθος, παρόλα αυτά η εικαστική συνύπαρξη του Τιτάνα που δωρίζει το θεϊκό πυρ (ότι και αν αντιλαμβανόμαστε οτι μπορεί να είναι αυτό πέρα από την γήινη φωτιά) και των σατύρων μας επιτρέπει να αναπτύξουμε κάποιους περαιτέρω συνειρμούς και να περάσουμε και στην δεύτερη μυθική/θρησκευτική χρήση του νάρθηκα που δεν είναι άλλη από αυτή που υπαινίσσεται η παροιμιώδης φράση του τίτλου που μας παραδίδει ο Πλάτωνας.


«Εἰσί γάρ δή οἱ περί τάς τελετάς ναρθηκοφόροι μέν πολλοί Βάκχοι δέ τε παῦροι»

μας λέει λοιπόν ο Πλάτωνος στον διάλογο του "Φαίδων" στην περί ψυχής συζήτηση ενώ το όλο απόσπασμα έχει ως εξής:  

«...τό δ' ἀληθές τῷ ὄντι ᾖ κάθαρσίς τις τῶν τοιούτων πάντων, καί ἡ σωφροσύνη καί ἡ δικαιοσύνη καί ἡ ἀνδρεία καί αὐτή ἡ φρόνησις μή καθαρμός τις ᾖ. Καί κινδυνεύουσι καί οἱ τάς τελετάς ἡμῖν οὗτοι καταστήσαντες οὐ φαῦλοί τινες εἶναι, ἀλλά τῷ ὄντι πάλαι αἰνίττεσθαι ὅτι ὅς ἄν ἀμύητος καί ἀτέλεστος εἰς Ἅιδου ἀφίκηται, ἐν βορβόρῳ κείσεται, ὁ δέ κεκαθαρμένος τε καί τετελεσμένος ἐκεῖσε ἀφικόμενος μετά θεῶν οἰκήσει. Εἰσί γάρ δή, φασίν οἱ περί τάς τελετάς, ναρθηκοφόροι μέν πολλοί, βάκχοι δέ τε παῦροι· οὗτοι δ' εἰσί κατά τήν ἐμήν δόξαν οὐκ ἄλλοι ἤ οἱ πεφιλοσοφηκότες ὀρθῶς»

και αυτομάτως γίνεται εμφανής αφενός η σύνδεση των ναρθηκοφόρων με τις σημαντικές μυστηριακές τελετές των αρχαίων (Ελευσίνια, ορφικές, Διονυσιακές ;) και αφετέρου η διάκριση μεταξύ απλών ναρθηκοφόρων και όντως βακχευτών δηλαδή αυτών που έχουν επιτύχει την ένθεη μανία, την κατάληψη από τον Θεό κτλ σε θρησκευτικούς όρους παρότι ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί την ρήση για φιλοσοφική διάκριση. 

 Βέβαια Ναρθηκοφόρος είναι ο ίδιος ο Θεός, όπως βλέπουμε όχι μόνο στις ποικίλες παραστάσεις του αλλά και πχ στον ορφικό ύμνο της Μίσιδος όπου φέρει αυτό τον τίτλο με σύνδεση πάλι τα μυστήρια και δή τα ΅Ελευσίνια:

Θεσμοφόρον καλέω ναρθηκοφόρον Διόνυσον, σπέρμα πολύμνηστον, πολυώνυμον Εὐβουλῆα,ἁγνήν εὐίερόν τε Μίσην ἄρρητον ἄνασσαν ἄρσενα καὶ θῆλυν, διφυῆ, λύσειον Ἴακχον εἴτ' ἐν Ἐλευσῖνος τέρπῃ νηῷ θυόεντι...



και αυτό για τον απλό λόγο πως από νάρθηκα φτιάχνονταν οι θύρσοι αυτό το εξαιρετικά σημαντικό αντικείμενο-σύμβολο της Βακχικής λατρείας το οποίο βλέπουμε να κρατούν οι Μαινάδες, οι ακόλουθοι Σάτυροι, οι λατρευτές και φυσικά ο ίδιος ο Θεός.

Μαινάδα με Θύρσο που εμφανίζει καθαρά το στέλεχος από νάρθηκα

Κάποιοι αιτιολογικοί μύθοι μας λένε πως η χρήση του νάρθηκα για κοντάρι του Θύρσου παραδόθηκε ως εντολή από τον ίδιο το Θεό ούτως ώστε να μην κινδυνεύουν με ατυχήματα (λόγω μικρού βάρους και σκληρότητας) οι μεθυσμένοι θιασώτες του, για τους οποίους ένα μπαστούνι-μαγκούρα από νάρθηκα ήταν η καταλληλότερη λύση για να μπορούν να στηριχτούν μέν, χωρίς να κινδυνεύουν να ανοίξουν ο ένας το κεφάλι του άλλου δε. Αυτή εξάλλου - η αντικατάσταση βαρέων κονταριών πχ- ήταν μια χρήση που μαρτυρείται και αλλού, όπως μας δείχνει η αναφορά του Ξενοφώντα στο "Κύρου παιδεία", στην οποία ο Πέρσης βασιλιάς είχε σκαρφιστεί για γυμνάσια των στρατιωτών του μια αθλοπαιδιά που βασίζονταν στην χρήση κονταριών από νάρθηκα -αντί πραγματικών δοράτων:

[17] Ἔκάλεσε δ' ἐπὶ δεῖπνον ὁ Κῦρος καὶ ὅλην ποτὲ τάξιν σὺν τῷ ταξιάρχῳ, ἰδὼν αὐτὸν τοὺς μὲν ἡμίσεις τῶν ἀνδρῶν τῆς τάξεως ἀντιτάξαντα ἑκατέρωθεν εἰς ἐμβολήν, θώρακας μὲν ἀμφοτέρους ἔχοντας καὶ γέρρα ἐν ταῖς ἀριστεραῖς, εἰς δὲ τὰς δεξιὰς νάρθηκας παχεῖς τοῖς ἡμίσεσιν ἔδωκε, τοῖς δ' ἑτέροις εἶπεν ὅτι βάλλειν δεήσοι ἀναιρουμένους ταῖς βώλοις. [18] Ἐπεὶ δὲ παρεσκευασμένοι οὕτως ἔστησαν, ἐσήμηνεν αὐτοῖς μάχεσθαι. Ἐνταῦθα δὴ οἱ μὲν ἔβαλλον ταῖς βώλοις καὶ ἔστιν οἳ ἐτύγχανον καὶ θωράκων καὶ γέρρων, οἱ δὲ καὶ μηροῦ καὶ κνημῖδος. Ἐπεὶ δὲ ὁμοῦ ἐγένοντο, οἱ τοὺς νάρθηκας ἔχοντες ἔπαιον τῶν μὲν μηρούς, τῶν δὲ χεῖρας, τῶν δὲ κνήμας, τῶν δὲ καὶ ἐπικυπτόντων ἐπὶ βώλους ἔπαιον τοὺς τραχήλους καὶ τὰ νῶτα. Τέλος δὲ τρεψάμενοι ἐδίωκον οἱ ναρθηκοφόροι παίοντες σὺν πολλῷ γέλωτι καὶ παιδιᾷ...




Βέβαια το γεγονός της ακαταλληλότητας του νάρθηκα να αξιοποιηθεί ως όπλο δεν θα μπορούσε να εμποδίσει μια τέτοια χρήση από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος σε διάφορες ιστορίες φέρεται να σκοτώνει αντιπάλους του με τον θύρσο του, ούτε τις μαινάδες να αποτρέπουν με κατάλληλες κινήσεις τους επιθετικούς σατύρους. Υπάρχει εξάλλου και η λέξη θυρσολόγχος που υπαινίσσεται ή την χρήση του θύρσου ως λόγχη ή την μεταμφίεση μιας λόγχης σε θύρσο, αλλά όλα αυτά (όπως και οι παλαιότερες άνευ νάρθηκα κατασκευές του Θύρσου, ή τα περί της χρήσης των κωνοφόρων κτλ) μάλλον ανήκουν σε μια γενικότερη εξέταση του Θύρσου που δεν είναι της παρούσης μιας και το άρθρο μας αφορά τον νάρθηκα. 



Συρίας δ᾽ ὡς λιβάνου καπνόν 
ὁ Βακχεὺς ἀνέχων πυρσώδη φλόγα πεύκας
ἐκ νάρθηκος ἀίσσει δρόμῳ καὶ χοροῖσιν
πλανάτας ἐρεθίζων ἰαχαῖς τ᾽ ἀναπάλλων,

Τον νάρθηκα, ο οποίος και στις δύο περιπτώσεις μας, υπόκειται σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης από ένα απλό κούφιο ξύλο σε θεϊκό αντικείμενο είτε ικανό να περιέχει το ιερό πύρ είτε να καθίσταται - άλλου τύπου- έμπυρο (εμφανές στο παραπάνω απόσπασμα, για το οποίο πέρα από την φυσιοκρατική πάλι εικόνα ενός θύρσου με αναμμένο κουκουνάρι, πάρα πολλά μπορούν ξανά να ειπωθούν, ίσως σε άλλο άρθρο για τα κωνοφόρα) εικόνα του Θεού στην Διονυσιακή λατρεία με την προσθήκη-στεφάνωμα ενός κουκουναριού και μιας κορδέλας (ή κισσού). Η διαδικασία αυτή της μεταμόρφωσης πολύ ωραία δίνεται στους παρακάτω στίχους από τις Βάκχες του Ευριπίδη :

ὦ Σεμέλας τροφοὶ Θῆβαι, στεφανοῦσθε κισσῷ·
βρύετε βρύετε χλοήρει μίλακι καλλικάρπῳ
καὶ καταβακχιοῦσθε δρυὸς ἢ ἐλάτας κλάδοισι,
στικτῶν τ᾽ ἐνδυτὰ νεβρίδων
στέφετε λευκοτρίχων πλοκάμων μαλλοῖς·
ἀμφὶ δὲ νάρθηκας ὑβριστὰς ὁσιοῦσθ᾽·
ὐτίκα γᾶ πᾶσα χορεύσει...

Ο σημειωμένος στίχος που μας ενδιαφέρει (ενώ πιο πάνω βρίσκουμε πάλι αναφορές σε άλλα ενδιαφέροντα φυτά που σχετίζονται με τον Διόνυσο) δυστυχώς στις περισσότερες μεταφράσεις αποδίδεται σαν να πρόκειται περί απλής προστακτικής στις Βάκχες να υψώσουν ψηλά τους θύρσους τους ώστε οι ίδιες να καθαρθούν (Βέβαια για παράδειγμα στην μετάφραση του Γκαστή εδώ η απόδοση "τους βίαιους θύρσους σας σείστε ευλαβικά", συνοδεύεται από την σωστή σημείωση "Η σύνθετη διαδικασία μετατροπής του απλού νάρθηκα σε σύμβολο ιερό της λατρείας του Διονύσου (σε θύρσο) που περιγράφεται εδώ, δύσκολα αποδίδεται στα νέα ελληνικά.") . Παρότι όμως η λέξη νάρθηκας όπως είδαμε μπορεί να ταυτίζεται με τον θύρσο (ναρθηκοφόρος) νομίζω πως εδώ ο στίχος αναφέρεται στην μεταμόρφωση που υποστηρίξαμε. Δηλαδή στην διαδικασία ιεροποίησης του φυτού νάρθηκα (υβριστής, μη-όσιος) σε ένα αντικείμενο κατάλληλο για την λατρεία δηλαδή ευσεβές και όσιο. Πρόκειται για την μετουσίωση του φυτού σε Θύρσο δηλαδή πραγματική εικόνα του Θεού που συντροφεύοντας στις τελετές τους λατρευτές, μαζί με τις άλλες πρακτικές, θα επιτρέψει και την μεταμόρφωση των ίδιων από "κούφια ξύλα" σε έμπυρα, δηλαδή ένθεα όντα υπό κατάληψη-μανία. Την αυτή μεταμόρφωση υφίσταται εξάλλου αναλογικά στην τραγωδία και ο ίδιος ο Πενθέας (Και εδώ εξαιρετικά δύσκολο να αποδοθούν σωστά βγάζοντας αυτό το νόημα οι στίχοι : ἀναχορεύσωμεν Βάκχιον,ἀναβοάσωμεν ξυμφορὰν τὰν τοῦ δράκοντος Πενθέος ἐκγενέτα· ὃς τὰν θηλυγενῆ στολὰν νάρθηκά τε, πιστὸν Ἅιδαν,ἔλαβεν εὔθυρσον,ταῦρον προηγητῆρα συμφορᾶς ἔχων.) με αποκορύφωμα το τέλος του (στεφανώνει αρχικά ο ίδιος ώς ανενεργό ομοίωμα του Θεού μια ελάτη (κρύβεται) και τελικά το κεφάλι του τον Θύρσο της μητέρας του (περιφέρεται), παρέχοντας μας ως αναλογία τις δυνατότητες για χρήσιμα συμπεράσματα για τον συμβολισμό του Θύρσου κτλ.

Το ίδιο εξάλλου υπονοεί και η παροιμιώδης φράση του Πλάτωνα καθώς όλοι όσοι βακχεύουν είναι ναρθηκοφόροι, δηλαδή κρατούν θύρσους από νάρθηκα, όμως, λίγοι φαίνεται πως επιτυγχάνουν την μεταμόρφωση, την ένθεη μανία που καθιστά τους ίδιους έμπυρους (αντίστοιχα είναι η έμπυρη φύση - περιέχοντα σπέρματα- των κωνοφόρων που δρά εδώ και θα ήταν χρήσιμη ίσως μια εξέταση του πότε και ποιοι στις εικονογραφίες εμφανίζονται με θύρσους με κλειστά κουκουνάρια ή αντίθετα με ανοιχτά) ή "βάκχους". Σε αυτή την περίπτωση η παρατήρηση της χρήσης των λέξεων "νάρθηξ" μαζί με "υβριστάς" σε αντίθεση με την επακόλουθη "οσίωση" είναι απαραίτητη για να αρχίσουμε τουλάχιστον να κατανοούμε τα υψηλότερα σημεία (και τις επιμέρους πρακτικές) της λατρευτικής πράξης. Μιας λατρευτικής πράξης που μπορεί να ξεκινάει από την απλή συγκομιδή ενός στελέχους από ένα "ταπεινό φυτό", την κοινή Φέρουλα αλλά καταλήγει σε μια κατεξοχήν παραδοσιακή ιερή πράξη - όργιο - μετοχής στην θεότητα.  

Και μιας και μπαίνουμε ταχύτατα στον νέο Διονυσιακό κύκλο μπήκα και εγώ στην διαδικασία προετοιμασίας του φετινού μου Θύρσου που θα με συντροφεύσει στις σχετικές τελετές ελπίζοντας στην σχετική μεταμόρφωση του εαυτού μετά την μεταμόρφωση του κούφιου ξύλου. (πλησιάζουν και τα Φαλληφόρια να είμαστε έτοιμοι).





















* Όπως το μανιτάρι φυτρώνει κρυφά γύρω απο την ρίζα του νάρθηκα του Προμηθέα και καλεί προς εξερεύνηση του έτσι ψάξιμο χρειάζεται επίσης η αναφορά στο μαγικό φυτό του Τιτάνα που φύτρωσε από το αίμα του για το οποίο γίνεται λόγος στα Αργοναυτικά. Η παρέκβαση για να δείξω την σύνδεση πραγματικότητας, λογοτεχνικών αναφορών και το πόσο πολύ οι συγκεκριμένες διαφεύγουν συνήθως της προσοχής μας και του ενδιαφέροντος μας για μελέτη.


ἡ δὲ τέως γλαφυρῆς ἐξείλετο φωριαμοῖο
φάρμακον, ὅ ῥά τέ φασι Προμήθειον καλέεσθαι. 845
τῷ εἴ κ᾽ ἐννυχίοισιν ἀρεσσάμενος θυέεσσιν
Kούρην μουνογένειαν ἑὸν δέμας ἰκμαίνοιτο,
ἦ τ᾽ ἂν ὅγ᾽ οὔτε ῥηκτὸς ἔοι χαλκοῖο τυπῇσιν,
οὔτε κεν αἰθομένῳ πυρὶ εἰκάθοι· ἀλλὰ καὶ ἀλκῇ
λωίτερος κεῖν᾽ ἦμαρ ὁμῶς κάρτει τε πέλοιτο. 850
πρωτοφυὲς τόγ᾽ ἀνέσχε καταστάξαντος ἔραζε
αἰετοῦ ὠμηστέω κνημοῖς ἔνι Καυκασίοισιν
αἱματόεντ᾽ ἰχῶρα Προμηθῆος μογεροῖο.
τοῦ δ᾽ ἤτοι ἄνθος μὲν ὅσον πήχυιον ὕπερθεν
χροιῇ Κωρυκίῳ ἴκελον κρόκῳ ἐξεφαάνθη, 855
καυλοῖσιν διδύμοισιν ἐπήορον· ἡ δ᾽ ἐνὶ γαίῃ
σαρκὶ νεοτμήτῳ ἐναλιγκίη ἔπλετο ῥίζα.
τῆς οἵην τ᾽ ἐν ὄρεσσι κελαινὴν ἰκμάδα φηγοῦ
Κασπίῃ ἐν κόχλῳ ἀμήσατο φαρμάσσεσθαι,
ἑπτὰ μὲν ἀενάοισι λοεσσαμένη ὑδάτεσσιν, 860
ἑπτάκι δὲ Βριμὼ κουροτρόφον ἀγκαλέσασα,
Βριμὼ νυκτιπόλον, χθονίην, ἐνέροισιν ἄνασσαν,
λυγαίῃ ἐνὶ νυκτί, σὺν ὀρφναίοις φαρέεσσιν.
μυκηθμῷ δ᾽ ὑπένερθεν ἐρεμνὴ σείετο γαῖα,
ῥίζης τεμνομένης Τιτηνίδος· ἔστενε δ᾽ αὐτὸς 865
Ἰαπετοῖο πάις ὀδύνῃ πέρι θυμὸν ἀλύων.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Συνταγές για ειδωλολατρικά εορταστικά τραπεζώματα.



Ένα μεγάλο πρόβλημα για τους μοντέρνους ειδωλολάτρες που η πληθώρα δικτυακών κειμένων δεν έχει λύσει ακόμα, παρά τις επιτυχημένες μίξεις χριστουγέννων, ηλιουγέννων κτλ, είναι αυτό των εορταστικών τραπεζιών.

Είναι γνωστό πως το φαγητό σε κάθε εορτή είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας, τόσο σημαντικός που στην αρχαιότητα αρκετές εορτές χαρακτηρίζονταν από ειδικά φαγητά, ιερά ή ταμπού για την συγκεκριμένη ημέρα, ενώ άλλες έπαιρναν ακόμα και το όνομα τους από αυτά (πχ Πυανέψια). Αυτά φαίνεται πως έχουν διαφύγει της προσοχής των σύγχρονων αρχαιολατρών που δεν επιμελούνται των εορταστικών τους τραπεζιών και συχνά αναγκαστικά ακολουθούν την πεπατημένη του χριστιανικού εθίμου (χο-χο-χο) της γαλοπούλας.

Βέβαια η γαλοπούλα δεν είναι ντόπιο πουλί και έτσι δεν ξέρουμε πότε κατάφερε και την έφερε ο Αη-Βασίλης (ίσως να ήταν η Coca Cola), παρόλαυτά έχει καθιερωθεί ώς χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Οι κακόμοιροι οι ειδωλολάτρες μην έχοντας βρεί ανάμεσα στους πολλούς συγκρητισμούς το αρχαιοελληνικό αντίστοιχο ακολουθούν και αυτοί την συνήθεια των Αζτέκων προγόνων.

Ίσως κάποιοι παλαιότεροι, ειδικά οι προερχόμενοι από την επαρχεία που πάντα έχει μακρύτερη μνήμη, να θυμούνται πως αυτή την εποχή στα τραπέζια κυριαρχούσαν τα χοιροσφάγια, και παίζαν έντονα φαγητά τύπου χοιρινό με σέλινο και πράσο και τέτοια ανάξια λόγου σε σχέση με την γεμιστή γλου γλου. Το ενδιαφέρον είναι πως μάλλον αυτή η συνήθεια υπήρχε από την αρχαιότητα αφού οι φυσικές διαδικασίες και καλύτερες εποχές για μεγάλωμα ενός ζώου και σφαξίματος του (και μετά πάστωμα, συντήρηση για τον χειμώνα κτλ) δεν πολυαλλάζουν τόσο εύκολα και ίσως και να μπορούμε να την συνδιάσουμε και με τις εορτές της Δήμητρας αυτήν την εποχή (πχ Αλώα) κατά την οποία θυσιάζονταν χοίροι (σύνηθες ιέρειο της).

Όπως και να έχει αυτά είναι για τους φτωχούς χωριάτες και δεν έχουν την γκλαμουριά μιας γεμιστής γαλοπούλας, η πάπιας πεκίνου κτλ.

Υπάρχει όμως μια συνδυαστική λύση για τους μερακλήδες ειδωλολάτρες ειδικά αυτούς που θέλουν να παίρνουν τα καλύτερα απο κάθε εποχή και δεν αντέχουν στο δίλημμα χοιρινό με σέλινο η γαλόπουλο. Η λύση - στο συγκριτικό πνεύμα των καιρών πάντα - είναι η μίξη και να το πώς μας το μεταφέρει ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του (και καθίστε εσείς να διαβάζετε Ιάμβλιχο).

". ἤδη δὲ ἡμῶν ἡδέως ἀπηλλοτριωμένων τοῦ σωφρονεῖν ἐπεισβάλλουσιν αὐλητρίδες καὶ [p. 94] μουσουργοὶ καὶ σαμβυκίστριαί τινες Ῥόδιαι, ἐμοὶ μὲν γυμναὶ δοκῶ, πλὴν ἔλεγόν τινες αὐτὰς ἔχειν χιτῶνας, ἀπαρξάμεναί τε ἀπῆλθον. καὶ ἐπεισῆλθον ἄλλαι φέρουσαι ληκύθους μύρου ἑκάστη δύο συνδεδεμένας ἱμάντι χρυσῷ, τὴν μὲν ἀργυρᾶν, τὴν δὲ χρυσῆν, κοτυλιαίας, καὶ ἑκάστῳ προσέδωκαν. ἔπειτ᾽ εἰσφέρεται πλοῦτος ἀντὶ δείπνου, πίναξ ἀργυροῦς ἐπὶ πάχος οὐκ ὀλίγον περίχρυσος, ὅσος δέξασθαι μέγεθος χοίρου τινὸς ὀπτοῦ καὶ σφόδρα μεγάλου, ὃς ὕπτιος ἐπέκειτο τὴν γαστέρα δεικνὺς ἄνω πλήρη οὖσαν πολλῶν ἀγαθῶν ἦσαν γὰρ ἐν αὐτῷ συνωπτημέναι κίχλαι καὶ νῆτται καὶ συκαλλίδων πλῆθος ἄπειρον καὶ ᾠῶν ἐπικεχυμέναι λέκιθοι καὶ ὄστρεα καὶ κτένες: καὶ ἑκάστῳ πεπυργωμένα αὐτοῖς πίναξιν ἐδόθη. μετὰ δὲ ταῦτα πιόντες ἐλάβομεν ἕκαστος ἔριφον ζέοντα ἐφ᾽ ἑτέρῳ πάλιν πίνακι τοιούτῳ σὺν μύστροις χρυσοῖς. ὁρῶν οὖν τὴν δυσχωρίαν ὁ Κάρανος κελεύει σπυρίδας ἡμῖν καὶ ἀρτοφόρα διὰ ἱμάντων ἐλεφαντίνων πεπλεγμένα δοθῆναι, ἐφ᾽ οἷς ἡσθέντες ἀνεκροταλίσαμεν τὸν νυμφίον ὡς καὶ τῶν δοθέντων ἡμῖν ἀνασεσωσμένων. ἔπειτα στέφανοι πάλιν καὶ διλήκυθον μύρου χρυσοῦν καὶ ἀργυροῦν ἰσόσταθμον τοῖς προτέροις. ἡσυχίας δὲ γενομένης ἐπεισβάλλουσιν ἡμῖν οἱ κἂν τοῖς Χύτροις τοῖς Ἀθήνησι λειτουργήσαντες. μεθ᾽ οὓς εἰσῆλθον ἰθύφαλλοι καὶ σκληροπαῖκται καί τινες καὶ θαυματουργοὶ γυναῖκες εἰς ξίφη κυβιστῶσαι καὶ πῦρ ἐκ τοῦ στόματος ἐκριπίζουσαι γυμναί. ’"

"και καθώς τώρα όλοι διασκεδάζαμε, εισήλθαν αυλητρίδες και μουσικοί και κάποιες από την Ρόδο που έπαιζαν σαμβύκη, γυμνές νομίζω, αλλά κάποιοι είπαν πως έφεραν χιτώνες. Και αφού έπαιξαν μια εισαγωγή αποχώρησαν. Και ήρθαν και άλλες στην σειρά, η καθέ μια έφερε δύο μπουκάλια με αρώματα δεμένα με χρυσή κλωστή και σε καθένα από τα κουτιά υπήρχε ασημι και χρυσός. Η καθε μια κρατούσε ένα κότυλο τους οποίους παρουσίασαν στους επισκέπτες και ύστερα αντί για απλό δείπνο ήρθε ένας μεγάλος θησαυρός. Μια ασημένια πιατέλα με μια χρυσή μπορντούρα χοντρή, τέτοιου μεγέθους που πάνω χώραγε ένα ολόκληρο τεράστιο ψητό γούρουνι ακουμπισμένο με την πλάτη έτσι ώστε να αφήνει έκθετη πάνω την κοιλιά του, η οποία ήταν γεμάτη με πολλά ωραία πράγματα. Υπήρχαν τσίχλες και πάπιες και στρείδια και χτένια και αυγά..... Και σε κάθε επισκέπτη παραδόθηκε ένα γουρούνι γεμιστό με τέτοιο τρόπο, ωραίο και ζεστό μαζί με το πιάτο με το οποίο σερβιρίζονταν. ...
και δώστου πάλι αρώματα και στέφανια χρυσά και γκόμενες γυμνές και ζογκλέρ....καταλάβατε νομίζω. 

Όπως γίνεται φανερό απο το παραπάνω απόσπασμα η παράδοση μας δίνει την λύση, γεμιστό γρουν με γαλόπουλο και ότι άλλο θέτε και αφήνουμε τους χριστιανούς να τρώνε την αμερικάνικη παγανιά γαλοπούλα σκέτη μόνη. Επίσης καθώς οι γυμνές αυλητρίδες και τα άλλα θαυμαστά ταιριάζουν μόνο με εμάς, και όχι με τον μικρό χριστούλη στην φάτνη ευχόμαστε μαζί με την συνταγή οι πιο large οικονομικά ειδωλολάτρες να απολαύσουν και τα υπόλοιπα και άν κανείς κάνει κάτι τέτοιο με χρυσά στεφάνια κτλ ας καλέσει και εμάς τους μικροαστούς που θα έχουμε μόνο χοιρινό με σέλινο.


ΥΓ: Φωτό δεν βάζω από τα παραπάνω γιατί θίγονται οι φίλοι vegans. Αυτοί μπορούν να τρώνε γεμιστά κάστανα με ρύζι και σέλινο σε τάρτα σόγιας ή μελομακάρονα τυλιχτά σε κουραμπιέ.