Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

Ελλήνων αφηγήσεις - Συνεντεύξεις Ρ. Αναστασάκη και Β. Ρασσιά

Στο προσωπικό δικτυακό Project "Ελλήνων Aφηγήσεις" του Μηνά Παπαγεωργίου ανέβηκαν πρόσφατα, μετά από ένα μεγάλο διάλειμμα, δύο ακόμα συνεντεύξεις (σχολιασμός στην πρώτη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο εκδότης του περιοδικού Δαυλός Λάμπρου εδώ), σημαινόντων προσώπων του "ελληνοκεντρικού" χώρου, τις οποίες άκουσα με προσοχή και θα ήθελα να σχολιάσω. Ο σχολιασμός θα γίνει όχι τόσο στεκόμενος στα επιμέρους ζητήματα που συζητιόνται, εξάλλου μεγάλο μέρος των συνεντεύξεων, και λογικό είναι αυτό, αναλώνεται στα εύπεπτα βιογραφικά στοιχεία των συνεντευξιαζόμενων και στο τι έκανε πρώτος ο καθένας κερδίζοντας επάξια μια τιμητική θέση στον χώρο, όσο στην γενική αύρα που αναδύεται και σε θέματα ή σημεία που κατά την γνώμη μου δεν αναλύονται και δεν σχολιάζονται, ενώ αυτά ίσως να ήταν πιο σημαντικά, και για την ευρύτερη κατανόηση των προσωπικοτήτων που παρουσιάζονται, αλλά, κυρίως, για την κατανόηση της πορείας και των διεργασιών, ιδεολογιών και φαινομένων του ίδιου του χώρου που απασχολεί σε αυτό το project τον συγγραφέα. Μάλιστα μου κάνει εντύπωση πως δεν ρωτιούνται ορισμένα πράγματα έτσι όπως οδηγούνται από τις ίδιες τις συζητήσεις. 

Το πρώτο τέτοιο ζήτημα που αμέσως προκύπτει από τις συνεντεύξεις και που θα προκύψει και από πιθανές επόμενες με αντίστοιχες προσωπικότητες (πχ Π. Μαρίνη, Μ. Βερέττα κτλ) είναι ο χρόνος δράσης και εμφάνισης. Ο Αναστασάκης μας λέει πως ιδρύει το Ιδεοθέατρο το 1991 ενώ ο Ρασσιάς την ίδια εποχή ξεκινάει να εκδίδει το Διιπετές (μάλιστα από τους κόλπους της άσχετης με τον χώρο Ανοιχτής Πόλης) και συγγράφει τα πρώτα του σχετικά βιβλία. Για το ζήτημα αυτό θα ήθελα μια ανάλυση των συγγραφέων στο πώς εξηγούν αυτή την πολύπλευρη και ταυτόχρονη ανάδυση του "ελληνοκεντρικού χώρου", καθώς κάτι τέτοιο δεν γίνεται εμφανές ούτε καν σαν αίσθηση στα παρεχόμενα από αυτούς βιογραφικά στοιχεία. Δηλαδή, το αν κάποιος οδηγήθηκε εκεί από τον Παπαδιαμάντη που διάβαζε πιτσιρικάς ή από έναν Ινδιάνο που του μίλησε για την γλώσσα στην οποία ονειρεύεται είναι ωραίες ατάκες για την συνέντευξη αλλά δεν δείχνουν καμία ενσυναίσθηση των ευρύτερων διαδικασιών που εν ολίγοις τους δημιούργησαν (Για παράδειγμα στην Γαλλία και σε πολύ σοβαρότερο και ευρύτερο επίπεδο ανάλογες συζητήσεις έχουν ξεκινήσει 10+ χρόνια πριν με το σημαδιακό έργο του 81 του Benoist "Comment peut-on être païen" ενώ ήδη από το 82 η Ελεύθερη Σκέψις έχει εκδόσει το "Η Θρησκεία τηςΕυρώπης" του ίδιου. Αν το πάμε και παραπέρα θα δούμε πως πχ το "The new polytheism" του D.L. Miller είχε εκδοθεί το 71! ). Και δεν είναι μόνο οι κοινωνικές συνθήκες ή μια ασαφής αύρα που επιτρέπει την γέννηση του ελληνοκεντρικού χώρου αλλά πιθανώς και άλλοι πιο ειδικοί παράγοντες τους οποίους καλό θα ήταν αν υπάρχουν να μπορούν να τους αναγνωρίσουν αν όχι αναλύσουν αυτοί που έζησαν τα πράγματα εν τη γενέσει τους.

Σε συνέχεια των παραπάνω και κυρίως λόγω της προσπάθειας ανάδειξης της μοναδικότητας τους (που αδιαμφισβήτητα υπάρχει)  κανείς από τους συνεντευξιαζόμενους δεν περιέχει, ή απλά υποβαθμίζει, στο αφήγημα του, τις μεταξύ τους σχέσεις, επαφές και πιθανές αλληλοεπιρροές ή διαμορφώσεις που τους οδήγησαν σε συγκεκριμένες επιλογές, θέσεις ή στάσεις, οι οποίες τελικά καθόρισαν τα ιδιαίτερα τους χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, από τις αρχές της δεκαετίας του 90 μέχρι και τα μέσα-τέλη του (περίοδο πρώτης μάζωξης στον Όλυμπο, δημιουργία του ΥΣΕΕ κτλ) Ραδάμανθυς, Ρασσιάς, Μαρίνης, Ολύμπιος και άλλοι ήταν οι 30-40 όλοι και όλοι άνθρωποι ανά την ελληνική επικράτεια (όπως αναφέρει ο Ρασσιάς για την πρώτη συνάντηση στο σπίτι του Τρύφωνα) οι οποίοι καλλιεργούσαν και πάσχιζαν για αυτές τις ιδέες και μεταξύ τους γνωρίζονταν, συνεργάζονταν, αγαπιόνταν ή μισιόνταν, ουσιαστικά αλληλοεπιδρούσαν άμεσα και δεν εμφανίστηκαν απλά τυχαία ή παράλληλα ακολουθώντας ο καθένας τον δρόμο του όπως ίσως φαίνεται αν σταθούμε στις συνεντεύξεις.

Πηγαίνοντας το θέμα ακόμα πιο πέρα, το κάπως ευρύτερο κοινό που απευθύνονταν όλοι αυτοί, ήταν μια κοινή δεξαμενή με το κοινό του ευρύτερου χώρου της αναζήτησης που επίσης θέριευε την ίδια περίοδο - εποχή δόξας για περιοδικά όπως το "Τρίτο μάτι"-  σε διαφόρους άλλους συλλόγους, αίθουσες, φόρουμ κτλ. Ουσιαστικά σε μεγάλο ποσοστό και πέρα από τις δηλωμένες και υπαρκτές διαφοροποιήσεις ή εστιάσεις, την δεκαετία του 90, ειδικά προς τα τέλη του, κάποιος θα μπορούσε την μια μέρα να πάει σε εκδρομή για την κούφια Γη με το "Τρίτο μάτι", την επόμενη να παρακολουθεί μια διάλεξη του Ρασσιά, την μεθεπόμενη ένα δρώμενο της "φιλοσοφικής ελληνικής θρησκείας" του Ραδάμανθυ και ανάμεσα να έχει διαβάσει κανά Φουράκη ή Κεραμυδά, πολλές φορές μάλιστα όλα αυτά ίσως συνέβαιναν και ταυτόχρονα. Πχ να κάνει εκδρομή το "Τρίτο μάτι", να ανάβει θυμίαμα για τους Θεούς ο Ρασσιάς και ο Κεραμυδάς να τρώει πατατάκια 2 μέτρα πιο εκεί. Όλος αυτός ο κόσμος δεν ενδιαφέρθηκε για την αρχαία Ελλάδα επειδή εμφανίστηκε από το πουθενά ο Ρασσιας η ο Ραδάμανθυς ούτε προφανώς ήταν οι μοναδικές εξαιρέσεις στα 11εκ που πίστευε ο Ρασσιάς πως θα τον βρίζουν για αυτά που έγραφε στο βιβλίο του, παρά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποτελούν εξίσου με τους πρώτους - αν και σε άλλο επίπεδο - αποτέλεσμα των ευρύτερων διαδικασιών που θα ήθελα να αναλύονται ή να αναγνωρίζονται.

Το αμέσως επόμενο βήμα που μας οδηγεί το παραπάνω σκεπτικό και ενισχύεται μάλιστα ακούγοντας τους συνεντευξιαζόμενους να μιλάνε για τις πολυάριθμες εκδηλώσεις της δεκαετίας του 90, ή για τους καθημερινούς καφέδες στο Θησείο με όψιμους ενδιαφερόμενους για τον νέο ιδεολογικό χώρο, είναι τι στο καλό συνέβη με όλο αυτό το κόσμο, με όλες αυτές τις αίθουσες διαλέξεων, τα περιοδικά, το ενδιαφέρον, τις ιδέες κτλ. Και για να το θέσω απλά, θα ήθελα την γνώμη τους στο γιατί ξεφούσκωσε όλο αυτό το αρχαιολατρικό ρεύμα, ταυτόχρονα με την ευρύτερη του διάδοση. Μετά θα ήθελα, εφόσον αυτοί υπήρξαν οι πρωτεργάτες του, μια αυτοκριτική στο αν φταίνε και οι ίδιοι για αυτό. Τι θα έκαναν διαφορετικά σήμερα, τι έγινε λάθος, τι θα μπορούσε να έχει γίνει και αντίστοιχες ερωτήσεις στις οποίες ενδεχομένως να είχαν ενδιαφέροντα πράγματα να πουν. Από την άλλη, αν σε όλο αυτό το φαινόμενο απλά αναγνωρίζουμε μια πρόσκαιρη γενικότερη τάση (αποφεύγοντας έτσι την αυτοκριτική μας), η οποία υπό την πίεση άλλων ισχυρότερων τάσεων ατόνησε, τότε οι αρχαιολατρικές ταυτοτικές αναζητήσεις (η πηγή δηλ του Project του Μηνά) έχουν σήμερα κάποιο αντίστοιχο νόημα με αυτό που ξεκίνησε την δεκαετία του 90, όταν απλά έμειναν κάποιοι άνθρωποι που είτε βιοπορίζονται από αυτό είτε στην διαδρομή ταύτιστηκαν με αυτό και απλά θα απωλέσουν τον εαυτό τους αν εξαφανιστεί και το αντικείμενο ενδιαφέροντος;

Στα πιο ειδικά θέματα, βρίσκω τουλάχιστον δύο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις για περαιτέρω ερωτήσεις και ανάλυση στα ζητήματα που προκύπτουν στην συνέντευξη του κ. Αναστασάκη. Η πρώτη είναι στο σημείο που αναφέρεται στα μαθήματα αρχαίων ελληνικών και την δημιουργία της "Ελληνικής Αγωγής" η οποία στο ευρύ κοινό έχει ταυτιστεί με το πρόσωπο του Αδωνι Γεωργιάδη. Στο σημείο αυτό θα ήθελα μια ανάλυση των σημείων επαφής του ελληνοκεντρικού χώρου με προσωπικότητες όπως του Άδωνι, το κοινό μετέπειτα δεξιών κομμάτων όπως του Λάος στο οποίο ο εν λόγω "αρχαιολάτρης" ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα κτλ. Θα ήθελα να φανεί τι ξεχωρίζει πχ τον Αναστασάκη που παρέμεινε προσηλωμένος στους σκοπούς του Ιδεοθεάτρου από τον Άδωνι ο οποίος μετά από όλες τις πολιτικές κωλοτούμπες κατέληξε στην νεοφιλελεύθερη Ν.Δ και υπουργός. Και από αυτούς τους δύο ίσως να μπορούμε να βγάλουμε αντίστοιχα συμπεράσματα για το ευρύ κοινό που ενδεχομένως την δεκαετία του 90 ήταν αναζητητές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, το 2000 ψηφοφόροι του Λάος και σήμερα...τι;

Η δεύτερη περίπτωση προκύπτει από τις αναφορές του κ. Αναστασάκη στους δασκάλους του και τις επιρροές του καθώς και στις φιλοσοφικές/θρησκευτικές του ("πυθαγόριες") τάσεις. Στην συνέντευξη αναφέρεται στους Σ. Νάγο και Π. Γράβιγγερ (2), οι οποίοι αμφότεροι υπήρξαν αφενός αρχαιολάτρες (στον βαθμό που ασχολήθηκαν ανάμεσα σε όλα τα άλλα με τα σχετικά θέματα), και αφετέρου Τέκτονες και Θεοσοφιστές (και τα δύο χωρίς ίχνος μομφής). Και οι δύο ήταν σημαίνοντα πρόσωπα και στον ελληνικό τεκτονισμό αλλά και στην διάδοση των θεοσοφικών ιδεών στην ελληνική κοινωνία, είτε με το συγγραφικό τους έργο, είτε με τις ομιλίες τους κτλ. Γνωρίζοντας πως ο ελληνοκεντρισμός σε ένα τεκτονικό/θεοσοφικό περιβάλλον είναι επιθετικός προσδιορισμός μιας τάσης (μπορούμε να διαπιστώσουμε πως τις προηγούμενες δεκαετίες εμφάνισης του Ελληνοκεντρικού κινήματος ο μόνος "χώρος" που ενδιαφέρονταν για τέτοια θέματα ήταν ο τεκτονισμός) ενώ τα δεύτερα ουσιαστική ιδιότητα (όπως αντίστοιχα υπήρξαν ινδουιστοκεντρικοί θεοσοφιστές), εγώ θα ρώταγα τον "Ραδάμανθυ" κατά πόσο λοιπόν η δική του οπτική, διδασκαλία, ομιλίες, έργο κτλ περιέχει ερμηνείες και αναγνώσεις θεοσοφικές και κατά πόσο αρχαιοελληνικές. Η αλλιώς κατά πόσο ο "Πυθαγορισμός" του ομοιάζει με τον μεσαιωνικό και ύστερο δυτικό μυστικισμό - νεοπυθαγορισμό αντίστοιχων ομάδων (μασωνικών κτλ - υπάρχει εξάλλου περιοδικό Πυθαγόρας της μεγάλης στοάς της Ελλάδος) και κατά πόσο με τον Πυθαγορισμό που θα μας παρουσίαζε ένας ιστορικός/φιλόλογος, δρ φιλοσοφίας της αρχαίας Ελλάδος. Οι απαντήσεις νομίζω θα ήταν ενδιαφέρουσες και θα έδιναν έναυσμα για περαιτέρω συζήτηση πάνω στις διαφορετικές προσλήψεις της αρχαίας Ελλάδας στην σύγχρονη Ελλάδα. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να προκύψει και από τις συνεχείς αναφορές και το ενδιαφέρον του κ. Ρασσιά για τους καρμπονάρους και τις μυστικές εταιρίες. Αντίστοιχα στο μέλλον θα μπορούσε να ερωτηθεί το ίδιο πχ ο κ. Μαρίνης σε σχέση με το ενδιαφέρον του για τον Ινδουισμό, τον φυλετισμό, την Σβάστιγκα κτλ. Όλα αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαμε να τα συγκρίνουμε πχ με την περίπτωση του "πνευματικού και μύστη δασκάλου" Ν. Μαργιωρή που κάποια χρόνια πριν, το 1976, ίδρυσε το "Ομακοείο Αθηνών". Και αυτός εξάλλου στο έργο του και στις ομιλίες του θεματολογία της αρχαίας Ελλάδας χρησιμοποιούσε κατά κόρον, γιατί διαφοροποιείται από το ελληνοκεντρικό χώρο της δεκαετίας του 90. Η θεματολογία του σε έργα όπως Η ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΑ ΑΡΙΘΜΟΣΟΦΙΑ, ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΑΥΓΟ πως σχετίζεται ή που ομοιάζει/διαφέρει από τις αντίστοιχες αναζητήσεις και ενδιαφέροντα του κ. Αναστασάκη, ή αναλόγως τι σχέσεις βρίσκουμε μεταξύ του έργου του ΔΡΑΒΙΔΕΣ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ και μεταξύ του "προκατακλυσμιαίου πολιτισμού" του κ. Μαρίνη αν οι δεύτεροι είναι ένα αυτοτελές φαινόμενο των 90s.

Σε γενικές γραμμές η συνέντευξηΑναστασάκη δεν έχει πολύ ζουμί όπως λέει ο λαός καθώς αναλώνεται περισσότερο στα περιαυτολογικά βιογραφικά στοιχεία και τις δράσεις του Ιδεοθεάτρου, αλλά αφήνει μια ευχάριστη επίγευση (ρήτωρ και ηθοποιός γαρ ο συνεντευξιαζόμενος) μαζί με ένα θετικό κλείσιμο. Αυτό ίσως είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να κοιτάξει ο κ. Παπαγεωργίου δηλαδή πως να μην γέρνουν οι συνεντεύξεις προς τα παραπάνω στοιχεία τα οποία εύκολα μπορούμε να τα διαπιστώσουμε από το διαδίκτυο αναζητώντας τους συνεντευξιαζόμενους, εις βάρος της προσωπικής οπτικής, άποψης και μεταφοράς ιστορικών στοιχείων τα οποία δεν μπορεί ο θεατής να μάθει εξίσου εύκολα.

Η δεύτερη συνέντευξη μου άρεσε και μου κράτησε περισσότερο το ενδιαφέρον καθώς ο κ. Ρασσιάς έκανε αυτό στο οποίο είναι ο καλύτερος στον χώρο, ήτοι συζήτηση με αναφορές σε ένα σωρό (εκ πρώτης διαφορετικά) πράγματα με μεγάλες δόσεις ιδεολογίας και πολιτικών κατ' ουσία τοποθετήσεων και αναφορών. Τα επι μέρους προβληματικά που με ενοχλούν (και απορώ γιατί δεν ενοχλήθηκε ο δημοσιογράφος και να κάνει καμιά ερώτηση παραπάνω όταν λαμβάνει απάντηση "γιατί να σου δώσω στοιχεία" :-) ) είναι γνωστά τα έχω αναλύσει αρκετές φορές (συζήτηση προέκυψε μάλιστα και στα σχόλια εδώ) οπότε δεν έχω λόγο να είμαι κουραστικός και να επαναλαμβάνομαι.

Από κει και πέρα, ως γνωστόν, ο κάθε άνθρωπος είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν του καιρού του και όπως ο Μάρουλος διάβαζε Οβίδιο και Λουκρήτιο και στο ύφος αυτών έγραψε τους ύμνους του (φυσικά όχι εκ του μηδενός), έτσι και ο Ρασσιάς διάβαζε Μάρουλο κτλ (και δεν εμφανίστηκε Διιεπετής να τον βρίζουν 11εκ), ο Ραδάμανθυς Νάγο και οι επόμενοι αυτούς, καθορίζοντας, εν πολλοίς, μέσω Μείξις και Ανακύκλισης (sic) το παρόν και το μέλλον μέρους αυτού του χώρου που ονομάζουμε "ελληνοκεντρικός".



Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Ελληνικά και κατάλληλα ονόματα για σκυλιά.



Όπως είναι γνωστό στους περισσότερους, η σχέση των ανθρώπων με τους σκύλους χάνεται στα βάθη της προϊστορίας, καθώς ο πιστός φίλος και φύλακας του άτριχου πίθηκου είναι από τα πρώτα ζώα - αν όχι το πρώτο - που εξημερώθηκε και ανέπτυξε μια συμβιωτική σχέση με αυτόν. Έτσι όλοι οι λαοί έχουν τις ιστορίες τους και τις αναφορές τους για αυτούς, όπως φυσικά και οι Έλληνες. Εκτός βέβαια από την καθημερινή ζωή σκύλους βρίσκουμε και στην μυθολογία-θρησκεία, όπως τον Κέρβερο ή την Λαίλαψ, αλλά και στα σημαντικότερα λογοτεχνικά μας έργα, για παράδειγμα τον φημισμένο Άργο (γρήγορος) του Οδυσσέα, κάτι που δείχνει και την σημασία που έδιναν οι πρόγονοι στους κύνες.

Kι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ’ αυτιά και το κεφάλι του –
ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Tον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα
αναχώρησε να πάει στην άγια Tροία.
Tα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Mετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ’ όπου
του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν
το μέγα τέμενός του.
Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ’ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος. Μτφ. Μαρωνίτη





Ο βασικός ρόλος των σκύλων μέχρι σχετικά πρόσφατα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν εξυπηρετούσε και ώς απλή συντροφιά και παλαιότερα (ειδικά στην αστικοποιημένη ύστερη Ρώμη η βόλτα με ένα σκύλο ήταν Must), ήταν φύλακας, κυνηγός και στα κοπάδια. Αυτός ήταν και ο ρόλος τους και στην Ελλάδα μέχρι πρότινως, όπου η μοντέρνα αστική φιλοζωία αναπτύχθηκε αποκλειστικά προς την άλλη κατεύθυνση, οπότε και ο σκύλος συνήθως πια αποτελεί μια συντροφιά και ενίοτε ένα έμψυχο αντικείμενο κάλυψης των ψυχολογικών ελλειμμάτων των σύγχρονων ανθρώπων, από το να είναι υποκατάστατο παιδιού, μέχρι υποκατάστατο ελαττωματικού πέους ή γκόμενου αναλόγως της περίπτωσης, σύμβολο πλουτισμού και πρεστίζ κτλ.



Αυτή η διαφοροποίηση στην σχέση άλλαξε πολύ και τα παραδοσιακά ονόματα που δίνονταν στους σκύλους και από εκεί που συνήθως αυτά αντιπροσώπευαν ένα χαρακτηριστικό τους, ο κανέλλος, ο μαύρος, ο τρέχας, ή ήταν αποτέλεσμα μιας μαγικής και προσωπικής ακατάληπτης για τους περισσότερους ονοματοδοσίας εκ μέρους του "αφεντικού", ο μπίρλας, ο ντιρλιρας, ο τσουφ, ο μπιριμπο κτλ, καταλήξαμε είτε στα ξενικά ρόβερ, τζακ, μπο, αζόρ και δεν συμμαζεύεται ή σχετικά προσφάτως στα "ψαγμένα ελληνικά" με αποτέλεσμα να βιάζονται όλα τα εύηχα και δισύλλαβα ονόματα των Θεών μας. Σκύλοι με όνομα Ρέα, Ήρα, Δίας αλλά και Φοίβος, Φοίβη ακούγονται καθημερινά. Λογικό από την μία καθώς είναι πιο εύηχα από τα Ααρών, Ισσάκ, Γιαχβέ και Τζεσούα και ακολουθούν την πατροπαράδοτη από τον Ξενοφώντα συνταγή αλλά εξοργιστικό για εμάς τους πολυθεϊστές από την άλλη.

Οπότε μιας και προχθές άκουσα για ακόμα μια φορά έναν συμπαθή κύριο να φωνάζει το εξίσου συμπαθές και μαυρό-καφέ λυκόσκυλο του "Φοίβο" αποφάσισα να γράψω το παρόν ώς μια ελάχιστη συμβολή στην προσπάθεια από την μία να εξυπηρετείται η ανάγκη ελληνικής ονοματοδοσίας των σκύλων μας αφού η κλασική λαική συνταγή δεν κάνει σε όλους και από την άλλη να πάψουν να χρησιμοποιούνται τα ονόματα των Θεών καθώς αυτό είναι ύβρις (όχι πως θα το καταλάβουν τα περισσότερα αφεντικά αλλά λέμε τώρα ίσως με περισσότερες επιλογές γλυτώσουμε κανά "δία" ή καμία "ήρα".




Ο Ξενοφώντας λοιπόν, έχει γράψει ένα έργο, τον κυνηγετικό, καθώς μάλλον ήταν μεγάλος οπαδός του σπόρ (όπως πολλοί στην αρχαία Ελλάδα), στο οποίο σημαντικό μέρος αφιερώνει στις αναφορές για τα σκυλιά, αφού σκυλιά και κυνήγι στην αρχαιότητα πήγαιναν μαζί. Εκεί, εκτός από πολύ καλές και πάντα ισχύουσες οδηγίες (όπως για παράδειγμα στο πως να τα επιβραβεύουμε, στο πώς να τους μιλάμε και να τα ονομάζουμε), μας δίνει και μια λίστα κατάλληλων ονομάτων (47 τον αριθμό) για τα σκυλάκια μας.

τὰ δ᾽ ὀνόματα αὐταῖς τίθεσθαι βραχέα, ἵνα εὐανάκλητα ᾖ. εἶναι δὲ χρὴ τοιάδε:
Ψυχή, Θυμός, Πόρπαξ, Στύραξ, Λογχή, Λόχος, Φρουρά, Φύλαξ, Τάξις, Ξίφων, Φόναξ, Φλέγων, Ἀλκή, Τεύχων, Ὑλεύς, Μήδας, Πόρθων, Σπέρχων, Ὀργή, Βρέμων, Ὕβρις, Θάλλων, Ῥώμη, Ἀνθεύς, Ἥβα, Γηθεύς, Χαρά, Λεύσων, Αὐγώ, Πολεύς, Βία, Στίχων, Σπουδή, Βρύας, Οἰνάς, Στέρρος, Κραύγη, Καίνων, Τύρβας, Σθένων, Αἰθήρ, Ἀκτίς, Αἰχμή, Νόης, Γνώμη, Στίβων, Ὁρμή.

Ορμή μάλιστα λέγανε και το αγαπημένο του σκυλί.


Σε αγγείο του 6ου αιώνα πκχ που απεικονίζεται σκηνή από το κυνήγι του καλυδωνίου κάπρου τους ήρωες συντροφεύουν σκυλιά των οποίων τα ονόματα αναγράφονται επίσης (άλλα 7):

Ορμένος, Μεθέπων, Εγέρτης, Κόραξ, Μάρψας, Λάβρος και Εύβολος.



Σπουδαίος κυνηγός όμως κατά την μυθολογία μας ήταν και ο Ακταίων, ο οποίος δυστυχώς δεν είχε ευχάριστο τέλος. Παρόλα αυτά είχε σύμφωνα με τους μύθους καμιά πενηνταριά σκυλιά να τον συνοδεύουν και οι αρχαίοι μυθογράφοι είπαν να μας αφήσουν μερικές εκδοχές των ονομάτων αυτών. Για παράδειγμα ο Οβίδιος στις μεταμορφώσεις του μας παραδίδει τα εξής :

Μελάμπους, Ιχνοβάτης, Παμφάγος, Δορκαίος, Ορίβασος, Νεβρόφονος, Λαίλαψ, Θήρων, Πτερέλας, Αγρή, Υλαίος, Νάπη, Ποιμενίς, Άρπυια, Λάδων, Δρομάς, Κανάχη, Στικτή, Αλκή, Λεύκων, Άσβολος, Λάκων, Αελλώ, Θους, Λυκίσκα, Άρπαλος, Μελανεύς, Λαχνή, Λάβρος, Αγρίοδος, Υλάκτωρ, Μελαγχαίτης, Θηριδάμας, Ορεσίτροφος.

Του φύτεψε και φόβο στην καρδιά — τρέχει γοργά ο γιος της Αυτονόης,
κι όπως ανοίγει βήμα απορεί πού βρήκε εντός του τέτοια γρηγοράδα.
Κατόπι που είδε μέσα στο νερό τα κέρατα και τη θωριά αλλαγμένη
έκανε να φωνάξει «συφορά!» αλλά φωνή δεν έβγαινε ανθρώπου —
αντίς για τη φωνή το μουγκρητό, και δάκρυα που κύλησαν συνάμα
σε μάγουλα αλλιώτικα· ο νους δεν ήταν πειραγμένος, μόνο τούτος.
Δεν ξέρει τώρα πού να πορευτεί, να βγει στο γυρισμό για το παλάτι
ή να λουφάξει μες στις ρεματιές; Ντροπή το ένα, τ’ άλλο τον τρομάζει.
Δεν έπαιρνε απόφαση, κι εκεί πού στέκονταν τον είδαν τα σκυλιά του,
ο Μαυροπόδης πρώτος κι ο Ιχνευτής, και δώσαν με το γάβγισμα σινιάλο —
ο Ιχνευτής που ήταν Κρητικός, κι ο Μαυροπόδης γέννημα της Σπάρτης.
Από κοντά ορμήξαν κι οι λοιποί, πιο γρήγοροι κι απ’ την πνοή του ανέμου,
Παμφάγος και Βουνίσιος και Δορκεύς, αρκαδικά ζαγάρια και οι τρεις τους
ο Σίφουνας κι ο Ζαρκαδοφονιάς, ο Θηρευτής, γιομάτος αγριάδα,
μαζί κι ο γοργοπόδης Φτερωτός, ο Αγρευτής, λαγωνικό απ’ τα πρώτα,
ο Υλαίος με το τραύμα του νωπό από τα δόντια κάπρου μανιασμένου,
η Νάπη, φύτρα λύκου ή μισή, του κοπαδιού φρουρός η Βοσκοπούλα,
η Άρπυια που έτρεχε μπροστά με ακόλουθους τα δυο της τα κουτάβια,
στα πισινά του πόδια λυγερός ο Λάδωνας από τη Σικυώνα,
Κανάκη, Αστραπή και Παρδαλή, η Τίγρη κι η Αλκή, γεροδεμένη,
ο Άσπρος, με το τρίχωμα λευκό, και ο Μουτζούρης με το σκούρο χρώμα,
ο Λάκωνας, ο πρώτος στην ορμή, και στην τρεχάλα πρώτος ο Τυφώνας,
ο Σβέλτος, η Λυκίσκη και μαζί ο γρήγορος Κυπραίος, ο αδερφός της,
ο Αρπαχτής που είχε καταμεσής στο κούτελο το μαύρο άσπρη βούλα,
η Λάχνη με την τρίχα τη δασιά, και πλάι της ο γκέκας ο Αράπης,
ο Λάβρος, όλο λύσσα, κι ο Δοντάς, που Κρητικός τους φύτεψε πατέρας
κι είχανε μάνα Λάκαινα· εκεί κι ο Αλυχτής με μια φωνή στριγγλιάρα
κι άλλα πολλά, σκυλιά κάθε λογής. Όλα μαζί την άγρα λαχταρώντας
μεσ’ από βράχια, πέτρες και γκρεμνά, στενοποριές και περασιές κλει­σμένες,
σε κακοτράχαλες, απόρευτες μεριές και σε πλαγιές αδιάβατες χυθήκαν.
Εκείνος τρέχει — θήραμα εκεί που κάποτε ο ίδιος κυνηγούσε,
πασχίζει να γλυτώσει απ’ τα σκυλιά που κάποτε τον ήξεραν αφέντη.
Θέλει να τους φωνάξει «είμαι εγώ! γνωρίστε τον αφέντη σας! Ο Ακταίων!»
το θέλει μα του λείπει η μιλιά, κι εκείνα ν’ αλυχτάνε μες στ’ αφτιά του.
Ο Μαυρομάλλης πήρε την πρωτιά και έμπηξε τα δόντια του στη ράχη,
του χύμηξε κατόπιν ο Φονιάς, στον ώμο του καρφώθηκε ο Βουνίτης.
Είχαν ξεμείνει τούτα στην αρχή, μετά πού κόψαν δρόμο μες στα όρη
αφήκαν πίσω τ’ άλλα τα σκυλιά και πρόκαναν να παύσουν τη φυγή του.
Όλο το τσούρμο τώρα είν’ εκεί κι όλα μαζί δαγκώνουν το κορμί του —
αδάγκωτη δεν έμεινε μεριά. Βογγάει αυτός· δεν έλεγες πως είναι
ανθρώπινο αυτό το βογγητό, κι ωστόσο δε βογκούσε σαν ελάφι·
στις ράχες που τις γνώριζε καλά αντιλαλούσε το παράπονό του,
πεσμένος με τα γόνατα στη γης σαν κάποιος που προσεύχονταν, ικέτης,
γυρόφερνε το βλέμμα σιωπηλά λες κι άπλωνε τα χέρια στον εχθρό του.
Κι από κοντά οι συντρόφοι με κραυγές ξεσήκωναν των ζαγαριών το τσούρμο.
Ανήξεροι τον γύρευαν παντού, ρωτούσανε «που να ’ναι ο Ακταίων;»,
κατόπι, σα να βρίσκονταν μακριά, όλοι μαζί φώναζαν το όνομά του
(τον φώναζαν και γύριζε αυτός), ώρα που βρήκε, λέγαν, για να λείψει,
τι τον κρατάει και δεν μπορεί να δει το τυχερό που είχαν στο κυνήγι;
Μακάρι να μη βρίσκονταν εκεί, από μακριά, όπως κι οι σύντροφοι του,
να έβλεπε το έργο των σκυλιών, να μη το νιώθει πάνω στο κορμί του.
Του έμπηξαν τα δόντια, από παντού τον έζωσαν ολάκερη αγέλη,
βλέπαν εικόνα ψεύτρα ελαφιού και ξέσκιζαν του αφέντη τους τα μέλη.
Χίλιες πληγές το δόλιο του κορμί, ξεψύχησε, κι έτσι τον παρατήσαν,
και τότε μόνο, λένε, η θεά εχόρτασε του γδικιωμού τη λύσσα.
Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής. Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους: διαδρομές στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου. Αθήνα: Gutenberg, 2009, σ. 134-138.

Η σύμφωνα με άλλες εκδοχές
...Τα ονόματα τεσσάρων εκ των πεντήκοντα* κυνών του ("Κόραξ, Άρπυια, Χάρων, Λυκόττας") παραδίδονται υπό του Πολυδεύκου.... έτερα δε ονόματαν κυνών τoυ Α. αναφέρονται υπό του Απολλοδώρου ως Λυγκεύς και Βαλίος, Σπαρτός, Ώμαργος και Βορής, οι οποίοι "πρώτοι γαρ μέλαν αίμα πίον σφετέροιο άνακτος"...
Πάπυρος.

έτσι στάθηκαν λοιπόν γύρω από τ' όμορφο κορμί του, σαν να 'ταν αγρίμι,
το κατασπάραξαν οι σκύλοι οι ρωμαλέοι. Πρώτη πρώτη εκεί κοντά η Άρκενα
… ύστερα απ' αυτήν τα θεριωμένα της παιδιά ο Λυκγέας και ο Βαλίος, ξακουστός στα πόδια, και ο [η] Αμάρυνθος Αυτοί που έναν έναν με το όνομά τους όλο τους εφώναζε· και πέθανε ο Ακταίωνας, γιατί το θέλησε ο Δίας. Πρώτοι ήπιαν το μαύρο αίμα του αφέντη τους Ο Σπαρτός και ο Ώμαγρος και ο γοργοπόδαρος Βορής. Και πρώτοι έφαγαν κομμάτια από τη σάρκα του Ακταίωνα και έγλειψαν το αίμα του. Αχόρταγοι κατόπιν χίμηξαν οι άλλοι πίσω τους. Ανακούφιση στους αφόρητους πόνους των ανθρώπων.(Απολλόδωρος 3.30-32)

Νομίζω μερικά ονόματα επιπλέον σε άλλη εκδοχή μας δίνει ο Νόννος στα Διονυσιακά του αλλά βαριέμαι να ψάχνω τώρα. Επίσης σίγουρα περισσότερα θα βρίσκονται σε άλλες ιστορικές κτλ φιλολογικές αναφορές όπως για παράδειγμα ο Περίτας του Αλεξάνδρου (που τόσο τον αγάπαγε - ή τόσο δούλευε τους άλλους) που έδωσε σε πόλη το όνομα του αλλά νομίζω τα παραπάνω αρκούν. Είναι μια καλή εναλακτική λίστα όχι μόνο για απευθείας ξεπατηκοτούρα αλλά και για έμπνευση προς τους μέλλοντες αστούς σκυλόφιλους την ώρα που θα σκέφτονται να ονομάσουν άλλο ένα κανίς "ήρα" ή "δία" ένα pitbull. Αυτό και προσοχή γιατί την επόμενη φορά μπορεί να πετύχετε και κανά "σκύλο" ειδωλολάτρη και να σας δαγκώσει αυτός μόλις ακούσει να αποκαλείτε "φοίβο" τον σκύλο. 



Προσοχή δαγκώνει λοιπόν CAVE CANEM (και μένει ζωντανή και η επιλογή για το λιγότερο εύηχο γιαχ-βε που μοιάζει και ηχομιμητικά με σκυλίσιο. )



Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Ο ελληνισμός υπό αναζήτηση και αποκάλυψη - Μια τριάδα βιβλίων



Πολύ συχνά, στους χώρους των ιδεών, εμφανίζονται, χωρίς πάντα να γίνεται αντιληπτό το φαινόμενο, παράλληλες διαδρομές, παρόμοιες αναζητήσεις και συσχετιζόμενες καταγραφές, οι οποίες αν αντιμετωπιστούν ως ενιαίο σύνολο εντός συγκεκριμένου πλαισίου μπορούν να φωτίσουν τα όρια στα οποία κινούνται και εκφράζονται οι συγκεκριμένες ιδέες. Τα όρια αυτά, όχι σπάνια, φαίνονται εντελώς απόμακρα και οι εντός τους περιεχόμενες αποχρώσεις αλληλοαναιρούμενες, ειδικά όταν τα φαινόμενα αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, χωρίς φωτισμό των μεταξύ τους σχέσεων, καθιστώντας ακατανόητες τις κοινές συνιστώσες. Υπάρχουν, όμως και περιπτώσεις, όπου ο χρόνος, ο τόπος, η απλά η συγκυρία, συγκλίνουν με αποτέλεσμα οι ουσιαστικές σχέσεις να αναδεικνύονται.

Μια τέτοια περίπτωση, έτσι όπως την βίωσα προσωπικά, είναι αυτή των τριών βιβλίων που θα συζητήσουμε στο παρόν. Ο τόπος η Ελλάδα, ο χρόνος το διάστημα μεταξύ των ετών 2016-2017. Τυχαία συγκυρία πως διανύοντας το τελευταίο έτος του ανοιχτού πανεπιστημίου δεν είχα παρά ελάχιστο χρόνο και διάθεση για εξωσχολικά διαβάσματα οπότε τα τρία βιβλία που μας ενδιαφέρουν και εκδόθηκαν αυτή την περίοδο, ήταν από τα ελάχιστα που κατάφερα να διαβάσω, με αποτέλεσμα να δημιουργείται εξαρχής μια εγγύτητα μεταξύ τους. Εγγύτητα στο πότε τα διάβασα, εγγύτητα στην θέση τους πάνω στο γραφείο, εγγύτητα στα ενδιαφέροντα μου και στην θεματολογία του παρόντος ιστολογίου. Ουσιαστικά, υπάρχει εγγύτητα στα ουσιώδη αίτια της συγγραφής τους και στις διαδρομές που κινούνται, καθώς και τα τρία θα λέγαμε πως ασχολούνται με ιστορικές πτυχές και διαδρομές του ελληνισμού, μιας συγκεκριμένης μάλιστα έκφανσης αυτού. Τελικά, και τα τρία ανήκουν εμμέσως στην ευρύτερη προβληματική περί της ελληνικής ταυτότητας. Σύμφωνα με τα παραπάνω η ταυτόχρονη τους εξέταση μπορεί να μας αποκαλύψει τα όρια στα οποία η προβληματική για την ελληνική ταυτότητα (εντός του συγκεκριμένου πλαισίου που ορίζει η θεματική των βιβλίων) κινείται, καθώς και τις έξω από τον κόσμου του βιβλίου συνεκδηλώσεις και συσχετίσεις της, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα εξέτασης τους.

Υπό μια έννοια, λοιπόν, το παρόν θα είναι μια τριπλή βιβλιοπαρουσίαση, στην οποία θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός, καθώς, καλώς η κακώς τους δύο από τους τρεις συγγραφείς τους γνωρίζω προσωπικά. Η παρουσίαση των βιβλίων θα ακολουθήσει την σειρά με την οποία τα διάβασα και νομίζω πως είναι και η σειρά έκδοσης τους. Μετά θα δούμε που θα μας οδηγήσουν οι συνειρμοί που θα προκύψουν καθώς με την ευκαιρία της κοινής βιβλιοπαρουσίασης θα μας δοθεί η δυνατότητα διαπίστωσης εσώτερων σχέσεων, στον κόσμο των συγκεκριμένων ιδεών, όπως αρχικά αναφέραμε.

Το πρώτο βιβλίο είναι το πιο πρόσφατο έργο του Δρ. φιλοσοφίας του Cambridge Νικήτα Σινιόσογλου με τίτλο "Αλλόκοτος Ελληνισμός". Σε αυτό, το πρώτο του νομίζω εκτενές έργο στα ελληνικά, ο συνεχώς κομίζων νέες ιδέες στο αντικείμενο του Σινιόσογλου, ασχολείται με επτά ιδιαίτερες προσωπικότητες του ύστερου μεσαίωνα και της νεότερης ελληνικής ιστορίας που κάτω από το πρίσμα του συγγραφέα αποτελούν αιχμές, "ακμές" σε αυτό που περιγράφει ώς αλλόκοτες, περιθωριακές ιδέες. Οι προσωπικότητες αυτές, οι περισσότερες άγνωστες στο ευρύ κοινό, είναι σε χρονολογική σειρά οι : Γεμιστός Πλήθων (1355-1452), Κυριάκος Αγκωνίτης (1391-1452,) Μάρουλλος Ταρχανιώτης (1453-1500), Χριστόδουλος Παμπλέκης (1733-1793), Θεόφιλος Καίρης (1784-1853), Παναγιώτης Σοφιανόπουλος (1786-1856) και Κωνσταντίνος Σιμωνίδης (1820-1867).

Το κύριο προσόν του έργου δεν είναι η βιογραφική παρουσίαση των προσώπων αυτών, αλλά η ανάπτυξη μιας συνθετικής εικόνας για τον αλλόκοτο ελληνισμό τους, καθώς και ο φωτισμός των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών που κάνουν τις ιδέες που εξέφρασαν οι προσωπικότητες αυτές, να συνδέονται μεταξύ τους ή να απομακρύνονται από τις άλλες, κυρίαρχες ιδέες της εποχής τους. Από τον προ-ρομαντικό προ-αρχαιολογικό έρωτα των αρχαίων καταλοίπων του Αγκωνίτη, στις ευφάνταστες πλαστογραφήσεις του Σιμωνίδη, ο αναγνώστης ταξιδεύει στους κόσμους των μεθοριακών ιδεών που κατάφεραν και δεν κατάφεραν να διαμορφώσουν τον νέο Ελληνισμό, που σαν σκιά, ακόμα βρίσκονται πίσω από τις διαδικασίες και οσμώσεις, οι οποίες δημιούργησαν το σύγχρονο εννοιολογικό περιεχόμενο του ελληνισμού. Φυσικά, όπως και στα αγγλόφωνα του έργα για την Βυζαντινή περίοδο, ο Σινιόσογλου εστιάζει στις πτυχές εκείνες των ιδεών που ακουμπώντας ή τιθέμενες και οι ίδιες σε επαφή με την κλασική προ-χριστιανική ανόθευτη ελληνικότητα, έρχονται συχνά σε σύγκρουση με τις καθιερωμένες μετέπειτα ιδεολογικές παγιώσεις, με αποτέλεσμα να αποτελούν ακόμα "αιχμές" στα βέλη οποιαδήποτε σύγχρονης αναζήτησης (ιδεολογικής και όχι μόνο) περί Ελληνικότητας. Η γλώσσα του συγγραφέα είναι εξαιρετική και αποτυπώνει με μεγάλη διαύγεια τις σκέψεις και ιδέες του, ένα πραγματικά εξαιρετικό έργο, του οποίου η ανάγνωση με ικανοποίησε αφάνταστα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση του βιβλίου θα βρείτε εξάλλου και εδώ.

Το πολύ ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια, είναι πως μελέτες σαν και αυτές του Σινιόσογλου, βιβλία για τον Πλήθωνα και το Βυζάντιο, ή για άλλοτε άγνωστες πτυχές και προσωπικότητες της ιστορίας, όπως για παράδειγμα η περίπτωση του Μάρουλλου, διεισδύουν στην νεοελληνική πραγματικότητα με διάφορους τρόπους, ξεφεύγοντας από τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες. Ακολουθώντας συχνά περίεργες διαδρομές, καταφέρουν, σαν τις περιθωριακές ιδέες των ηρώων του πρώτου βιβλίου, να εισχωρήσουν σε καθημερινές συζητήσεις, σε διαδικτυακές κόντρες, στις προσωπικές αναζητήσεις περί της νεοελληνικής ταυτότητας διαφόρων ανθρώπων. Συχνά αυτό συμβαίνει μέσω άλλων βιβλίων και άρθρων, απλών ερευνητών και φιλομαθών ανθρώπων που λαμβάνοντας την σκυτάλη εκλαϊκεύουν την γνώση των πρώτων έργων και με την σειρά τους προσθέτουν ένα λιθαράκι στην διευρυμένη καλλιέργεια των σχετικών αναζητήσεων.


Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή του δεύτερου βιβλίου, "Αγαλματένια Κρίνα" του δημοσιογράφου και συγγραφέα Μηνά Παπαγεωργίου, ο οποίος είναι από τους συνήθεις υπόπτους, είτε αρθρογραφώντας στον καθημερινό και μηνιαίο τύπο, είτε μέσω των δικών του έργων, στην παραπάνω διαδικασία διάχυσης τέτοιων ιδεών σε ένα ευρύτερο κοινό. Καθώς μάλιστα οι προσωπικές του αναζητήσεις περί της ελληνικής ταυτότητας τα τελευταία χρόνια τον έχουν οδηγήσει σε παρόμοια μονοπάτια, σίγουρα ανιχνεύονται επιρροές από το έργο του Σινιόσογλου, το οποίο αξιοποιεί στις δικές του ιδεολογικές αποτυπώσεις (κάτι που αναγνωρίζεται φυσικά, όπως στην συνέντευξη εδώ). Μια σχετική συνέντευξη μάλιστα του δεύτερου στον πρώτο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Εκεί λοιπόν που ο "Αλλόκοτος Ελληνισμός" παρουσίαζε επτά προσωπικότητες, τα "αγαλματένια κρίνα" μας παρουσιάζουν εννέα - ίσως αλλόκοτες επίσης - ιστορίες, ή καλύτερα ιστορικά στιγμιότυπα και περιπτώσεις, οι οποίες κατά τον συγγραφέα αποτελούν ενδείξεις προχριστιανικών ελληνικών επιβιώσεων στην νεότερη ιστορία. Από τις αναφορές λοιπόν για "εθνικούς" στην Λακωνία του 9ου αιώνα έως στις λαϊκές επιβιώσεις παγανιστικών πρακτικών στην νεότερη Ελλάδα, τα στιγμιότυπα αυτά υπονοούν μια επιβίωση και "αντίσταση" του κλασικού ελληνισμού δια μέσω των αιώνων, μια επιβίωση η οποία στηρίζει και εμπνέει μέχρι σήμερα τις αντίστοιχες νεότερες ιδεολογικές προσπάθειες επανεύρεσης αυτού του "κλασικού", "πραγματικού" ελληνισμού, όπως και αν τον εννοεί ο καθένας που τσαλαβουτάει στις ανεξάντλητες πηγές του προχριστιανικού πολιτισμού μας. Φυσικά αυτό, δηλαδή η ανίχνευση τέτοιων "επιβιωμάτων"  είναι κάτι που πολλές φορές, ειδικά στην αρχή της, έκανε προγραμματικώς  η επιστήμη της λαογραφίας στην Ελλάδα, θέλοντας να αποδείξει την σύνδεση των νεότερων Έλληνων με τους παλαιούς. Η διαφορά τώρα είναι πως πρωτοκαθεδρία λαμβάνει όχι το ίδιο το επιβίωμα (ή οι επιβιώσαντες) αλλά η ιδεολογική ταυτότητα του επιβιώματος ώς μη χριστιανικό, δηλαδή πολυθεϊστικό. Το άλμα βέβαια από την επιβίωση μιας πρακτικής στην επιβίωση μιας ιδέας, πόσο μάλλον μιας ταυτότητας είναι αρκετά μεγάλο και ορθώς στο έργο κάτι τέτοιο δεν λαμβάνει ρητώς χώρα παρότι υπονοείται. Για παράδειγμα ο συγγραφέας επαναφέρει ανάμεσα στις εννέα περιπτώσεις, αναλύοντας την περισσότερο, μια δική μου αρχική υπόθεση, υπόθεση-εργασίας αν θέλετε, από το παλαίοτερο άρθρο μου "Διιπόλεια-Βουφόνια και μαγικές περιαρόσεις". Η διαφορά ανάμεσα στα δύο νομίζω πως έγκειται, στο ότι η δική μου εστίαση είχε να κάνει με μια προσπάθεια ερμηνείας της αρχαίας πρακτικής μέσω σύγκρισης με τις νεότερες και όχι απαραίτητα με μια προσπάθεια ανάδειξης επιβιώσεων και συνέχειας, αλλά για αυτά περισσότερα σε λίγο. Το βιβλίο εν τέλει είναι καλογραμμένο, σύντομο και αποτυπωμένο με δημοσιογραφικό στύλ. Έχοντας αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ένα πολύ καλό βιβλίο για να φέρει σε επαφή με όλα τα παραπάνω ζητήματα και την συγκεκριμένη θεματολογία τον μέσο Έλληνα "ψαγμένο" αναγνώστη. Στα σύν του έργου, επίσης, η παρουσίαση όλων των πηγών του συγγραφέα, κάτι που δίνει το δικαίωμα, στον επίδοξο νέο αναζητητή της παλαιάς-νέας νεοελληνικής ταυτότητας να ψαχτεί περισσότερο. Αυτό που κατά την γνώμη μου λείπει ή που μάλλον προσωπικά θα ήθελα, χωρίς αυτό να μειώνει την αξία του έργου, καθώς δεν φαίνεται να ήταν στους σκοπούς του συγγραφέα εξ αρχής, μιας και μάλλον θα άλλαζε την μορφή και αναγνωστική στόχευση του βιβλίου, θα ήταν μια μεγαλύτερη κριτική ανάλυση και σύνθεση των αναφερόμενων περιπτώσεων επί τη βάση της ιδεολογικής τους συνοχής, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας, μιας και την υπονοεί.

Αφού, όμως αναφερθήκαμε σε επιβιώσεις και συνέχειες ας πάμε να δούμε και το τρίτο έργο και το πώς αυτό σχετίζεται με τα παραπάνω. Πρόκειται για το " Το μεγαλείο και την απελπισία σου", του Βλάση Ρασσιά που υποτιτλίζεται από τον συγγραφέα ως "Ιστορικό αφήγημα για την μυστική διαδρομή της ελληνικής εθνικής θρησκείας.". Αναγκαστικά, για την κατανόηση του συγκεκριμένου βιβλίου, ακόμα και του υπότιτλου, αλλά και για την περαιτέρω ανάπτυξη της προβληματικής που απασχολεί συχνά πυκνά και το παρόν ιστολόγιο θα χρειαστούν αρκετές διευκρινήσεις, οπότε με την συγκεκριμένη περίπτωση θα ασχοληθούμε εκτενέστερα, πέραν των πραγμάτων που θα λέγαμε ως απλή βιβλιοπαρουσίαση. Μέσω αυτών θα προσδιορίσουμε και το γενικότερο πλαίσιο ιδεών που αναφέραμε, καθώς για παράδειγμα από την μία για το παρόν βιβλίο αλλά και άλλες δραστηριότητες του ο συγγραφέας αντλεί από τα έργα ερευνητών όπως ο Σινιόσογλου και από την άλλη εμπνέει το ενδιαφέρον για έργα όπως του Παπαγεωργίου.

Για όσους ασχολούνται έστω και στο ελάχιστο με το σύγχρονο αρχαιολατρικό κίνημα στην Ελλάδα, ειδικά με το κομμάτι εκείνο που αναφέρεται στην πατρώα θρησκευτική παράδοση το όνομα του Β.Ρασσιά είναι πολύ γνωστό, καθώς εκτός από την συγγραφή αρκετών σχετικών βιβλίων, είναι και ο ιδρυτής και αδιαμφισβήτητος ηγέτης του Υπάτου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών. Περισσότερα για τον ίδιο στην πλούσια προσωπική του σελίδα. Οι πιο ψαγμένοι στον "χώρο" γνωρίζουν επίσης ή έχουν βιώσει, την προσπάθεια ηγεμονίας ή με την αρνητική όψη, καπελώματος, του όλου "χώρου" εκ μέρους του συγγραφέα αρχής γενομένης από το ίδιο το όνομα της προσωπικής του οργάνωσης αλλά και από την όλη τακτική που χρόνια ακολουθεί ο ίδιος προσωπικά αλλά και το ΥΣΕΕ κάτω από την καθοδήγηση του. Αυτό ίσως που θέλει ιδιαίτερη επαφή και παρακολούθηση για να γίνει κατανοητό είναι η σταδιακή, ιδεολογική και τακτική θα λέγαμε, στροφή του συγγραφέα τα τελευταία χρόνια, από την υπεράσπιση μιας "φυσικής", "εθνικής", ανοιχτής πολυθειστικής θρησκείας, στην κατασκευή μιας ιδιόμορφης σεκταριστικής αφήγησης για την συνέχεια του ελληνικού πολυθεϊσμού, που αποσκοπεί προφανώς και κυρίως στην επίτευξη του παραπάνω πατροναρίσματος. Με λίγα λόγιαμ η αφήγηση αυτή που εμφανίστηκε το 2008 και βασίζεται ως έμπνευση και πηγές κατά κύριο λόγο στις εργασίες του ιστορικού Κων/νου Σάθα, λέει πως μέσω κάποιων μυστικών εταιριών του μεσαίωνα (Πχ. Ολύμπια Αδελφότης), η Ελληνική θρησκεία και μυστικά σχετικά με αυτή (τυπικά τελετών κ.α) επιβίωσε κρυφά από την εποχή του Πλήθωνα  και πως μέσω μιας σειράς διαδοχής η οποία καταλήγει στο σημερινό ΥΣΕΕ έφτασε στις ημέρες μας. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι αφενός το ΥΣΕΕ να υποστηρίζει πως αποτελεί την Μοναδική, πραγματική, αληθινή ή ότι άλλο έκφραση της Ελληνικής θρησκείας και από την άλλη ο ίδιος ο Β.Ρασσιάς να φέρεται ως ο "νόμιμος" κάτοχος και εκπρόσωπος της. Για τα ιδεολογικά προβλήματα μιας τέτοιας αφήγησης έχω αναφερθεί στο παρελθόν (πχ εδώ) αρκετές φορές οπότε δεν χρειάζεται να επεκταθούμε ας δούμε, όμως, πως σχετίζονται με το βιβλίο.

Το συγκεκριμένο, λοιπόν, βιβλίο, είναι το προαναγγελθέν (όταν αρχικά παρουσιάστηκαν απο τον  συγγραφέα οι πρώτες εξιστορήσεις της συγκεκριμένης αφήγησης και ύστερα από τις εύλογες απορίες ή ερωτήσεις αρκετών ανθρώπων για την "απόδειξη" των λεγομένων του ή έστω για παρουσίαση των "πηγών" του, ο ίδιος είχε υποστηρίξει πως η κατεστημένη ιστορική επιστήμη δεν καταγράφει την δράση τέτοιων μυστικών εταιριών και την παράδοση αυτή οπότε στο μέλλον θα παρουσίαζε όλη την ιστορία υπό την μορφή "μυθιστορήματος"), αποκορύφωμα της παραπάνω προσπάθειας και το αποτέλεσμα των συσσωρευτικών μικροαφηγήσεων και κατασκευών που εν συνόλω καταλήγουν στην ολοκληρωμένη εικόνα που σύντομα περιέγραψα, όπως αυτές εμφανίστηκαν από την αρχή δημιουργίας του αφηγήματος μέχρι πριν περίπου ένα χρόνο που αυτό παγιώθηκε στα βασικά του χαρακτηριστικά. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η παρακολούθηση της διαχρονικής διαδιακασίας εμπλουτισμού και κατασκευής του μέσα από τις ομιλίες και αναρτήσεις του συγγραφέα, τις σχετικές ομάδες του FB κτλ αλλά και αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το συγκεκριμένο βιβλίο, λοιπόν, μπορεί να εξεταστεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω διαδικασιών και ως εργαλείο των σκοπών του συγγραφέα του και ώς λογοτεχνικό έργο, μυθιστόρημα ή αφήγημα. Το πρόβλημα είναι πως είναι τόσο αλληλένδετα τα παραπάνω που ουσιαστικά ο οιοσδήποτε έχει την παραπαμικρή επαφή με το αντικείμενο δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει και τόσο εύκολα. Η ίδια η δομή του βιβλίου βέβαια ενισχύει αυτό το πρόβλημα καθώς το μισό βιβλίο αποτελείται από κατά κύριο λόγο αυτοτελείς αφηγήσεις στιγμιοτύπων του παρελθόντος που αναδεικνύουν την δράση προσωπικοτήτων (υπαρκτές οι περισσότερες) οι οποίες συσχετίζονται με την συνέχεια της ελληνικής θρησκείας (παρουσιαζόμενες έτσι στο βιβλίο) και το άλλο μισό με την αφήγηση μιας σύγχρονης ιστορίας που περιλαμβάνει τον ίδιο τον συγγραφέα και εξαντλείται στο πώς η μυστικη εταιρία ήρθε σε επαφή μαζί του, το αναγνώρισε ως εκλεκτό και του παραδόθηκε η παραπάνω γνώση. Το κομμάτι αυτό, δηλαδή το μισό βιβλίο είναι μια εντελώς παιδική αυτοαναφορική προσπάθεια ανάδειξης της νομιμότητας των επιδιώξεων του συγγραφέα και κυκλικής "απόδειξης" του συνολικού του αφηγήματος που δεν έχει καμία λογοτεχνική αξία να σταθούμε. Για παράδειγμα ο συγγραφέας σε αυτό το κομμάτι (που αναπτύσσεται εναλλάξ με τις ιστορικές αφηγήσεις) της υποτιθέμενης συνάντησης του με κάποιον άγνωστο της μυστικής αυτής εταιρίας αρχές των 90s στο Θησείο πολλές φορές αναφέρει πράγματα, μόνο και μόνο για να εμφανίσει μετέπειτα αποκτηθείσα γνώση ή κατασκευασμένη ιστορία ώς υπαρκτή από τότε δηλαδή να δώσει βάθος στο αφήγημα του. Πχ αναφέρονται στον διάλογο τους στον Μάρουλλο (βλ. παραπάνω Σινιόσογλου) τον οποίο ουδέποτε ο συγγραφέας ανέφερε στην πληθώρα των δημοσιεύσεων και ομιλιών του (όπως και τους στρατιότι και ένα σωρό άλλα βασικά συστατικά του αφηγήματος) μέχρι και πολύ πιο πρόσφατα - αντίστοιχως, μόλις προ μηνός διαπίστωσα πχ πως στο αφήγημα πιθανώς να προστεθεί μελλοντικά και άλλο ένα "στοιχείο", η περίπτωση της "ελληνούπολης" για την οποία είχα γράψει άρθρο το 2013, αφού ο συγγραφέας έκανε σχετική ομιλία ) - μετά το 2008 (οπότε και χτίζεται η επαφή με το έργο του Σάθα κτλ) και o Μάρουλλος είναι ήδη αντικείμενο ξένων μονογραφιών, άρθρο σε εφημερίδες ή σε εγχώριες επιστημονικές δημοσιεύσεις. Το γιατί το Διιπετές πχ δεν θα μπορούσε να έχει βγάλει την "εθνική" ιστορία του Μάρουλου από το 1991 που την "ήξερε" και συζήταγε με το μέλος της αδελφότητας ο Ρασσιάς μέχρι το 2012-2013 που ανέβασε τον ύμνο στον Ήλιο) είναι κάτι που μας διαφεύγει (αν και γι' αυτό μπορεί μελλοντικά να υπάρξει ένα επεξηγηματικό "ιστορικό αφήγημα").

Στο έτερο κομμάτι τώρα των ιστορικών αφηγήσεων, ο συγγραφέας κάνει προσπάθεια να μας βάλει στο κλίμα της εποχής και των στιγμιοτύπων που παρουσιάζει και εδώ γίνεται εκτεταμένη χρήση λογοτεχνικών πηγών, προσπάθεια αναπαράστασης της γλώσσας και του ύφους της κάθε εποχής κτλ πράγμα που αν γινόταν με καλύτερο τρόπο θα μπορούσε να είναι επιτυχημένο. Δυστυχώς και μιλώντας λογοτεχνικά, το βιβλίο, ιδιαίτερα συγκεκριμένα σημεία ενώ κάποια άλλα οριακά είναι αποδεκτά, πάσχει ποικιλοτρόπως, από την επανάληψη μέχρι και την κακή διατύπωση, σαν να έχει γραφτεί στο πόδι, κάτι που μου έκανε εντύπωση καθώς και ο χρόνος υπήρχε (από την προαναγγελία) ώστε να γίνει προσεγμένη επιμέλεια, αλλά και τις εκφραστικές δυνατότητες αποδεδειγμένα κατέχει ο συγγραφέας. Το συνολικό αποτέλεσμα προσωπικά κρίνεται απογοητευτικό. Από την μία το κόστος της αυτοαναφορικότητας και καταστατικής δημιουργίας του (μισές από τις ελάχιστες 100 σελ σύνολο ) και από την άλλη το ιστορικό αφήγημα που δεν στέκεται αυτοτελώς στο ύψος του. Προσπαθώντας να είμαι αντικειμενικός (υπό την έννοια πως οι θρησκευτικές και ιδεολογικές προεκτάσεις των πρακτικών του συγγραφέα με βρίσκουν αντίθετο ) θα μπορούσα σε κάθε άλλη περίπτωση να δω το βιβλίο - αν ήταν μυθιστόρημα- ίσως σαν το εξαιρετικό Λάλον ύδωρ του Ασωνίτη, ή έστω σαν την ευχάριστη "μεσσιανική αυτοκρατορία" του Ρωμοσιού, αλλά δυστυχώς δεν καταφέρνει, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε σαν ιδέα, να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Καθώς στερείται βάθους στην ιστορία που αφηγείται (το μόνο "δέσιμο" σε ένα υποτιθέμενο όλο των ξεχωριστών αφηγήσεων-στιγμιοτύπων- είναι η συνάντηση στο Θησείο και η παράδοση των παραδεδομένων στον συγγραφέα) και δεν αναδεικνύει κανένα προτέρημα από αυτά που θα μπορούσε ως λογοτεχνία. Θα μπορούσε για παράδειγμα να είναι ένα αφήγημα ιδεολογικού ντοπάρισματος που να πωρώνει τους hardcore εγχώριους παγανιστές ή ένα μυθιστόρημα που να  εμπνέει τους τρίτους που έρχονται σε επαφή μαζί του, η ένα αφήγημα με στοιχεία μυστηρίου, θρίλερ και suspense αλλά Dan Brown κτλ αλλά δυστυχώς δεν...

Αυτό που μένει - αξία την οποία μοιράζεται με τα προηγούμενα έργα που παρουσιάσαμε - είναι νομίζω η ώθηση των ενδιαφερομένων στην μελέτη και αναζήτηση αυτών των πτυχών της ιστορίας ή των προσωπικοτήτων που παρουσιάζονται. Eίτε πρόκειται για την αρκετά διαφορετική παρουσίαση, σε σχέση με την "καθεστωτική" ιστορία, περιπτώσεων όπως του Ιάκωβου Βασιλικού  είτε την όντως ενδιαφέρουσα περίπτωση του Τραχανιώτη, είτε την ανύπαρκτη ιστορικώς, μη καταγραμμένη περίπτωση κάποιων άλλων, η κατανόηση/μάθημα είναι πως η ιστορία και τα αφηγήματα της δεν πρέπει να αναλίσκονται στην ιδεολογική ή παρόμοια μόνο χρήση, αλλά να εμπλουτίζονται και με άλλες, ουσιαστικές για την θετική απόκριση έναντι τους, αρετές. Εξάλλου ο συγκεκριμένος χώρος ενδείκνυται για αναζητήσεις και όχι αποκαλύψεις. Το άλλο που μας ενδιαφέρει, κάτι που ίσως στο μέλλον αποτελέσει αυτοτελές αντικείμενο έρευνας για μελετητές, είναι από την μία οι διαδρομές που ακολουθούν οι αναζητήσεις περί της Ελληνικής ταυτότητας και από την άλλη οι ιδεολογικές χρήσεις των όποιων ευρημάτων και απόψεων καθώς αυτές είναι που εν τέλει διαμορφώνουν δυναμικά και διαδραστικά τις μελλοντικές επαφές μεταξύ πρωτοπόρων μελετητών, εκλαϊκευτών, ή καθοδηγητών και του ψαγμένου η και άσχετου κοινού που γίνεται αποδέκτης τους με ποικίλους τρόπους. 

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Τα Gucci στην Ακρόπολη ή όταν η πολιτισμική κληρονομιά είναι προϊόν για διαχείριση.


Είναι δυο τρεις ημέρες τώρα που το διαδίκτυο έχει γεμίσει με αναφορές, απόψεις και διαξιφισμούς σχετικά με την αίτηση του οίκου μόδας Gucci, να παραχωρηθεί ο χώρος της Ακροπόλεως (μεταξύ Παρθενώνος και Ερεχθείου) για την πραγματοποίηση Show του οίκου. Ο οίκος σύμφωνα με τα δημοσιεύματα προτίθονταν να κάνει δωρεά ύψος 2εκ. για τις ανάγκες του Υπ.Πο, ενώ θεώρησε καλό να αναφέρει πως θα ξόδευε και ένα ποσό της τάξης των 50εκ για διαφημιστικό χρόνο, χρόνος ο οποίος ταυτόχρονα θα διαφήμιζε το background της εκδήλωσης του οίκου μόδας, δηλαδή την Ακρόπολη. Το ΚΑΣ ομόφωνα απέρριψε την πρόταση (λεπτομέρειες της συνεδρίασης μπορείτε να βρείτε εδώ. Κακώς στην αντιπρόταση αναφέρθηκε το Ολυμπιείο καθώς πρέπει να ισχύει και για εκεί ότι περίπου και για την Ακρόπολη παρά την διαφορά συμβολικού μεγέθους) και αναθέρμανε τις δικτυακές συζητήσεις που είχαν ξεκινήσει προτού βγει η απόφαση απ' όταν μαθεύτηκε η αίτηση του Gucci.

Για το ζήτημα δημιουργήθηκαν αμέσως δύο κυρίαρχα στρατόπεδα τα οποία απλοποιώντας τις ποικίλες διακυμάνσεις τους εκφράστηκαν ως :
-Όχι με τίποτα να μην δοθεί άδεια
-Ναι, γιατί όχι

Το πρώτο στρατόπεδο εν πολλοίς χρησιμοποίησε τα τετριμμένα εθνο-uplifting του στύλ "Ο Ιερός μας βράχος" κτλ, ενώ το δεύτερο τα εξίσου τετριμμένα μεταμοντερνικο-μηδενιστικό-σχετικιστικά του στύλ "και αλλού γίνονται αυτά", "θα πάρουμε κανα φράγκο", "σιγά ποιος θα ορίσει την τέχνη" κτλ.

Ανάμεσα λοιπόν στα διάφορα που διάβασα έτσι όπως τα σταχυολόγησα από τους αντιδικούντες θέλω να κάνω κάποια σχόλια, ώστε να επαναφέρω την εστίαση σε αυτά που προσωπικά θεωρώ σημαντικά, καθώς εκ πρώτης και ανεξάρτητα του τετριμμένου της κάθε ατάκας, επιχειρήματα και των δύο πλευρών μπορεί να είναι βάσιμα. Δυστυχώς όμως μπορεί να είναι και εκτός ουσίας.

UNESCO και παγκοσμιότητα του μνημείου.
Και οι δύο πλευρές, χρησιμοποίησαν τo status του μνημείου ως παγκόσμια κληρονομιά για να υποστηρίξουν την άποψη τους. Από την μια πώς δεν γίνεται ένα τόσο σημαντικό μνημείο να παραχωρείται για κάτι τέτοιο και από την άλλη πως αφού είναι παγκόσμιο και δεν ανήκει αποκλειστικά στους  Έλληνες τι μας τα πρήζουν οι Ελληναράδες με τον Ιερό τους βράχο.

Καλώς και υπάρχει ένα οργανισμός που αναγνωρίζει μνημεία κτλ σε παγκόσμιο επίπεδο ενώ συχνά προβαίνει σε προστατευτικές ή υποστηρικτικές δράσεις για αυτά, δεν θα κάτσω να εξετάσω αν λειτουργεί σωστά, αν όχι και οτιδήποτε άλλο παρεμφερές δεν μας ενδιαφέρει εδώ.
Το θέμα είναι πως το οποιοδήποτε από αυτά τα μνημεία έχει μια αξία ανεξαρτήτως Ουνέσκο ή άλλου παρόμοιου οργανισμού. Αυτή η αξία μπορεί να χωριστεί σε "κληρονομική" αξία και σε συμβολική-ιδεολογική αξία. Ως κληρονομική την αναφέρω όταν υπάρχει μια σχέση (πραγματική η φαντασιακή δεν μας ενδιαφέρει επίσης) μεταξύ του μνημείου-αρχικών δημιουργών και των κληρονόμων-κράτους διαχειριστή. Ως Συμβολική-ιδεολογική αναφέρω την αξία εκείνη που σχετίζεται με ιστορικά-πολιτικά ή ευρύτερα κοινωνικά συμφραζόμενα που καθιστούν το μνημείο ακόμα σχετικό παρά την πάροδο του χρόνου. Φυσικά υπάρχουν και περιπτώσεις "μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς" που δεν έχουν κανένα από τα παραπάνω περιεχόμενα αλλά αναγνωρίζονται ως τέτοια λόγω ιστορικής, αρχαιολογικής ή καλλιτεχνικής αξίας.

Η Ακρόπολη για παράδειγμα ανήκει και στις τρεις κατηγορίες καθώς:
Α. Το νέο ελληνικό κράτος και ο νεοελληνικός λαός θεωρούνται κληρονόμοι των αρχικών δημιουργών του.
Β. Αποτελεί παγκόσμιο σύμβολο κοινωνικό-πολιτικών συμβάντων που όλος ο σύγχρονος Δυτικός πολιτισμός (η και παγκοσμίως βάσει του πνεύματος του Ουμανισμού-Διαφωτισμού) αναγνωρίζει ως καταγωγικά του.
Γ. Φυσικά και έχει καλλιτεχνική, ιστορική, αρχαιολογική αξία.
Αντιθέτως οι Πυραμίδες της Αιγύπτου, δεν έχουν ούτε σύγχρονο κληρονόμο (ίσως ελάχιστες μειοψηφίες της σημερινής Αιγύπτου να θεωρούν εαυτούς ως Αιγύπτιους έχοντες σχέση με τον αρχαίο λαό), ούτε και αποτελούν κάποιο γενικώς αναγνωρισμένο παγκόσμιο ιδεολογικό σύμβολο όπως η Ακρόπολη.

Άμεσα από τα παραπάνω μπορούμε να υποθέσουμε πως σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να έχουμε διάσταση απόψεων μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Δηλαδή άλλο να θέλουν οι κληρονόμοι, άλλο οι διαχειριστές (πχ κράτος) και άλλο οι συμβολικώς ενδιαφερόμενοι (όπου και εκεί άλλο ο έκαστου συμβόλου ενδιαφερόμενος πχ αρχιτέκτονας, ιστορικός κτλ). Αναγκαστικά λοιπόν, σε αυτή την περίπτωση για να μπορούμε να συνενοούμαστε θα έπρεπε να έχουμε μια αξιολογική κατάταξη του αν μη τι άλλο ηθικού πλεονεκτήματος (προβάδισμα στην απόφαση) της μίας ή της άλλης κατηγορίας.
Προσωπικά, για παράδειγμα, πρώτα θα έδινα ηθικό προβάδισμα για οποιαδήποτε απόφαση στον κληρονόμο, μετά στον διαχειριστή και μετά στον απόμακρο συμβολικώς ενδιαφερόμενο. Η άποψη μου μπορεί να άλλαζε μόνο όταν προέκυπτε με κάποιο τρόπο διάσταση κάποιου μέρους με τον ουσιαστικό ή ιδανικά οριζόμενο ρόλο του σε σχέση με το μνημείο. Εν τάχει, αν πχ οι κληρονόμοι ήταν ουσιαστικά πιο άσχετοι με το μνημείο απ' ότι οι συμβολικώς ενδιαφερόμενοι, η πχ αν ο διαχειριστής για κάποιο λόγο πολιτικών αλλαγών αποφάσιζε -εν αντιθέσει με την θέληση των υπολοίπων - να κάνει κάτι καταστροφικό (Πχ πολιτική κυριαρχία ISIS στην Παλμύρα).
Στην συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση δεν μπορώ παρά να υποθέσω (εύλογα) μια κοινή τοποθέτηση όλων των παραπάνω έναντι του θέματος "επίδειξη μόδας στην Ακρόπολη".

Κάπως έτσι, η αναφορά της παγκοσμιότητας ώς επιχείρημα για να δοθεί η άδεια με ταυτόχρονη ηθική υποβάθμιση οποιουδήποτε άλλου παράγοντα εκ των ανωτέρω με αληθή ή αναληθή επιχειρήματα (αδιάφορο) πχ "αφού οι νεοέλληνες δεν σέβονται οι ίδιοι την κληρονομιά τους τι μιλάνε" και άλλα σχετικά δεν μπορώ να καταλάβω τι ρόλο μπορεί να εξυπηρετεί πέρα του ιδεολογικού αυνανισμού αυτού που την εκφράζει (δηλαδή απλά παπαγαλίζω την μόνιμη εθνοαξιακο-μηδενιστικοσχετικιστική μου στάση ως "προοδευτικός").



Ο Ρουβάς Ηρώδειο = Gucci Ακρόπολη

Κατ' αντιστοιχία με τα παραπάνω είδα και εξισώσεις τέτοιου τύπου με περιεχόμενο που μάλλον υπονοεί πως αφού είμαστε μπαγλαμάδες τι μας πείραξε ο Gucci και το παίζουμε ιστορία, επιχείρημα το οποίο επίσης αδυνατώ να κατανοήσω, πέρα της βλακώδους εξίσωσης που περιέχει.Ας εστιάσουμε λοιπόν, όπως και ο νόμος στον "χαρακτήρα" του μνημείου.
Ποιος ο χαρακτήρας του Ηρωδείου; Το λέει η λέξη, ήταν ένα ωδείο, ένας χώρος δηλαδή όπου παρουσιάζονταν/εκτελούνταν μουσικά (για την αρχαιότητα αυτό σημαίνει μέλος, λόγος, κίνηση/χορός) δρώμενα. Τι ήταν η Ακρόπολη; Το θρησκευτικό και πολιτικό συμβολικό κέντρο της πόλεως των Αθηναίων. Τι είναι ο Ρουβάς; Τραγουδιστής. Τι έκανε στο Ηρώδειο; τραγούδησε. Τι είναι ο Gucci; Τι θέλει να κάνει στην Ακρόπολη; Νομίζω με αυτόν τον απλό τρόπο εύκολα βγάζουμε συμπέρασμα.
Πέραν αυτού, σήμερα, όπως και στην αρχαιότητα φαντάζομαι πως δεν ήταν όλες οι παραστάσεις εξίσου καλές ούτε οι ηθοποιοί, τραγουδιστές κτλ εξίσου ικανοί. Φαντάζομαι επίσης πως συχνά η αξία των πρώτων και η ικανότητα των δεύτερων δεν θα ταυτίζονταν πάντα με την κρίση του κοινού όπως και τώρα. Δεν θα πρέπει δηλαδή ξαφνικά να αναγορευτώ εγώ η το ΚΑΣ σε κριτικό τέχνης και να αποφανθώ για την χρήση του μνημείου βάσει της αντικειμενικής ή υποκειμενικής καλλιτεχνικής αξίας  του ενδιαφερόμενου αλλά όπως φάνηκε πρίν, βάσει του είδους χρήσης. Οπότε, και υπό αυτή την διάσταση πάλι δεν βλέπω γιατί ένα τέτοιο επιχείρημα να δρά υποστηρικτικα για την πασαρέλα στην Ακρόπολη, και ξανά το τοποθετώ στην ίδια σφαίρα με τα παραπάνω δηλαδή ώς εθνομαζοχιστική μηδενιστική έκφραση (γιατί αλλιώς θα έπρεπε να ήταν ο πράττων την εξίσωση περισσότερο κατακριτικός έναντι της όποιας χρήσης όχι λιγότερο).



Οικονομισμός και αξίες. 

Τα καλύτερα βέβαια τα διάβασα όταν στα επιχειρήματα μέσα, εισέβαλαν οι "αγορές", δηλαδή τα χρήματα που ο ιδιωτικός οίκος μόδας θα "δώριζε" (σύμφωνα με τον νόμο δεν μπορεί να υπάρχει παραχωρήσει από άμεση ανταποδοτικότητα)  προς πολιτισμική αξιοποίηση στο δημόσιο και την έμμεση διαφήμιση που θα γίνονταν στο μνημείο και στην χώρα. Εδώ βρήκα μερική ταύτιση και δεξιών νεοφιλελέρων αλλά και αριστερό-κουλτουριάρηδων (και δεν μου κάνει εντύπωση αφού εν τέλει....το ίδιο Zeitgeist ζούμε όλοι).
Αν υποθετικά, όμως,  θέλουμε να το δούμε έτσι ας επαναλάβουμε την πρόταση της εταιρίας. 2εκ. δωρεά σε βάθος 5 χρόνων και έμμεση διαφήμιση 50εκ περίπου λόγω της διαφημιστικής τους καμπάνιας που θα παίξει Background τον Παρθενώνα από την 15λεπτη εικονοληψία του σόου. Μάλιστα. Δηλαδή: το-απαραίτητο-για-την-καμπάνια- Ιερό-μνημείο-που-όλοι-σεβόμαστε κοστολογείται στην πρόταση στο 4% των συνολικών εξόδων της διαφήμισης....Και καθόμαστε και το σκεφτόμαστε πως θα μας δώσουν 2εκ αντί να τους πούμε άμεσα να πα να ^&@%$#&^@; Είμαστε σοβαροί; Επίσης είμαστε σοβαροί όταν ακούμε στην πρόταση (η αποδεχόμαστε και το χρησιμοποιούμε ως επιχείρημα) πως ένα μνημείο σαν την Ακρόπολη (Ουνέσκο, παγκόσμιο σύμβολο και μπλα μπλα τα είπαμε) χρειάζεται την έμμεση διαφήμιση του οίκου μόδας; Ε να τους πληρώσουμε εμείς τότε μπας και φανεί λίγο ο Παρθενώνας πίσω από τα walking dead της πασαρέλας (αλήθεια γιατί βάφουν όλα τα μοντέλα σαν ζόμπι τα τελευταία χρόνια;). Απλά ντροπή και ευτυχώς που θίχτηκε και κατ' αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ώς εξευτελιστική, η πρόταση μέσα στην συνεδρίαση του ΚΑΣ.



Το πρόβλημα εδώ, είναι πως στα μυαλά των περισσοτέρων δεν υπάρχει ιεράρχηση των αξιών με αποτέλεσμα λόγω της αλλοτρίωσης που έχει επιφέρει ο οικονομισμός, η συμβολική ή άλλη "άυλη" αξία ενός μνημείου να μπορεί να συγκριθεί η και ακόμα και να έπεται των μετρήσιμων χρηματικών αξιών των αγορών, εμπόρων, διαφημιστών κτλ. Ειδικά σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης φαντάζει πολύ εύκολα να γίνουν τέτοιες ηθικές και αξιακές εκπτώσεις. Κάτι τέτοιο, όμως απλά θυμίζει την περίπτωση κάποιου άρρωστου ναρκομανή, που για να βρει την δόση του πουλάει το τελευταίο πχ ενθύμιο της νεκρής μάνας του. Αυτός είναι ένας άρρωστος άνθρωπος και εν μέρει μπορεί να δικαιολογηθεί, οι προβάλλοντες το οικονομικό επιχείρημα για "ενοικίαση" της Ακρόπολης τι δικαιολογία έχουν για την ηθική τους κατάπτωση;




Ομοίως, είναι εντελώς τρέλα να υποστηρίζεται πως ο Παρθενώνας έχει ανάγκη διαφήμισης από τον όποιο Γκούτσι. Αποδεχόμενοι κάτι τέτοιο, ξανά υποβαθμίζουμε την αξία ενός τέτοιου μνημείου έναντι μιας οποιασδήποτε εταιρίας ή "αξίας" των σημερινών αγορών. Εφόσον σκεφτόμαστε έτσι, προφανώς είμαστε μέρος του προβλήματος που καταλήγει στο να μην έχουν τα κράτη-διαχειριστές τα οικονομικά μέσα να συντηρήσουν τα σημαντικότερα μνημεία τους αλλά αυτά να μπορούν να τα διαθέσουν οι πολυεθνικές εταιρίες.

Σε έναν ουτοπικό κόσμο.

Από την αντιπρόταση που ακούστηκε στο ΚΑΣ για παραχώρηση του ναού του Ολυμπίου Διός  αντί της Ακροπόλεως γίνεται εμφανές πως ακόμα και εν μέσω αυτών που πήραν την κατά τα άλλα ορθή ομόφωνη απόφαση υπάρχει πρόβλημα. Για το Ολυμπιείο δεν γίνεται παρά να ισχύει βάσει λογικής ότι και για την Ακρόπολη παρά την εμφανή διαφορά συμβολικού μεγέθους. Το ότι υπήρξε τέτοια αντιπρόταση δείχνει πως για κάποιους το status Ακρόπολη δεν αποδίδεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων αλλά βάσει ενός πλέγματος ή συμπλέγματος άλλων πραγμάτων, όπως ο εθνο-uplifting συμβολισμός που ανέφερα στην αρχή. Κατ' αυτόν τον τρόπο τα όποια σωστά επιχειρήματα περί μη διάθεσης της Ακροπόλεως εξανεμίζονται αφού ο εκφραστής τους δεν τα υποστηρίζει βάσει μιας ολοκληρωμένης ιδεολογικής πρότασης και αντίληψης αλλά εθιμοτυπικά ή από φόβο έναντι των αντιδράσεων. Αντιδράσεις οι οποίες στην πλειοψηφία τους θα προέλθουν (όπως και προήλθαν) από ένα ετερογενές πλήθος του λαού που ούτε αυτός κατέχει ούτε την ορθή αντίληψη πόσο μάλλον το ηθικό ανάστημα υποστήριξης τους. Γιατί όπως έγραψε και ένας φίλος είναι εντελώς τρελό ο ίδιος λαός που σε πλήθος εκφράσεων του καθημερινά αποδεικνύει την απαξίωση του έναντι της κληρονομιάς του να μαίνεται ξαφνικά για την πιθανότητα παραχώρησης της Ακρόπολης. Αυτό βέβαια δεν αλλάζει το γεγονός πως το αντανακλαστικό λειτούργησε προς την σωστή κατεύθυνση, δεν σημαίνει, όμως, και πως υπάρχει ελπίδα, με τα σημερινά δεδομένα, ανάπτυξης μιας σωστής σχέσης, άποψης, με τα μνημεία μας.

Σε έναν ουτοπικό, λοιπόν, κόσμο που τα πράγματα θα βρίσκονταν σε λειτουργική ισορροπία τι θα συνέβαινε.
Θα υπήρχε ταύτιση κληρονόμων, διαχειριστή, συμβολικής αξίας και χρήσης. Δηλαδή ο κληρονόμος λαός θα ήταν και διαχειριστής και θα κατανοούσε και αξιοποιούσε το όποιο κληροδότημα με τον ίδιο ουσιαστικό τρόπο που αυτό παραδόθηκε. Στην περίπτωση μας δηλαδή, οι νεοέλληνες θα ήταν Έλληνες και θα αντιμετώπιζαν την Ακρόπολη πρωτίστως ως το θρησκευτικό κέντρο της πόλεως των Αθηναίων. Έτσι θα δικαιούνταν ηθικά να είναι οι ίδιοι που θα λάμβαναν τις αποφάσεις για την λειτουργία του.
Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσαν και θα έπρεπε να το αξιοποιούν μόνο για θρησκευτικές εκδηλώσεις, όπως για παράδειγμα για εορτασμό των Παναθηναίων, φύλαξη ιερών κειμηλίων κτλ
Όπως και οι πρόγονοι τους θα καταλάβαιναν πως το δημόσιο συμφέρον συχνά εναρμονίζεται με το ιδιωτικό και πώς υπάρχουν τρόποι οι οικονομικές αξίες να μην αντιτίθενται στις άλλες ανώτερες αλλά να συνεπικουρούν ως υλική υποστήριξη. Θα μπορούσε δηλαδή ο όποιος Γκούτσι να επιτυγχάνει την "διαφήμιση" του φτιάχνοντας τα ρούχα για μια επίσημη πομπή όπως τα Παναθήναια σαν χορηγός, η απλά να του δίνεται το δικαίωμα αναφοράς σε ένα τιμητικό ανάθημα, αν είχε προσφέρει κάτι σημαντικό υπέρ της Πόλεως. Επίσης ο κάθε Γκούτσι σε αυτή την περίπτωση θα θεωρούσε τιμή του να συμμετέχει σε κάτι τέτοιο και όχι ο Παρθενώνας τιμή του που θα κάνει guest εμφάνιση στο 15λεπτο βίντεο του οίκου μόδας.

Δυστυχώς, όμως, η σημερινή κατάσταση απέχει πολύ από μια "ουτοπική" όπως η παραπάνω με αποτέλεσμα να παρακολουθούμε, συχνά ανίκανοι να επηρεάσουμε, το πώς η νεοελληνική κοινωνία δρα, αντιδρά και κατανοεί την θέση της έναντι των μνημείων κάποιων "άλλων" που θέλουμε και δεν θέλουμε να ταυτίζουμε με εμάς παρά την άβυσσο που μας χωρίζει στον τρόπο σκέψης, στις αξίες, στην συμπεριφορά. 

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Ελλήνων αφηγήσεις και συνέντευξη του εκδότη του Δαυλού, Δ. Λάμπρου.

Σήμερα με μια χρονοκαθυστέρηση κατάφερα να ακούσω όλη την συνέντευξη του άλλοτε εκδότη του περιοδικού "Δαυλός"* Δ. Λάμπρου στο νέο δικτυακό κανάλι "Ελλήνων Αφηγήσεις" και αποφάσισα να κάνω έναν σχολιασμό για να αποδείξω πως ναι μεν μπορεί "η ημερήσια κατά κεφαλήν πληκτρολόγηση να βρίσκεται σε καθοδικό σπιράλ", αλλά δεν συμφωνούμε στην καθολικότητα της ερμηνευτικής προσέγγισης του Prkls από τον οποίο περιμένουμε ως ανταπόδοση να είναι το 500+1 κλικ. Αυτό δηλαδή που έχει σημασία όταν προέρχεται από ανθρώπους που διαβάζουν ακόμα κείμενα.

* Στον ιστότοπο www.davlos.gr είχαν ανέβει ψηφιακά όλα τα τεύχη του ιστορικού πια περιοδικού. Πηγαίνοντας τώρα να επιβεβαιώσω βλέπω πως δεν λειτουργεί παρότι η εκχώρηση του ονόματος βρίσκεται σε ισχύ. Ελπίζω αυτό να σημαίνει πρόσκαιρα τεχνικά προβλήματα και όχι κάτι άλλο.


Το Ελλήνων αφηγήσεις αφορά μια καινούργια προσπάθεια του φίλου Μηνά Παπαγεωργίου να πραγματοποιήσει μια σειρά συνεντεύξεων από διάφορες προσωπικότητες του λεγόμενου "αρχαιολατρικού" χώρου ή όπως ο ίδιος γράφει στο κανάλι :

"Το "Ελλήνων Αφηγήσεις" είναι ένα φρέσκο διαδικτυακό project του δημοσιογράφου Μηνά Παπαγεωργίου, που δεν περιορίζεται από το χρόνο (με δυο λόγια είναι άγνωστο το πότε θα ολοκληρωθεί).
Πρόκειται για μία σειρά από on camera συνεντεύξεις, με ανθρώπους οι οποίοι από τις αρχές της δεκαετίας του 80' πρωτοστάτησαν με το έργο και τη δράση τους στη στροφή ενός σημαντικού κομματιού της ελληνικής κοινωνίας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Η επιλογή των συνεντευξιαζόμενων γίνεται με αυστηρά προσωπικά κριτήρια του συντονιστή της όλης προσπάθειας, βασισμένα στην εμπειρία που έχει αποκομίσει τα τελευταία 15 περίπου χρόνια ενασχόλησής του με το εν λόγω θέμα.
Οι συνεντεύξεις που θα παρουσιαστούν θα έχουν διττό ρόλο: Αφενός τη δημιουργία ενός ψηφιακού αρχείου για την ιστορία της εξέλιξης του συγκεκριμένου "χώρου" στην Ελλάδα και αφετέρου την αποτύπωση των σχετικών απόψεων και τάσεων κατά την παρούσα χρονική περίοδο."

Θεωρώντας την εν λόγω προσπάθεια πολύ σημαντική καθώς μπορεί να συμβάλει στο να χτιστει μια απαραίτητη πια ιστορική και αντικειμενική οπτική σε αυτά τα ζήτηματα, ώς μελλοντική παρακαταθήκη, πιστεύω πως οι συνεντεύξεις που θα παρουσιαστούν θα πρέπει να αποτελέσουν πεδίο σχολιασμών. Σχολιασμών που να συμβάλουν στην προσέγγιση αυτού του "κινήματος" ώς ιστορικό φαινόμενο και στην περαιτέρω ανάλυση, ενδοσκόπηση και κριτική πάνω στα ζητήματα που θα προκύψουν.

Ας κάνουμε λοιπόν την αρχή με ένα σχολιασμό της συνέντευξης του κ. Λάμπρου, του οποίου ο λόγος παρότι, ίσως λόγω ηλικίας, μου φάνηκε κυρίως στην ταχύτητα κάπως κουραστικός, νομίζω ήταν συνεπής με την πορεία του και κάλυπτε αρκετά βασικά χαρακτηριστικά του φαινομένου Δαυλός τα οποία θα συζητήσουμε.

Με τον "Δαυλό", προσωπικά ήρθα σε επαφή κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 90, και παρότι αρκετά συχνά τον διάβαζα, αν και όχι μέχρι το τέλος του, δεν μπορώ να πώ ούτε πως ήμουν τακτικός αναγνώστης, ούτε πως τα άρθρα και οι ιδέες του τύγχαναν ιδιαίτερα της εκτίμησης μου, καθώς μάλλον προσέγγιζα από άλλου τύπου διαδρομές τον ελληνισμό. Μάλιστα η διαφοροποίηση αυτή, μάλλον μεγάλωσε με τον χρόνο μέχρι που δεν άνοιγα κάν το περιοδικό ακόμα και αν έπεφτε στα χέρια μου. Πολλά τεύχη τα κοίταξα χρόνια αργότερα, όταν μετά το κλείσιμο ανέβηκαν στην σελίδα, με μια αποστασιοποιημένη-ερευνητική ματιά. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω την συμβολή του στον "ελληνοκεντρικό" χώρο (μάλλον είναι πολύ σωστή κίνηση το άνοιγμα της σειράς συνεντεύξεων με αυτή) ούτε πως δεν υπήρξαν αρκετά κείμενα τα οποία και μου άρεσαν και ίσως με επηρέασαν.

Ας δούμε λοιπόν την πορεία του Δαυλού και ενός σημαντικού μέρους του νεότερου "ελληνοκεντρισμού" μέσα απο αυτή την συνέντευξη.

Νομίζω, πως για όποιον την ακούσει, και γι' αυτό ανέφερα την συνέπεια πριν, γίνονται αμέσως φανερές και οι ιδεολογικές τάσεις του εκδότη του, τις οποίες ακολούθησε εν πολλοίς το περιοδικό αλλά και οι αντιφάσεις του που και αυτές σημάδεψαν την πορεία του. 

Ξεκάθαρα, υπάρχει διάχυτη σε όλη την συνέντευξη, μια προώθηση καταστατικών θα λέγαμε αρχών του "Διαφωτισμού", οι οποίες μάλιστα προσλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό με το αρχικό τους πλαίσιο.
  • Πίστη στην γραμμική πρόοδο.
  • Πρωτοκαθεδρία του Λόγου
  • Ταύτιση του Λόγου με τον Ελληνισμό (όπως τον προσέγγισε ο Διαφωτισμός)
  • Πολιτισμικός συγκριτισμός με μέτρο τον Δυτικό πολιτισμό.
  • Κριτική οπτική σε δεδομένες για την κοινωνία κοινωνικοπολιτικές αφηγήσεις
  • Αθεϊα
ίσως είναι οι σημαντικότερες από αυτές.

Φυσικά, τα παραπάνω ελέγχονται, αν δεν απορρίπτονται πια κατευθείαν, ως προς την ορθότητα τους, αποτελούν όμως επιπροσθέτως και ένα ιδεολόγημα τα ίδια, παρότι ο κ. Λάμπρου δηλώνει και στην συνέντευξη εχθρός των ιδεολογημάτων. Βασική αντίφαση, όταν ο κεντρικός πυρήνας της προσέγγισης του βασίζεται εξίσου σε ένα ιδεολόγημα.

Συγκεκριμένο, όμως, ιδεολόγημα είναι και το έτερο μεγάλο μέρος των χαρακτηριστικών που και το περιοδικό είχε και στην συνέντευξη εμφανίζονται. Δηλαδή, αυτά που αναφέρονται στον, κάπως ιδιαίτερου τύπου, εθνοκεντρισμό που σκιαγραφείται και βρίσκεται ιστορικά στον πυρήνα του Δαυλού.

Ο Δαυλός, μπορούμε να πούμε πως ήταν εκ νέου, ένα πεδίο προώθησης (αλλά και αναζήτησης εφόσον υπήρξε μια σταδιακή εξέλιξη των ιδεών) στην μεταχουντική, μετα-μεταπολιτευτική Ελλάδα, μιας προβληματικής περί ελληνικότητας  (Ακόμα ένας λόγος που η επιλογή αυτή του Μηνά για ξεκίνημα του καναλιού ήταν πολύ σωστή). Εξέφραζε δηλαδή αυτές τις διεργασίες σε ένα κομμάτι, λαικό-δεξιό ίσως να το ονόμαζα πρόχειρα, της κοινωνίας εκείνη την εποχή και ως προς αυτό μπορεί να συγκριθεί με τις αντίστοιχες συζητήσεις της δεκαετίας του 30. Επιστροφή λοιπόν στην αναζήτηση της ελληνικότητας αλλά με παρηλλαγμένους όρους. Χωρίς Σεφέρη, Ελύτη, Παλαμά, Κόντογλου, Μεταξά κτλ. Τον παραλληλισμό αυτό που κάνω, και ο ίδιος ο Λάμπρου εμμέσως επιβεβαιώνει με τις αρχικές του τοποθετήσεις περί έκπτωσης της Μεγάλης Ιδέας κτλ.

Εκ νέου λοιπόν, εξοστρακίζεται το Βυζάντιο (όπως στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό αλλά αντίθετα με την ελληνικότητα του 30) εκ νέου εκθιάζεται ο "Ορθός Λόγος" (πάλι όπως στον Διαφωτισμό αλλά εν αντιθέσει με την γενιά του 30), εκ νέου αντιπαραβάλεται ο λαικός πολιτισμός ή και το κράτος, από την διανοούμενη ελίτ και το έθνος. Παρατηρείται, όμως, και μια καινούργια τάση, μάλλον ευκόλως δικαιολογησιμη αν αναλογιστούμε τις διαφορές των δύο εποχών. Ο Ελληνισμός τώρα δεν περιορίζεται στα όρια του εθνικού κράτους, εφόσον αυτό δεν μπορεί επ' ουδενί να καλύψει τις απαιτήσεις, αλλά λαμβάνει οικουμενικές διαστάσεις (μια επιστροφή στον πρώιμο, Ουμανισμό και προ-Ρομαντικό Διαφωτισμό ξανά;), διατηρώντας όμως την φυλετική, εθνική του συνοχή. Έχουμε δηλαδή την εμφάνιση ενός πολιτισμικού φυλετισμού, ο οποίος αναδεικνύει τις μεγαλύτερες αντιφάσεις στην προσέγγιση του Λάμπρου και του περιοδικού.

1. Ο Ελληνισμός αναγνωρίζεται φυλετικά/εθνικά αλλά του προσάπτεται η ελληνικότητα που εφηύραν οι ξένοι του Διαφωτισμού.

Το πόση αντίφαση γεννά αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε από δύο παραδείγματα της συνέντευξης.
Ως θιασώτης αυτού του "Ορθού Λόγου" ο Λάμπρου εκφράζεται κυρίως ως άθεος. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το επιβεβαιώνει σε αρκετά σημεία της συνέντευξης. Με αυτή την στάση σπεύδει να καταδικάσει (ως βλακεία;) τον 12θεισμο που δήθεν δίωξε τον Ορθό Λόγο. Πως όμως γίνεται ένα χαρακτηριστικό στον πυρήνα αυτού του πολιτισμού να δίωξε ένα άλλο χαρακτηριστικό γέννημα του ίδιου πολιτισμού; Και αν είχαμε τέτοια αντίθεση τότε ποιο από τα δύο χαρακτηριστικά αναγορεύεται ώς δείγμα ελληνικότητας και γιατί; Αυτή κατ' ουσία είναι και η ερώτηση που πολύ σωστά του θέτει ο Μηνάς. Η πλήρης αδυναμία απάντησης οφείλεται στην αντίφαση. Η απάντηση μάλιστα καταδεικνύει ακόμα μια αντίφαση αλλά και μια σύμπτωση.

Ο Λάμπρου και ο Δαυλός υπήρξαν σφόδρα αντιχριστιανοί (ώς μέτοχοι στον Ορθό Λόγο αλλά και για άλλους, εθνικιστικούς, λόγους που θα δούμε παρακάτω). Στην καταδίκη του όμως του 12θεισμού ώς "ανορθολογικού', μεταχειρίζεται ακριβώς τα ίδια μέσα που χρησιμοποίησαν διαχρονικά οι χριστιανοί. Ταυτίζεται δηλαδή με τον "εχθρό" του σε αυτό και αναγκαστικά ακολουθεί ξανά τα λάθος βήματα κάποιων "Διαφωτιστών". Ποια και με ποιες συνέπειες;

Οι Έλληνες ανακάλυψαν (τον εφηυρημένο στην αρχή της νεοτερικότητας ) Ορθό Λόγο αλλά ταυτόχρονα ήταν και παράλογοι. Άρα το παράλογο ή ήταν μη Ελληνικό ή δείγμα παρακμής κτλ. Λύση; Οι φιλόσοφοι και επιστήμονες καλά τα είπαν ο λαός ήταν ηλίθιοι; Αντίφαση: Ένας ηλίθιος λαός γεννά φιλοσόφους και επιστήμονες; Συνέπεια : Ελιτισμός. Συνέπεια: αποδοχή της γραμμικής προόδου δηλαδή της ίδιας λογικής που διαχρονικά πρόβαλαν οι χριστιανοί για να αποδείξουν την ανωτερότητα της θρησκείας του.

Η ίδια τελευταία αυτή λογική της γραμμικής προόδου οδηγεί και σε άλλα προβλήματα αν συνδυαστεί με τον ιδιότυπο εθνοκεντρισμό του Δαυλού.

2. Οι Έλληνες ως πνευματικό κέντρο του κόσμου (αφού αυτοί και μόνο αυτοί είχαν τον ορθό λόγο στον οποιο οφείλονται όλες οι θετικές ανακαλύψεις κτλ), πρέπει να προηγούνται χρονικά όλων των άλλων οι οποίοι ακολούθησαν. Αντίφαση: Πως εξηγούμε τα μη-ελληνικά επιτεύγματα; Λύση: Είναι αντιγραφές. Συνέπεια: Δημιουργία θεωριών καταγωγής του τύπου Ελληνικές οι πυραμίδες των Μάγιας. Αρχαιότερη αυτής του Χέοπα η "πυραμίδα" της Αργολίδας, Ελληνική η γλώσσα των ινδιάνων της Αμερικής κτλ που αποτελούσαν τραγική ποσοτικά μερίδα της ύλης του περιοδικού. Αντίφαση: Ο Ορθός Λόγος τον οποίο εκθιάζουμε ώς Ελληνικό προιόν και αποδεχόμαστε οδηγεί σε εντελώς ανορθολογικές (αφού απο τον ορθό λόγο προέρχονται οι σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες) απόψεις.

Παρενθετικά:
Αν διαβάσουμε κάποια αποσπάσματα από ανάλογο κείμενο του Δαυλού του υπέρμαχου του ορθού λόγου (ο οποίος προήγαγε τις θεωρίες των προκατακλυσμιαιων παγκόσμιων Ελλήνων κτλ), το οποιο αποτελεί και όπλο στην φαρέτρα διαφόρων απολογητών, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς λίγα χρόνια μετά, σε ένα ίσως πιο λαικό κομμάτι του Ελληνοκεντρικού χώρου, γεννήθηκαν και οι θεωρίες των Ελλήνων διαστημανθρώπων, της ομάδας Ε, κτλ, οι Φουράκηδες, Κεραμυδάδες και Λιακόπουλοι, αφού αυτές οι θεωρίες στην τελική διαφόρουνται μόνο κατά μέγεθος και όχι κατά είδος με τις αντίστοιχες του Δαυλού. Αντιγράφω από άρθρο του Καραμπελιά στο Άρδην για τον Δαυλό :

...άρθρο του Στέφανου Μυτιληναίου στο τεύχος 223 στο οποίο ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η αντιπαράθεση ελληνισμού - εβραϊσμού έρχεται από τα βάθη της ιστορίας, (από το 4.000 π.Χ. τουλάχιστον) και αποτελεί στην πραγματικότητα σύγκρουση μεταξύ των... απογόνων του Δία και εκείνων του... Κρόνου! Αξίζει να διαβάσουμε πώς περιγράφεται αυτή η ιστορική "αντιπαράθεση" με την χαρακτηριστική πρόζα του "χώρου":
Στην αυγή της "επίσημης" καταγεγραμμένης ιστορίας (δηλ. περίπου στην τέταρτη χιλιετία π.Χ.) οι Έλληνες - αφού συνήλθαν από τις καταστροφές που τους προξένησε ο Μεγάλος Κατακλυσμός (ο οποίος εξαφάνισε στον βυθό του Αιγαίου τον εξελιγμένο πανάρχαιο Ελληνικό Πολιτισμό της Αιγηίδος)- εμφανίστηκαν ξανά στο προσκήνιο. [ ]
Παρά την προσπάθεια του Μίνωα να ενδυνάμωση τον Ελληνισμό, από νωρίς εκδηλώθηκε έντονη συνωμοτική αντίδραση και αντίσταση στο έργο του. Αυτή προερχόταν από τους οπαδούς της παλαιάς Κρόνιας τυραννίας, η οποία είχε ηττηθή στον πόλεμο του Δία κατά των υιών του Κρόνου Τιτάνων (Τιτανομαχία). Οι Κρόνιοι μεταξύ άλλων ευθύνονταν και για τον εμφύλιο-παγκόσμιο πόλεμο Αιγαίων και Ατλάντων το 9.500 π.Χ. [ ].
Όπως λέει ο Ηρόδοτος, η εξέγερση των Κρονίων με ηγέτη τον Σαρπηδόνα απέτυχε. Ο Μίνως τους εξώρισε στην Μέση Ανατολή, όπου και πήραν το όνομα Σόλυμοι, ίδρυσαν την πόλη Σόλυμα (τα σημερινά Ιεροσόλυμα) και ανακήρυξαν τον Σαρπηδόνα βασιλιά τους. [ ]
Οι Κρόνιοι με ηγέτη τον Σαρπηδόνα δεν ξέχασαν ποτέ το μίσος τους για τους Διογενείς. Σύντομα απώλεσαν και κάθε στοιχείο ελληνικής εθνικής συνείδησης. Η επόμενη τους κίνηση ήταν, να αναζητήσουν συμμάχους ομοϊδεάτες ανάμεσα στα βαρβαρικά φύλα που τους περιτριγύριζαν. [ ]
Οι Χαλδαίοι - Ακάδιοι πρέπει να καλοείδαν την συμμαχία με τους Σολυμίτες. Είναι η εποχή, που ο μάγος Αβραάμ* από την πόλη Ουρ της Μεσοποταμίας περιφέρεται στην περιοχή της Φιλισταίας (Παλαιστίνης) κατασκοπεύοντας τις μινωικές αποικίες, ενώ η δράση του φθάνει και μέχρι την Αίγυπτο, όπου υπήρχε κρυφό μεν αλλά ισχυρό ιερατείο του Τυφώνος. Ο Αβραάμ και οι δικοί του ονομάστηκαν Εβραίοι, λέξη που σημαίνει "περιπλανώμενοι". Πράγματι σκοπός της ομάδας αυτής δεν ήταν να στεριώση κάπου, αλλά να αναγνωρίση το έδαφος για την εισβολή που θα ακολουθούσε, και γι' αυτό τον λόγο έπρεπε να βρίσκωνται συνεχώς σε κίνηση. [ ]
Η αποτυχία στην Αίγυπτο δεν πτόησε το Κρόνιο ιερατείο. Οι Αιγύπτιοι εξόριστοι (Ισραηλίτες) συμμάχησαν με τους Έλληνες Σόλυμους (Ιουδαίους) και υπό το γενικό όνομα Εβραίοι (έτσι τους ήξεραν οι Έλληνες Κρήτες της Φιλισταίας) ξεκίνησαν το "θεάρεστο" έργο της γενοκτονίας των Διογενών Ελλήνων: [ ]

3. Η προτεινόμενη λύση στην παραπάνω αντίφαση, ξανά σε συνδυασμό με τα εθνοκεντρικα χαρακτηριστικά τέτοιων απόψεων είναι που οδηγεί αναγκαστικά στην συνομωσιολογία και στην ψευδοεπιστήμη. Η αλήθεια είναι πως οι Έλληνες τα ανακάλυψαν όλα αλλά υπάρχει κάποιος εχθρός ο οποίος μας πολεμάει φανερά ή κρυφά και δεν αφήνει να μαθευτούν αυτά. Ο εχθρός για άλλη μια φορά είναι κλασικά οι Εβραίοι (άλλη μια σύμπτωση με τον έτερο "εχθρό" χριστιανισμό, τον οποίο πολεμάω και για τις εβραϊκές καταβολές του). Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα. Από τις δεκάδες αρχαιολογικού, γλωσσολογικού ή ανθρωπολογικού τύπου θεωρίες που παρέλασαν από τις σελίδες του Δαυλού δυστυχώς η συντριπτική πλειοψηφία κατατάσσονται με τα "ορθολογικά" κριτήρια του περιοδικού στις παντελώς ανορθολογικές.
4. Άλλη μια κατά μια έννοια αντίφαση, λαμβάνοντας υπόψη από την μία τον αντιχριστιανισμό και απο την άλλη αντικουμουνισμό του περιοδικού σε συνάρτηση με τα εθνοκεντρικά χαρακτηριστικά είναι το ότι προωθείται σαν αντίληψη ένας οικουμενικός Ελληνισμός (επαναλαμβάνω, όμως, Ελληνισμός επαναεισπραγμένος από ξένα μάτια) αποδεσμευμένος όμως από εθνικά του χαρακτηριστικά. Στην τελική ένας ελιτίστικος οικουμενικός ελληνισμός του Ορθού Λόγου των Διαφωτιστών του 17ου-18ου αιώνα αποκομμένος από κυρίαρχα χαρακτηριστικά του (Ελληνική θρησκεία), τόπο (έθνος-κράτος), και λαό δεν μπορώ να καταλάβω τι Ελληνισμός (ειδικά εθνοκεντρικού τύπου) μπορεί να είναι. Απόλυτη αντίφαση.  Μοιάζει δηλαδή σαν έναν ελληνισμό που ακολουθεί τα δομικά χαρακτηριστικά του χριστιανισμού ή του κουμουνισμού (ως διεθνιστικές ιδεολογίες), χωρίς τίποτα ουσιαστικά ελληνικό.

5. Τέλος, (και πάλι καίρια η ερώτηση του Μηνά) όσον αφορά τις θέσεις του Λάμπρου έναντι των συλλογικών προσπαθειών. Είτε αυτές ήταν το ΕΑΡ, έίτε ήταν στρατιωτικά αγήματα, είτε ήταν Ελληνικές θρησκευτικές κοινότητες, οι θέσεις του Δαυλού και των συνεργατών του ήταν πάντα κάθετα ενάντιες. Νομίζω πως και αυτό το γεγονός, είναι μια λογική κατάληξη του ελιτισμού που καλλιέργησε το περιοδικό, και παρότι έρχεται επίσης σε σύγκρουση με την προώθηση ενός οικουμενικού ελληνισμού (οικουμενικότητα χωρίς συλλογικότητα πως;) ίσως  να αποτελεί την πιο αρνητική του παρακαταθήκη. Ο μανδύας ελιτίστικης εγωτικής ημιμάθειας, μεταξύ ψευδοεπιστήμης, παραφιλολογίας και εθνοκεντρικών ψευδαισθήσεων που ενδύθηκαν άθελα τους πάμπολλοι αναγνώστες του περιοδικού στάθηκε ίσως το μεγαλύτερο τροχοπέδη στην οργανωτική εξέλιξη αλλά και συλλογική ανέλιξη αυτού του ετερογενούς "κινήματος" που ονομάζουμε "ελληνοκεντρικό".

Διαβάζοντας τώρα τις πρόχειρες σκέψεις που κατέγραψα παραπάνω διαπιστώνω πως είμαι καταγγελτικός τελείως και ίσως έτσι να αδικώ και το περιοδικό και τον εκδότη του.
Σίγουρα πιστεύω πως πολλά αρνητικά του ελληνοκεντρικού χώρου οφείλονται σε αυτό. Ο ιδιότυπος και ατελέσφορος εθνοκεντρισμός. Ο στείρος αντιχριστιανισμός. Η ταύτιση ελληνισμού με σύγχρονες Δυτικές ιδεολογίες. Η αθεϊα. Ο Αντιεβραϊσμός. Οι ψευδοεπιστημονικές θεωρίες. Ο ελιτισμός που οδηγεί σε ιδιωτεία (όπως τελικά ιδιώτης παρέμεινε ο κ.Λάμπρου) κτλ. Είναι και αυτά μια παρακαταθήκη του Δαυλού; Σε ένα βαθμό είναι.

Ως αναγνώστης θεωρώ και εγώ, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Λάμπρου, πως τελικά το περιοδικό δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου, αν και όχι για τους λόγους που θέλει να πιστεύει ο εκδότης του. Κάπως έτσι, όντως έκλεισε ο κύκλος του και για μένα και για το ίδιο το περιοδικό.
ΌΜΩΣ: Ορθώς επισημαίνει στο τέλος της συνέντευξης πως ο Δαυλός δόνησε κάποιες ξεχασμένες χορδές σε πάρα πολλούς ανθρώπους σε μια εποχή που αν αναλογιστούμε το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας μας θα δούμε πως άλλοι, περισσότεροι, ξημεροβραδιάζονταν στα μπουζούκια, άλλοι βολεύονταν στο καταληστεμένο δημόσιο από τους βουλευτές και ποιμενάρχες τους και παντού επικρατούσαν όλα τα άλλα νοσογόνα φαινόμενα της μεταπολίτευσης. Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα και περιβάλλον, ο Δαυλός στάθηκε πραγματικά μοναδικός και πρωτοπόρος φάρος στην ανάγκη εξεύρεσης εκ νέου μιας ελληνικότητας (μια αναζήτηση που ξέφυγε από τον περιορισμό μεταξύ κύκλων ειδικών ή συγκεκριμένων κοινωνικών κτλ τάξεων). Μπορεί να έκανε πολλά λάθη και πολλοί να ακολούθησαν λάθος διαδρομές, επηρεασμένοι  από τις σελίδες του περιοδικού, όμως σε εξίσου πολλούς είμαι σίγουρος πως δόθηκαν τα εναύσματα ώστε να στραφούν σε σωστότερα μονοπάτια και να ξεπεράσουν τις έστω πολλές προβληματικές γραμμές του Δαυλού.
Ως εκ τούτου η προσφορά του δεν μπορεί παρά να γέρνει προς την θετική πλάστιγγα. Εξάλλου ο αποδέκτης ενός μηνύματος, ο αναγνώστης, δεν είναι άμοιρος ευθυνών (η μελλοντική εξέλιξη σε αρκετά πράγματα ως προς αυτό θα αρκούσε στο να αθωώσει τον Δαυλό από όλα τα παραπάνω), καθώς πρέπει να έχει το κριτήριο, να έχει την ικανότητα "λογικής", να κρατήσει τα θετικά και να αφήσει τα αρνητικά. Αν δεν το έχει δεν φταίει το μέσο του οποίο ο σκοπός στην τελική είναι να αποτελέσει έναυσμα. Να δονήσει χορδές. Η καταλληλότητα του οργανοπαίχτη όσο και η καταλληλότητα του δονούμενου οργάνου. Η δόνηση, παραμένει το ουσιαστικό στοιχείο. Και σε αυτό το θέμα, σίγουρα ο Δαυλός αποτελεί ένα σημαντικό, ιστορικό πια επίκεντρο, των δονήσεων που επανεμφανίστηκαν την εποχή μας. Των δονήσεων για την ελληνικότητα που επιθυμούμε τον 21ο αιώνα.


ΥΓ: Βρήκα online το τελευταίο editorial του εκδότη στο οποίο αναφέρεται στην συνέντευξη και το αναπαράγω. 

Τρία εις τον κύβο
Καθαρά προσωπικός λόγος μου επιβάλλει την απόφαση να αναστείλω την έκδοση του «Δαυλού», τη στιγμή που με το παρόν τεύχος το Περιοδικό αυτό ολοκληρώνει χρονικά μια συνεχή παρουσία 27 ετών, δηλαδή τελειώνει το χτίσιμο του αριθμητικού κύβου μιας κανονικής και γεμάτης δεξαμενής Σκέψης και Λόγου.
Στους 27 τόμους του «Δαυλού» είναι κατατεθειμένος οργανωμένα ένας τρόπος με τον οποίο μπορεί να ιδωθεί με την ασφάλεια της Απόδειξης και χωρίς σκοπιμότητες η παραμορφώσεις η πραγματικότητα στην Ιστορία και τον Πολιτισμό -το Χθες-, στην Πολιτική και το Άτομο -το Σήμερα- και στην Πρόβλεψη και το Όραμα.
Την χρηστική αξία του τρόπου αυτού στην ερμηνεία των όσων σήμερα συμβαίνουν γύρω μας μπορούν να επιβεβαιώσουν οι αναγνώστες των 22.772 σελίδων του Περιοδικού αυτού, καθώς διαπιστώνουν κάθε μέρα να επαληθεύωνται συνεχώς και με καταιγιστικά γεγονότα αυτά που ιχνηλατούμε, ξεσκεπάζομε και συστηματικά απομυθοποιούμε από τον Ιανουάριο του 1982 ανασύροντάς τα από τα βάθη των πηγαδιών του ψεύδους στο φως της ιστορικής και ατομικής συνείδησης. Θα μπορούσαμε να πούμε ίσως ότι το ανέβασμα του βράχου του Σίσυφου στην κορυφή του λόφου -η ολοκλήρωση της 27χρονης ανηφορικής πορείας του «Δαυλού»- σταματά στην κορύφωση της δικαίωσής του.
Είμαι βέβαιος, ότι ο συγκεκριμένος αυτός τρόπος θέασης της Αλήθειας, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, μόνο στο πεδίο του Λόγου και της Ελευθερίας μπορεί να λειτουργήσει -και ποτέ στο πεδίο του Παραλόγου και της Μεταφυσικής-, είναι ο μόνος δρόμος που μένει για το μέλλον και του Προσώπου και της Ανθρωπότητας. Και δεν αμφιβάλλω, ότι δεν θα πάψουν να εμφανίζονται κατά καιρούς μοναχικοί -όπως ο «Δαυλός»- σκυταλοδρόμοι στον δρόμο αυτόν, που θα μεταφέρουν ακόμη πιο μπροστά, και στην απόσταση που στον καθένα αναλογεί, τον δαυλό τους. Αυτό λέει η Ιστορία.
Ο δικός μου δαυλός κολύμπησε κατά τον νόμο του «πάντα ρει» σε μια διαδρομή μέσα στη ροή του παγκόσμιου ποταμού, μέσα στην αέναη ροή του Παγκόσμιου Λόγου. Και δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίη, όπως εξ άλλου και φυσικά η ροή της σκέψης δεν σταματά εδώ.
Καταθέτομε οι εκατοντάδες συνεργάτες μου κι εγώ τα 319 τεύχη του «Δαυλού» στις συνειδήσεις των αναγνωστών του -στην Ελλάδα, την Ευρώπη, την Αμερική, την Αυστραλία, την Ασία- όπου Γης βρίσκονται.