Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Η εκκωφαντική σιωπή της Γης

Πριν αρκετό καιρό είχα κάνει έναν μικρό σχολιασμό σε σχέση με τον «μύθο» περί πράσινης ανάπτυξης, αειφόρου ανάπτυξης κτλ χρησιμοποιώντας το απλό ερώτημα που είχε τοποθετηθεί ως υπότιτλος βιβλίου του A.D.Benoist. «Μπορεί να υπάρχει αέναη ανάπτυξη σε έναν πεπερασμένο κόσμο;»
Σήμερα διάβασα την παρακάτω είδηση από το in.gr η οποία επιβεβαιώνει* με τον πιο σαφή τρόπο την αρνητική απάντηση στο ερώτημα και ταυτόχρονα διαψεύδει όλες τις «αισιόδοξες» απόψεις είτε αυτές είναι θεωρητικές ή ακόμα και πιο πρακτικές-επιστημονικές από τις πολλές που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια καταδικάζοντας ως Κασσάνδρες όσους δείχνουν μια μαύρη εικόνα για το πλανητικό μέλλον.
.
Βέβαια, στις περισσότερες περιπτώσεις οι «αισιόδοξες» έρευνες προέρχονται από χρηματοδοτούμενα προγράμματα, εταιριών ή παρομοίων συμφερόντων που φυσικά και δεν θέλουν να δουν το υπάρχον σύστημα, το κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους, να παραπαίει στο χείλος του γκρεμού. Το δυστύχημα είναι πως η ταυτοποίηση γνώση=επιστήμη=έρευνες σε συνδυασμό με το έρευνες=χρήμα=συμφέροντα έχει οδηγήσει στην τυφλή αποδοχή, αμφιλεγόμενων απόψεων – ένα απλό παράδειγμα είναι η έκφραση «επιστημονικών» απόψεων πως δεν έχει συμβάλει η ανθρώπινη δραστηριότητα στο φαινόμενο του θερμοκηπίου ή της υπερθέρμανσης του πλανήτη, αφού υπάρχουν τακτικοί κύκλοι σε παρόμοια κλιματικά φαινόμενα. Οπότε συνεχίστε να αγοράζεται τζιπάρες που καίνε 5 βαρέλια το χιλιόμετρο κτλ. Αυτό που ξέχασαν όμως να μας πουν ( και πρόσφατα επιβεβαιώθηκε από άλλες έρευνες ) είναι πως η ηλιακή δραστηριότητα βρίσκεται σε χαμηλό σημείο οπότε λογικά θα έπρεπε να έχουμε πτώση θερμοκρασίας σύμφωνα με τους κύκλους που επικαλούνται.

Δεν επαρκούν για τον ρυθμό παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας οι «καθαρές πηγές», λέει η ΙΕΑ

Διευρύνεται το χάσμα μεταξύ της παραγόμενης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της παγκόσμιας ενεργειακής κατανάλωσης, καθώς ανεμογεννήτριες, ηλιακοί συλλέκτες και υδροηλεκτρικά δεν θα τεθούν σε λειτουργία αρκετά νωρίς ώστε να συμβαδίσουν, μέχρι το 2030, με την παγκόσμια ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, εκτιμά η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (IEA).

Οπως σημειώνει το Μπλούμπεργκ, η Υπηρεσία που συμβουλεύει για θέματα ενεργειακής ασφάλειας τις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ υπογραμμίζει στο Chart of the Day ότι αυτό σημαίνει πως θα αυξηθεί στο ενεργειακό μείγμα το μερίδιο των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με λιθάνθρακα, οι οποίες είναι φθηνότερες και πιο ρυπογόνες.

Για την κάλυψη των αναγκών σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, θα πρέπει να κατασκευαστούν καινούργιες μονάδες παραγωγής ενέργειας οι οποίες να μπορούν να παράγουν υπερτετραπλάσια ισχύ από τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ στις ΗΠΑ, σήμερα. Βασίζοντας το σενάριο της στις ισχύουσες κυβερνητικές πολιτικές για τη χρήση ορυκτών καυσίμων, η IEA προβαίνει στην εκτίμηση ότι το κόστος κατασκευής αυτών των μονάδων θα ανέλθει σε 13,7 τρισ. δολάρια.

Η καύση λιθάνθρακα θα συμβάλλει κατά 44% στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας το 2030, σε σύγκριση με περίπου 41% σήμερα και το κόστος ενός τόνου άνθρακα ενδέχεται να διαμορφωθεί στα 109 δολάρια το 2030 έναντι 120 δολαρίων σήμερα, σημειώνει η IEA.

«Θα χρειαστούμε και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή αποδοτικότητα» για να αναστείλουμε τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια και της προσφοράς ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα, τόνισε η Κλόντια Κέμφερτ, η επικεφαλής αναλύτρια για ενεργειακά θέματα στο γερμανικό οικονομικό ινστιτούτο DIW στο Βερολίνο.


Μας λέει λοιπόν η είδηση πως «Διευρύνεται το χάσμα μεταξύ της παραγόμενης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της παγκόσμιας ενεργειακής κατανάλωσης», και αυτό παρά την μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη σε αυτόν τον τομέα, και παρά τις επιδοτήσεις, και παρά τις μεγάλες προσπάθειες. Γιατί; Γιατί πολύ απλά μέχρι στιγμής μετράγαμε στους ενεργειακούς βρικόλακες κυρίως Αμερική-Ευρώπη αφού τους υπόλοιπους με κάτι αποικιοκρατίες, κάτι παγκοσμίους πολέμους, κάτι εμφυλίους τους είχαμε αφήσει στην τεχνικά λίθινη εποχή. Όμως το ίδιο το σύστημα του καπιταλισμού που χρειάζεται για να λειτουργεί συνεχώς αυξανόμενο κέρδος στις επιχειρήσεις οδηγεί σιγά-σιγά στην εξίσωση των διαφορών παγκοσμίως ( Και μάλιστα πολύ γρήγορα δείτε πως την πάτησε σε μια δεκαετία η Ιρλανδία από τον παράδεισο στην κόλαση χωρίς στάσεις. Ε πόσο νομίζετε θα περάσει μέχρι να πάθουν το ίδιο, η Πολωνία, η Τσεχία, η Ρουμανία, οι Ασιατικές αγορές κτλ – βέβαια με ένα παγκόσμιο κάνεις reboot και ξεκινάς από προηγούμενη πίστα ). Ταυτόχρονα όμως οι «αναπτυσσόμενοι» αρχίζουν να θέλουν και να προσπαθούν να καταναλώσουν όσο και οι πρώτοι. Ε λοιπόν, προφανώς η ταχύτητα αυτή είναι μεγαλύτερη από την ικανότητα μας χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες βέβαια και αυτές δεν είναι περιβαλλοντολογικά τζάμπα αφού έχουν επίσης αντίτιμο στο περιβάλλον ( όχι βέβαια το ίδιο με τις παλιού τύπου – καύση κτλ). Πιθανότητα βέβαια να «πεισθούν» οι Κινέζοι πχ να μην καταναλώνουν όσο οι άλλοι δεν υπάρχει ούτε μια στα 1,35 Δις ( το 1950 περίπου 600εκ, είδατε τι κάνει μια cultural revolution χαχαχαχαχ ).

Και από αυτό το παράδειγμα της είδησης, αλλά και χωρίς τέτοιες τεχνοκρατικές «μελέτες» με απλή ιστορική παρατήρηση, είναι εμφανές πως η λύση στο πρόβλημα μας δεν είναι επιστημονική/τεχνική ( καμιά σχέση δεν έχει στην πραγματικότητα αφού με κάθε νέα τεχνολογία απλά «ανακαλύπτουμε» ένα νέο ταβάνι στην ικανότητα μας παρασιτισμού στον πλανήτη). Για τον πολύ απλό λόγο πως εν πλήρη ελευθερία ο άνθρωπος έχει την τάση να επεκταθεί περισσότερο, να φάει μέχρι σκασμού, να σκοτώσει χωρίς να χρειάζεται κτλ, η τάση είναι να συνεχίσουμε να πράττουμε αυτά μέχρι τελικής «πτώσεως». Οπότε αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ούτε περισσότερη και καλύτερη τεχνολογία ούτε τίποτα παρόμοιο. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι κοινή λογική, ψυχρή και άσχημη ( και την ακόμα πι9ο άσχημη εφαρμογή της ) που οδηγεί πχ στο να αποδεχτούμε πως δεν γίνεται να είμαστε πληθυσμιακά περισσότεροι από τις κατσαρίδες, να διατηρούμε ένα καλό επίπεδο ζωής παντού και να μην συνεχίσουμε την επέκταση μας εις βάρος των πάντων μέχρι να μείνουμε μόνοι μας στην εκκωφαντική σιωπή που δημιουργεί η εξαφάνιση των ειδών, των ενδιαιτημάτων, των οικοσυστημάτων, της μαγείας του κόσμου. Είναι στο παράδειγμα μας η άσχημη, ψυχρή, λογική αποδοχή του γεγονότος πως πρέπει να περιορίσουμε τον ανθρώπινο πληθυσμό του πλανήτη και να σταματήσουμε τις συναισθηματικές σαχλαμάρες πως μπορούμε να φτάσουμε και διπλάσιο αριθμό και να ‘μαστε μια χαρά με πράσινη ενέργεια και παρόμοια παραμύθια. Εξ’ άλλου είναι γελοίο από την μία να απομυθοποιούμε θρησκείες, πολιτισμούς, τον κόσμο και την ίδια στιγμή να δείχνουμε χειρότερου τύπου συναισθηματική ανωριμότητα παραβλέποντας την απλή, κοινή λογική. Δεν γίνεται να πεθαίνουν παιδιά από την πείνα και να σπαταλάμε τρελά λεφτά για εξωσωματικές γονιμοποιήσεις. Δεν γίνεται να κοροϊδεύουμε με αστειότητες τύπου «βιοκαύσιμα», και πλήθος παρομοίων παραδειγμάτων, έ δεν γίνεται πια.

*Σε αυτήν την εξίσωση βέβαια δεν χρησιμοποιείται προς χάριν του κειμένου η ενδεχόμενη δρομολόγηση εκτεταμένης χρήσης πυρηνικής ενέργειας που πχ ακόμα και Ο Λόβλοκ στο τελευταίο του έργο ( προτελευταίο μάλλον αλλά μεταφρασμένο δεν υπάρχει το νεότερο ) αποδέχεται ως την μόνη δυνατή ενεργειακή λύση. Βέβαια σε τελική ανάλυση το πρόβλημα δεν θα λυθεί ( αν και παίρνουμε μεγάλη παράταση, λύνουμε άμεσα διάφορα οικολογικά προβλήματα κτλ ) γιατί δεν είναι το μέσο που ευθύνεται όπως λέω στην συνέχεια του κειμένου, αλλά η στάση μας.

Διαβάστε περισσότερα!

Χέρι μωρό *2

Μια καλή μου φίλη είδε τις χελωνοφωτό του προηγούμενου ποστ και μου έστειλε τις παρακάτω εξωφρενικά χαριτωμένες, τις οποίες δεν άντεξα και θέλω με την σειρά μου να μοιραστώ.









.

Διαβάστε περισσότερα!

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Βρωμερό χέρι, μωρό ερπετό

Στο προηγούμενο ποστ μου ξέχασα να ανεβάσω τις φωτογραφίες του αξιαγάπητου μωρού που βρήκα οπότε μαζί με κανα 2 άλλες.....









Συγχωρέστε μου τα βρώμικα χέρια αλλά όπως λέει και το ρητό αν δεν λερώσεις τα χέρια σου δουλειά δεν γίνεται











.

Και δύο παλαιότερες
άλλο ενα "κακό" μωρό



Και ένα συμπαθέστατο 8ποδο φρικιό ( μην τα πολτοποιείτε δεν πειράζουν )



And here is the rest of it.

Διαβάστε περισσότερα!

Ένα θαυμαστό βασίλειο



Την τελευταία εβδομάδα του Οκτώβρη, με την ευκαιρία της αργίας αποφασίσαμε με την παρέα να πάρουμε άδεια και να εκστρατεύσουμε στην Ελληνική ύπαιθρο. Τελικά αποδείχτηκε μια πολύ καλή επιλογή, λόγω εποχής και λόγω των ιδιαιτέρων καιρικών συνθηκών - πρόσφατες βροχές και ηλιοφάνεια - για να επανεκτιμήσουμε τον πλούτο της Ελληνίδας γής.

Φτάνοντας στον προορισμό, ξεκινήσαμε την καθιερωμένη πια αναζήτηση τροφής, ως σύγχρονοι τροφό-συλλέκτες, και σε σύντομο διάστημα, όχι περισσότερο των 3 ωρών ανταμειφτήκαμε με τα της φωτογραφίας.



Η ευκολία με την οποία έγινε αυτό, μας οδήγησε σε αστεϊσμούς του τύπου.
«Ρε έχετε δει την εκπομπή εκείνη στο Σκάι με κάτι τύπους που τους αφήνουν σε διάφορες περιοχές και πρέπει να επιζήσουν με ότι βρουν;»
«Α ναι ναι»
«Μπα, αφού δεν βλέπω καθόλου τηλεόραση τι είναι αυτό;»
«Ε είναι κάτι σαν ντοκυμαντέρ όπου δείχνουν διαφορές τεχνικές ανάλογα με την περιοχή για την εύρεση τροφής κτλ. Στις περισσότερες περιπτώσεις ίσα ίσα βρίσκουν κάτι να φάνε παρά το ότι τα άτομα είναι απίστευτα. Σκεφτόμουν πως αν τους αφήναν εδώ αυτοί θα πάχαιναν από πάνω»
Και πράγματι, φαίνεται πως η Ελληνική ύπαιθρος ακόμα ανταμείβει αυτόν που είναι κοντά της, αν μάλιστα κάποιος έχει και λίγες κότες, κανα κουνέλι, καμιά κατσίκα ή πρόβατο έ είναι άρχοντας. Γιατί δουλεύουμε δεν έχω καταλάβει τελικά ( μάλλον για να πληρώνω το ιντερνετ ).



Το πιο εντυπωσιακό, για μένα τουλάχιστον ήταν το κυρίως πιάτο αφού δεν μου είχε ξανατύχει σε παρόμοια εκδρομή να επικρατούν οι συνθήκες που να ευνοούν τα μανιτάρια. Ε αποζημιώθηκα γιατί γίνονταν χαμός, τόσος που κινδυνεύω να αποκτήσω καινούργιο χόμπι. Αμέσως οι φίλοι ανέλαβαν να μου διδάξουν τα 2-3 τοπικά είδη που γνωρίζουν πως τρώγονται και ξεχυθήκαμε προς αναζήτηση και φωτογραφικό σαφάρι ( η ευκολία ανεύρεσης τροφής τελικά βοηθά την πραγματοποίηση άλλων ασχολιών ).



Γυρνώντας Αθήνα διαπίστωσα πως η φίλη Ηλέκτρα στο μπλογκ της είχε βάλει και αυτή φωτογραφίες μανιταριών, με τα επιστημονικά τους ονόματα παρακαλώ, ζήλεψα άρχισα να ψάχνω κάποια βιβλιαράκια, μπήκα και στο www.manitari.gr ( εξαιρετικό ), έχασα την μπάλα που λέμε, οπότε αποφάσισα να ανεβάσω μόνο τις φωτογραφίες και ελπίζω όποιος ξέρει να μου στείλει μια ταυτοποίηση των ειδών που βρήκα. Ηλέκτρα ακούςςςςςςςςςςςςςς;

Προσωπικά πάντως με εντυπωσιάζει αφάνταστα πως σε ένα πρωινό βρήκαμε τόσα διαφορετικά είδη, σε δύο περιοχές βέβαια μια καμπίσια, μια βουνήσια, οπότε σκέφτομαι για επιστημονικούς – και γαστρονομικούς – λόγους να καθιερώσω αυτήν την εκστρατεία ανεύρεσης μανιταριών.

Στον Κάμπο





















Και στο δάσος
μαζί με τα Ents. Ναι υπάρχουν ακόμα για όποιον θέλει



























































Βέβαια η μαγεία της φύσης, γρήγορα εξαφανίζεται και δεν θα μπορούσε να συμβεί και αλλιώς σε έναν κόσμο , τον σύγχρονο, όπου ακόμα και στο πουθενά, σε ένα πανέμορφο δρυοδάσος, κάποιος μπορεί να δεί τις παρακάτω εικόνες.





Οι οποίες δεν αποδίδουν την πραγματικότητα, αφού σε μια περιοχή 100 μέτρων πρέπει να υπήρχαν χιλιάδες, άδειοι κάλυκες από αυτή την συνομοταξία σύγχρονων οικολόγων ( Οικολόγοι-κυνηγοί ε; ).
Αν έβλεπε κάποιος όλος τους κάλυκες θα νόμιζε πως επιστρέψαμε στον Α’ Παγκόσμιο και προσπαθεί ο ένας στρατός να πάρει το ύψωμα, και όχι πως πρόκειται περί καθημερινών ανθρώπων που ντυμένοι σαν αστακοί και με την τελευταία λέξη της οπλοτεχνικής ανά χείρας προσπαθούν να εξαφανίσουν τα ελάχιστα δείγματα πανίδας, που δεν μας μοιάζουν, από την περιοχή.
Ρε μήπως καλύτερα να οργανώνατε μεταξύ σας σαφάρι, paintball ένα πράγμα αλλά με live ammo να ξεκαυλ@#*@#@ και ησυχάσει και το μέρος; Το κόμμα τι λέει; Δεν οργανώνετε μαζί με τις κυνηγητικές εκδρομές και κάνα κυνήγι του άδειου κάλυκα, του πλαστικού μπουκαλιού, και ταΐσματος των αγριογούρουνων αντί να ταΐζετε με φυσίγγια το χώμα και με νεύρα εμένα.

Διαβάστε περισσότερα!

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Οι αμαζόνες έρχονται, είμαι άντρας κινδυνεύω;

Πριν 2-3 εβδομάδες είχα παραστεί σε μια ομιλία του Τρύφωνα Ολύμπιου με τίτλο «Ιδέες και Προτάσεις για Ελληνική Αναγέννηση» κατά την οποία ο Τρύφωνας παρουσίασε το ομότιτλο πόνημα του το οποίο ευελπιστεί να αποτελέσει ένα είδος ιδεολογικού εγχειριδίου για το «σας παρακαλώ βρείτε άλλη λέξη» Ελληνοκεντρικό, «σιγά μην είναι τέτοιο» κίνημα.

Μια παρουσίαση και σχολιασμός του πονήματος από τον Θέσπη εδώ. για να πάρετε μια ιδέα. Για παραπάνω πληροφορίες η ομιλία την οποία παρακολούθησα αναπαράγεται στον ιστοχώρο του Ιάσωνα εδώ. Σκοπεύω μόλις βρω χρόνο να εκφράσω μερικές απόψεις και σίγουρα περισσότερες απορίες τώρα που διάβασα και το εν λόγω εγχειρίδιο, ας πάμε όμως στο θέμα μας.
Είναι αλήθεια πως προέκυψαν πολλά ερωτήματα για τον Τρύφωνα κατά την διάρκεια της ομιλίας του και κατάφερα να του εκφράσω δυο τρία εκείνη την ώρα ( τα οποία ακούγονται στο 2ο βιντεάκι ). Μια βασική μου απορία όχι μόνο προς τον Τρύφωνα αλλά σαφώς γενικότερη είναι πως γίνεται να βασίζεται κάποιος ιδεολογικά σε μια θρησκευτικού τύπου πίστη στην «επιστήμη» (σε εισαγωγικά έτσι ώστε να δηλώνει την σύγχρονη τεχνική κυρίως γνώση, εν αντιθέσει με το αρχικό επίσταμαι ), την ίδια στιγμή που πολεμάει έναν άλλου τύπου μεσσιανισμό. Για να εκφράσω λοιπόν αυτή την απορία ανέφερα πως και η όποια βεβαιότητα μας για την «επιστημονική» μας γνώση δεν αποδεικνύεται ιστορικά παρά μια αφέλεια αφού μετά από χρόνια καταλαβαίνουμε πως οι παρενέργειες των ασφαλούς γνώσεως και δυνατής πίστης πράξεων μας είναι χειρότερες από το αρχικό αίτιο που ξεκινήσαμε να πολεμάμε. Έφερα το παράδειγμα για τα εντομοκτόνα στις καλλιέργειες, και κάτι για οιστρογόνα και βατραχάκια που είχα διαβάσει.
Έψαξα μετά να βρω την είδηση με τα χαριτωμένα αμφίβια ( όσο ακόμα υπάρχουν ) μην τυχόν και είχα χρησιμοποιήσει λάθος παράδειγμα ή είχα παρανοήσει κάτι, δυστυχώς δεν βρήκα την αρχική ξενόγλωσση πηγή που είχα διαβάσει βρήκα όμως την αναφορά σε είδηση στο in.gr εδώ

Μας λέει λοιπόν το κείμενο

"Η επέλαση του Batrachochytrium dendrobatidis δεν φαίνεται ότι μπορεί να ανακοπεί άμεσα, τόσες δεκαετίες μετά την αρχή του κακού. Ο μύκητας πιστεύεται ότι εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο από το νοτιοαφρικανικό βάτραχο Xenopus laevis, ο οποίος τις δεκαετίες του 1930 και 1940 χρησιμοποιούνταν ευρέως σε τεστ εγκυμοσύνης -τα ούρα της εγκύου περιέχουν αρκετές ορμόνες ώστε να προκαλέσουν ωορρηξία στα βατράχια αν διοχετευτούν με ένεση μέσα στην κοιλιά τους."

Και αυτό χρησιμοποίησα ως επιχείρημα,

Στην προσπάθεια μου όμως να ψάξω την είδηση για να επιβεβαιώσω πως δεν είχα παρανοήσει βρήκα και άλλα ενδιαφέροντα που συνδέονται και μου είχαν ξεφύγει.
Αρχικά πως «H γεωργία υπεύθυνη για σεξουαλικές ανωμαλίες στα βατράχια» και τέλος πως «Οι άνδρες σε κίνδυνο από την περιβαλλοντική μόλυνση» όπου αναγράφονται τα εξής ενδιαφέροντα από επιστημονικές μελέτες :-)

«..τα αγόρια γυναικών οι οποίες είχαν εκτεθεί σε φθαλικούς εστέρες κατά την εγκυμοσύνη έχουν συνήθως μικρότερα γεννητικά όργανα.»

«τα αγόρια των οποίων οι μητέρες είχαν εκτεθεί σε πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PBCs), προτιμούσαν να παίζουν με «κούκλες και κουζινικά», αντί με τα συνηθισμένα «αγορίστικα παιγνίδια».

«Σε περιοχές με σοβαρή χημική μόλυνση, σε χώρες όπως ο Καναδάς, η Ρωσία και η Ιταλία, οι γεννήσεις κοριτσιών είναι διπλάσιες σε σχέση με των αγοριών.»

«Η απειλή αφορά όχι μόνο την ανθρώπινη υγεία αλλά και την οικολογική ισορροπία, καθώς οι υποδοχείς των αναπαραγωγικών ορμονών είναι σχεδόν ίδιοι σε όλα τα είδη των σπονδυλωτών. Φαινόμενα εκθήλυνσης έχουν παρατηρηθεί κυρίως σε ψάρια και αμφίβια, αλλά και σε πολλά θηλαστικά, ακόμα σε ερμαφρόδιτες πολικές αρκούδες.»

Θυμήθηκα λοιπόν το κλασσικό «φεμινιστικό» πως αν δεν ήταν οι άντρες που ελέγχουν τον κόσμο δεν θα γίνονταν πόλεμοι, δεν θα κάναμε βλακείες κτλ. Αναρωτήθηκα λοιπόν μήπως αυτός είναι ο τρόπος που η «επιστήμη» θα μας λύσει το πρόβλημα και λόγο αυτού του γεγονότος αποτελεί και βασική ιδεολογική αρχή. Λέτε αν γεμίσουμε τον κόσμο θηλυκά να σωθούμε; Αν μη τι άλλο να ομορφύνουμε λίγο πριν εξαφανιστούμε.

Οι αμαζόνες έρχονται, είμαι άντρας κινδυνεύω; (να ηχεί παρόμοια με το διαφημιστικό των παγωτών Δωδώνη παρακαλώ ).

Διαβάστε περισσότερα!

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Χελιδονόψαρο πάνω απο την Αθήνα

Επιστρέφοντας στην Αθήνα πριν λίγες ημέρες, ακριβώς μετά την βροχόπτωση, μέσω της περιφερειακής οδού ( Υμηττού ), είχα την τύχη να δώ από ψηλά την Αττική χωρίς το εμφανές καυσαέριο που κατεβάζει τα πέπλα, μιας και η πρόσφατη βροχή είχε καταφέρει τουλάχιστον για λίγο να ξεπλύνει την μαυρίλα και την μπόχα μας.

Επειδή είναι λίγες οι περιπτώσεις που η ατμόσφαιρα στον Αττικό ουρανό έχει αυτή την διαύγεια είναι λίγες και οι φορές που οι Αθηναίοι κατανοούμε αισθητικά το πού ζούμε, αν βεβαίως σταθούμε να παρατηρήσουμε.

Παλαιότερα διασκέδαζα αφάνταστα με τις νουβέλες του Tom Robins*, στις οποίες οι ευρηματικότατες, τρελές και παλαβές, συχνά ακατανόητες παρομοιώσεις του είναι από τις αγαπημένες μου στιγμές όταν διαβάζω τα έργα του. Όμως ενώ πάντα με διασκέδαζαν, παρέμενα με την απορία πως γίνεται να σκεφτεί κάποιος τέτοιες παλαβομάρες για να παρομοιάσει καταστάσεις, χρησιμοποιώντας τόσο άσχετα και ασύνδετα, ανομοιογενή αντικείμενα. Και τί φαντασία χρειάζεται για κάτι τέτοιο.

Ε λοιπόν, εκεί που κοίταγα την Αττική από ψηλά, με τέλεια ορατότητα και τα σύννεφα να κάνουν παιχνίδια με τον ήλιο, είχα μια σπάνια και πολύ ζωντανή έκλαμψη και επιτέλους κατάλαβα και τον Robins. Γιατί η Αθήνα, από εκεί μου έμοιαζε σαν μια γιγάντια μυκητίαση, σαν ψώρα, ένα έκζεμα στον δέρμα της όμορφης Αττικής. Ευτυχώς το αυτοκίνητο που διέσχιζε γοργά την οδό σαν χελιδονόψαρο τον καιρό της αναπαραγωγής :-) μπήκε στο τούνελ και έσβησε και η παρομοίωση.

*ο οποίος απάντησε με τον παρακάτω φανταστικό τρόπο σε πρόσφατη ερώτηση δημοσιογράφου για το το τι σκοπεύει να κάνει μετά την συγγραφή του τελευταίου «παιδικού» του έργου για την μπύρα.
«Not my problem. I've decided to take advantage of outsourcing. My next novel will be written by a couple of guys in Bangalore.»

Διαβάστε περισσότερα!

Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009

Το κοράκι

Βρήκα στο youtube ένα τραγούδι που πολύ μου αρέσει και είπα να το μοιραστώ. Είναι από τα παγανά με όνομα Omnia και είναι μια εξαιρετική μελοποίηση του πασίγνωστου ποιήματος "Το Κοράκι" του μεγάλου E.A.Poe.



Και για όσους δεν το έχουν ( το ποίημα ) παραθέτω και μια Ελληνική μετάφραση που με μια πρόχειρη αναζήτηση βρήκα.
Η μετάφραση είναι του κ. Ηλία Πολυχρονάκη και την βρήκα εδώ.


ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν,

πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης,

έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ' έπαιρνε ο ύπνος· τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος,

όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.

«Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου—

Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».


Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη,

και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλώνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα.

Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο — μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου

ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ

την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ —

εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.


Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας,

μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούε τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν.

Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα:

«Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει.

Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει.

Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο».


Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό.

«Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας,

αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα,

και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου,

που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» — εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα —

σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.


Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκότάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος,

την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί.

Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο,

και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ».

Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».

Απλώς αυτό και άλλο τίποτα.


Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου

και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο.

«Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου,

ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—

ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό—

Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».


Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα,

εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών.

Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του,

αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου-

κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου-

κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο.


Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο,

με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.

Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι,

ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας—

για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα,

μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε — μεγάλη συνάφεια δεν είχε.

Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον

ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του—

είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του,

να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».


Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα

εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις.

Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—

Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε—

Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».

Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».


Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε,

είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό

που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή

τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,

μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο

του Ποτέ — Ποτέ πια».


Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο,

Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα.

Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη,

Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί, 70

Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί

Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».


Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή

στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου·

Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο, 75

στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας.

Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,

και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.


Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι

που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο. 80

«Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα — δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα

Ανακούφιση — ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ!

Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ».

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


«Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος

είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά,

Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ' όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια —

σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη - έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ,

πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


«Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! - προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος!

Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε—

Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ,

Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-

Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ—

Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι».

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


«Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!»

Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης —

«Να επιστέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας!

Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου!

Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ' το μπούστο πάνω απ' την πόρτα μου!

Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ' την πόρτα μου!»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται,

στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας

και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ' την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει,

και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του·

και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα,

δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια.
Και το αυθεντικό για να το παρακολουθήσετε με την μουσική από εδώ

Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!

.

Διαβάστε περισσότερα!