Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Τυφλοί αοιδοί και βίοι παράλληλοι από τον Όμηρο στον Hoichi



 ὑμεῖς δ' εὖ μάλα πᾶσαι ὑποκρίνασθαι ἀφήμως:
τυφλὸς ἀνήρ, οἰκεῖ δὲ Χίῳ ἔνι παιπαλοέσσῃ
τοῦ μᾶσαι μετόπισθεν ἀριστεύσουσιν ἀοιδαί.
ἡμεῖς δ' ὑμέτερον κλέος οἴσομεν, ὅσσον ἐπ' αἶαν
ἀνθρώπων στρεφόμεσθα πόλεις εὖ ναιεταώσας:   
οἳ δ' ἐπὶ δὴ πείσονται, ἐπεὶ καὶ ἐτήτυμόν ἐστιν.
Γιά μένα ἐσεῖς ὅλοι μαζί ἀπόκριση δῶστε εὐνοϊκή:
῾῾Εἶναι ὁ ἄντρας ὁ τυφλός 
ἀπ᾿ τήν πετρώδη Χίο,
πού τ᾿ ἄσματά του θά ᾿ρθει καιρός,
θά ᾿χουνε τό πρωτεῖο.
῞Οσο γιά μᾶς, τή φήμη σου στή γῆς ἐπάνω ὅλη 
γυρνῶντας θά διαδώσουμε σέ κάθε ἔμορφη πόλη.
Κι ὅλοι σ᾿ αὐτό θά πείθονται, γιατί ᾿ναι ἡ πᾶσα ἀλήθεια᾿᾿

Ομηρικός ύμνος στον Δήλιο Απόλλωνα. 




Ο πρώτος και γνωστότερος ποιητής του ελληνικού πολιτισμού σύμφωνα με τις περισσότερες παραδόσεις ήταν τυφλός. Ακόμα και το όνομά του, Όμηρος, σύμφωνα με κάποιες απόψεις ετυμολογείται από αυτή του την ιδιότητα. Το γιατί του αποδίδεται αυτό το χαρακτηριστικό δεν γίνεται εμφανές από τις πηγές μας, οι οποίες δεν μας πληροφορούν ούτε αν είναι μεταφορικό ή κυριολεκτικό ούτε αν είναι επίκτητο ή o ποιητής γεννήθηκε με αυτή την έλλειψη. Ανήκει και αυτό σαν ζήτημα, όπως και όλη η βιογραφία του Ομήρου και το κατά πόσο ήταν ιστορικό πρόσωπο ή όχι στην συζήτηση που ονομάζεται «Ομηρικό πρόβλημα». Το σίγουρο, όμως είναι πως η τυφλότης ως χαρακτηριστικό συχνά αποδίδεται στις ιδιαίτερες εκείνες κατηγορίες των ανθρώπων που συγκροτούν οι ποιητές και οι μάντεις. Βέβαια όταν λέμε ποιητής στην αρχαιότητα δεν εννοούμε έναν καλλιτέχνη που σκαρώνει στίχους σε ένα χαρτί αλλά έναν δημιουργό-συνθέτη που αποδίδει μετά μουσικής, συνήθως με την συνοδεία λύρας (όπως στην λυρική ποίηση) ή φόρμιγγας (όπως οι αοιδοί των επών) την ποίηση του τραγουδιστά. Αοιδοί μάλιστα όπως ο Όμηρος μπορεί να μην είναι καν οι ίδιοι συνθέτες του ποιητικού λόγου, αλλά μουσικοί-τραγουδιστές ανήκοντες σε μια παραδοσιακή κάστα (ή επαγγελματική ένωση ραψωδών όπως οι Ομηρίδες) που έχουν αυτή την καλλιτεχνική ασχολία ως επάγγελμα. Μπορούμε να φανταστούμε τους αοιδούς να περιδιαβαίνουν τον Ελλαδικό χώρο την μυκηναϊκή εποχή επισκεπτόμενοι τα μέγαρα των τοπικών βασιλιάδων και να τέρπουν τις αυλές με την τέχνη τους όπως μας παρουσιάζεται από τον ίδιο τον Όμηρο ο ρόλος τους στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια με εξέχον παράδειγμα τον Δημόδοκο (αυτός που είναι ευπρόσδεκτος από τον λαό) στην αυλή του Αλκίνοου στους Φαίακες. Υπάρχει μάλιστα μια ευρύτερη παράδοση που θέλει την τυφλότητα να είναι ένα διαδεδομένο χαρακτηριστικό ανάμεσα στους αοιδούς και όχι κάτι που περιορίζεται στον Όμηρο.

"Ο Ομηρος, αντίθετα, ακολουθώντας μίαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου, κατάσταση της ψυχής, απομακρυνόμενος από το κατ' αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας τη νόηση του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νού της ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φως του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα.... είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος που αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός που από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση. Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως συμβολικό".
Πρόκλος - Σχόλια στην Πολιτεία 1.174

Απ’ ότι φαίνεται στην Ελληνική αντίληψη συχνά η τύφλωση, ως στέρηση, συνοδεύεται από μια αντίρροπη ανάπτυξη, συχνά σε μεταφυσικά επίπεδα, άλλης δύναμης ή αίσθησης, η οποία έρχεται να αποκαταστήσει την χαμένη ισορροπία. H μανία των Μουσών, δηλαδή η ικανότητα καλλιτεχνικής έκφρασης ανώτατου επιπέδου στους αοιδούς και ποιητές, όπως επίσης και η δυνατότητα μαντικής πρόγνωσης σε προσωπικό επίπεδο (έξω δηλαδή από τα μαντεία όπου η πρόγνωση δίνεται από κάποιον Θεό) πολλές φορές στους αρχαίους μύθους ή ιστορικούς θρύλους συνοδεύεται από αναφορές απώλειας της όρασης, ολικής η μερικής, μόνιμης ή πρόσκαιρης. Γι’ αυτό και αρκετοί ήδη από την αρχαιότητα απέδωσαν στο χαρακτηριστικό συμβολική και όχι κυριολεκτική ερμηνεία.


καλέσασθε δὲ θεῖον ἀοιδὸν Δημόδοκον: τῷ γάρ ῥα θεὸς πέρι δῶκεν ἀοιδὴν τέρπειν, ὅππῃ θυμὸς ἐποτρύνῃσιν ἀείδειν.
Το Δημόδοκο, το θείο τον τραγουδάρη,φωνάχτε ακόμα᾿ τι του χάρισε κάποιος θεός να φραίνει με το τραγούδι του, όπως του 'ρχεται να τραγουδήσει ο πόθος. 

κῆρυξ δ᾿ ἐγγύθεν ἦλθεν ἄγων ἐρίηρον ἀοιδόν,
τὸν πέρι μοῦσ᾿ ἐφίλησε, δίδου δ᾿ ἀγαθόν τε κακόν τε:
ὀφθαλμῶν μὲν ἄμερσε, δίδου δ᾿ ἡδεῖαν ἀοιδήν. 
Κι ο κράχτης τον τρανό τους έφερε τραγουδιστή, που η Μούσα
καλό, κακό μαζί του εχάρισε, περίσσια αγάπη ως του 'χε:
του στέρησε το φως, μα του 'δωκε γλυκά να λέει τραγούδια.

Εκτός από τον όμηρο και ο Δημόδοκος αναφέρεται ως τυφλός, ενώ γνωστή είναι και η θρυλούμενη ιστορική αναφορά για τον Στησίχορο πως έχασε προσωρινά την όραση του όταν στην ποίηση του καταφέρθηκε εναντίον του προσώπου της ωραίας Ελένης (η οποία λατρεύονταν ως Θεά στην Σπάρτη). Πασίγνωστος τυφλός Μάντης αναφέρεται ο Τειρεσίας όμως αντίστοιχες ιστορίες έχουμε και για τον Φινέα, τον τυφλό ψαρά Φορμίωνα με το προφητικό όνειρο, κ.α. Αρχετυπικός θα λέγαμε μύθος που συνδέει την απώλεια της όρασης με την πρόγνωση είναι και o αναφερόμενους στους Κύκλωπες. Το αντιστάθμισμα για την απώλεια του ενός οφθαλμού ήταν για τους Κύκλωπες η ικανότητα να γνωρίζουν την στιγμή του θανάτου τους. Ένας περιορισμός σε σχέση με την πλήρη δυνατότητα πρόγνωσης των μελλούμενων πού επιβλήθηκε σαν τιμωρία από τους Θεούς. Και σε πολλούς όμως ακόμα μύθους η τύφλωση μπορεί να επέρχεται ως τιμωρία από τους θεούς ενώ είναι πάλι οι Θεοί που προσφέρουν και τις ιδιαίτερες ικανότητες της πρόγνωσης ως αντιστάθμισμα. Κάποιες φορές η απώλεια της όρασης επιλέγεται ως μικρό τίμημα έναντι του κέρδους της μαντικής ικανότητας, της σοφίας, ακόμα και της μεγαλύτερης του συνηθισμένου διάρκειας ζωής από τους ίδιους τους ήρωες του μύθων όπως στην περίπτωση του Φινέα.

H αντίληψη, όμως, αυτή που συνδέει τις υπερφυσικές δυνατότητες και κυρίως την γνώση με την απώλεια όρασης βρίσκεται διαδεδομένη και σε άλλους τόπους και ιστορικούς χρόνους. Ας αρκεστούμε σε μια μόνο παράλληλη αναφορά, στην αυτο-τύφλωση του Θεού Όντιν. Ο Όντιν αντάλλαξε το ένα του μάτι για να πιεί από το πηγάδι του Μίμιρ, μια θυσία για αντάλλαγμα των κοσμικών μυστικών. Το δίπολο γνώση (είτε μαντική, είτε μυστικών είτε άλλου τύπου) και τύφλωση μπορεί να βρεθεί σε πάρα πολλές αναφορές και με αυτό ακριβώς το μοτίβο ξετυλίγει ο Σοφοκλής την πλοκή στον διάλογο μεταξύ του Τειρεσία και του Οιδίποδα στην γνωστή τραγωδία του.




Οιδ. …Εσύ δεν έχεις κύρος κανέναν.
είσαι τυφλός στ' αυτιά, στα μάτια και στο νου.
Τειρ. και συ πανάθλιος που με το φώς των οφθαλμών μου παίζεις. Με την δική σου τύφλα γρήγορα ο κόσμος θα γελάει.
Οιδ. …Εχεις βουλιάξει σε νύχτα βαθιά. Δεν σε φοβάται πια κανείς ανοιχτομάτης.
Τειρ. ....
Είμαι τυφλός και χλευάζεις την τύφλα μου. Σου λέω λοιπόν πως βλέπεις και όμως δεν βλέπεις. ....Και δεν θα βλέπεις πλέον φώς θα πλέεις στο σκοτάδι.

Ειδικού τύπου γνώση και ικανότητα είναι φυσικά και η μουσική τέχνη. Ειδικά στον χώρο των κατ’ αντιστοιχία με τους αοιδούς της αρχαίας Ελλάδας, μουσικών οι αναφορές στην τύφλωση είναι πάρα πολλές σε όλους τους πολιτισμούς και συνδυαζόμενες ρίχνουν φως σε διάφορες πτυχές του ζητήματος.
Έτσι στην κινεζική παράδοση οι πρώτοι μυθικοί (αυλικοί) μουσικοί  Shi Yan και Shi Kuang είναι επίσης τυφλοί και μάλιστα παρά τους 5 αιώνες που τους χωρίζουν συνδέονται με μια ωραία ιστορία με υπερφυσικά χαρακτηριστικά, ενώ μέχρι και τον 20ο αιώνα αναφέρονται guilds τυφλών μουσικών και μάντεων (από αυτούς που λένε παραδοσιακά την τύχη στην Κίνα), συνδυάζοντας και τα δύο αντικείμενα που από την αρχή είδαμε να συνοδεύονται από τυφλότητα.


Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση του θρυλικού Βάρδου και Δρυίδη της Βρετάνης του 6ου αιώνα, Kian Gwenc'hlan, ο οποίος λέγεται πως τυφλώθηκε γιατί αρνήθηκε να μεταστραφεί στον χριστιανισμό και προφήτευσε το τέλος των εχθρών του ετοιμοθάνατος στο μπουντρούμι που τον είχαν ρίξει.


Παρομοίως σε ιστορικές εποχές από τον μεσαίωνα και μετά οι πλειοψηφία των περιπλανώμενων μουσικών στην Ιρλανδια (αρπιστές) ή στην Ουκρανία (οι Kobzars) λέγεται πως ήταν τυφλοί. Βέβαια η εξήγηση σε αυτές τις πιο σύγχρονες περιπτώσεις για την μεγάλη ποσόστωση τυφλών στα εν λόγω επαγγέλματα είναι πως η μουσική θα ήταν η μόνη ενασχόληση που θα προσέφερε μια δυνατότητα βασικής διαβίωσης αν όχι επιβίωσης σε αυτούς τους στερημένους από την όραση ανθρώπους σε εποχές δύσκολες χωρίς τις κοινωνικές δομές προστασίας και βοήθειας που βρίσκουμε στις σημερινές ανεπτυγμένες κοινωνίες. Επειδή όμως αυτή η πεζή εξήγηση, παρότι μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί σε κάθε ανάλογη περίπτωση από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, μας στερεί την ομορφιά των μεταφυσικών συνδέσεων που παραδοσιακά βρίσκουμε, ας κλείσουμε το κείμενο με μια ιστορία του Λευκάδιου Χέρν, που τα περικλείει όλα, από το πιο απομακρυσμένο σε εμάς μέρος που μπορούμε να εξετάσουμε ως προς το θέμα μας. Στην Ιαπωνία, όπου και εκεί συναντούμε παραδοσιακά την τυφλότητα να συνοδεύει τους αντίστοιχους ραψωδούς οργανοπαίχτες του Ιαπωνικού λαούτου (Biwa).

Η Ιαπωνική Θεά Benzaiten κρατώντας μια Biwa.


Ο Λευκάδιος μας παραδίδει την παρακάτω ενδιαφέρουσα προϊστορία στην αφήγηση.

Η μάχη του Dan-no-ura

"Περισσότερο από επτακόσια χρόνια πριν, στο Dan-no-ura, στα στενά του Shimonoseki έλαβε χώρα η τελική μάχη του μεγάλου πόλεμου μεταξύ των Heike, της φυλής Taira και των Genji ή αλλιώς της φυλής Minamoto. Εκεί οι Heike εξολοθρεύθηκαν μέχρι ενός με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τον ανήλικο αυτοκράτορας τους που τώρα τον καλούμε Antoku Tenno*. Η θάλασσα και η στεριά εκεί παραμένουν στοιχειωμένες επτακόσια χρόνια. Αλλού, σας έχω μιλήσει για τα παράξενα καβούρια που βρίσκονται εκεί, τα λέμε καβούρια Heike, τα οποία έχουν ανθρώπινα πρόσωπα στην πλάτη τους και λέγεται πως είναι τα πνεύματα των πολεμιστών Heike*, Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα περίεργα πράγματα για να δεί και να ακούσει κανείς σε αυτή την ακτή. Τις σκοτεινές νύχτες χιλιάδες φασματικές φωτιές, υπερίπτανται στην ακτή, ή επιπλέουν πάνω από τα νερά, αχνά φώτα, τα οποία οι ψαράδες ονομάζουν Oni-bi, ή δαιμονικές φωτιές και όποτε φυσάει άνεμος, ένας μεγάλος αχός έρχεται από την θάλασσα, σαν τις κραυγές από μάχη. 
Τα παλαιότερα χρόνια οι Heike ήταν πολύ πιο ανήσυχοι απ' ότι είναι τώρα. Υψώνονταν γύρω από τα πλοία που πέρναγαν την νύχτα προσπαθώντας να τα βυθίσουν και συνεχώς παραμόνευαν τους κολυμβητές, ώστε να τους τραβήξουν στα βάθη. Ακριβώς για εξευμενισμό αυτών των νεκρών χτίστηκε ο βουδιστικός ναός Amidaji στο Akamagaseki. Επίσης χτίστηκε κοντά στην παραλία ένα νεκροταφείο και μέσα σε αυτό υψώθηκαν μνημεία με χαραγμένα τα ονόματα του πνιγμένου αυτοκράτορα και των σημαντικών του υποτελών. Βουδιστικές λειτουργίες τελούνταν συχνά εκεί, προς τιμήν των πνευμάτων τους. Αφού χτίστηκε ο ναός και το νεκροταφείο, οι Heike δημιουργούσαν λιγότερα προβλήματα από πριν, αλλά κατά διαστήματα συνέχιζαν να κάνουν περίεργα πράγματα, αποδεικνύοντας πως δεν είχαν βρει ακόμα την απόλυτη ειρήνη."


*Η μάχη αυτή είναι πραγματική και πολύ καθοριστική για την πολιτική διαμόρφωση της μεσαιωνικής Ιαπωνίας. Οι περιπλανόμενοι, συχνά τυφλοί μουσικοί Biwa Hoshi (αναφέρονται και ως «τυφλοί ιερείς» παρότι δεν είναι), έχουν σαν πιο γνωστό θέμα των απαγγελιών τους αυτή ακριβώς την μάχη και την ιστορία των Heike.


*Και τα καβούρια αυτά είναι αληθινά. Μάλιστα πρωταγωνιστούσαν και σε ένα επεισόδιο μιας σειράς του Carl Sagan, στο οποίο ο διάσημος επιστήμονας έδινε μια αποτυχημένη εξήγηση της παράξενης ομοιότητας του καβουκιού τους με το πρόσωπο των σαμουραί πολεμιστών.



Η Ιστορία του MIMI-NASHI-HOICHI (με δικά μου λόγια)

κῆρυξ δ᾿ ἐγγύθεν ἦλθεν ἄγων ἐρίηρον ἀοιδόν,
Δημόδοκον λαοῖσι τετιμένον: εἷσε δ᾿ ἄρ᾿ αὐτὸν
μέσσῳ δαιτυμόνων, πρὸς κίονα μακρὸν ἐρείσας. 
Κι ο κράχτης τον τρανό τους έφερε τραγουδιστή, που ο κόσμος
τόνε τιμούσε, το Δημόδοκο, και μπρός σε μια κολόνα
ψηλή, για ν᾿ ακουμπάει, τον κάθισε, στους καλεσμένους μέσα.

O Hoichi ήταν πριν εκατοντάδες χρόνια ένας τυφλός μουσικός/ραψωδός που έμενε στο Akamagaseki. Παρότι από μικρός είχε διαπρέψει στην τέχνη του στην αρχή της καριέρας του όντας φτωχός είχε βρει φιλοξενία στον ναό Amidaji του οποίου ο βουδιστής ιερέας ευχαριστιόταν να ακούει τις απαγγελίες του Hoichi. Μια καλοκαιρινή νύχτα ο Hoichi έμεινε μόνος στον ναό καθώς ο μοναχός και ο βοηθός του είχαν φύγει να τελέσουν μια κηδεία. Καθώς έκανε ζέστη ο Hoichi έκατσε στην βεράντα και περίμενε να γυρίσουν οι άλλοι. Κοντά στα μεσάνυχτα όμως άκουσε άγνωστα βήματα και μια φωνή τον κάλεσε με επιτακτικό τόνο. Από το ύφος φάνηκε πως ήταν κάποιος ευγενής, ο οποίος του ζήτησε να τον συνοδέψει σε μια κοντινή τοποθεσία όπου βρίσκονταν ο άρχοντας του με την αυλή του όντας σε επίσκεψη σε εκείνα τα μέρη για να δούν που έγινε η μάχη του Dan-no-ura. Έχοντας μάθει πως ήταν ο καλύτερος μουσικός στην περιοχή θα ήθελαν να τους παίξει κάποια από τις ιστορίες του. Καθώς δεν είναι καλό να αρνείσαι πρόσκληση ευγενών ο Hoichi άφησε τον επισκέπτη του να τον οδηγήσει ώσπου φτάσαν σε μια σάλα περνώντας μέσα από κήπους κτλ έχοντας διανύσει κάποια απόσταση από το μοναστήρι με ταχύ βήμα. Εκεί αφού τον ανήγγειλε, και κάποιες υπηρέτριες τον οδήγησαν πάνω από κάποια σκαλιά να κάτσει κάπου άνετα, μια γυναίκα, προφανώς η υπεύθυνη της αυλής του ζήτησε να αρχίσει να παίζει την ιστορία των Heike. Αυτός όμως ρώτησε ποιο σημείο θα επιθυμούσαν καθώς η ιστορία ολόκληρη θα έπαιρνε μερόνυχτα. Η απάντηση ήταν να τραγουδήσει για την μάχη του Dan-no-ura που ήταν και το πιο λυπητερό κομμάτι.



μοῦσ᾿ ἄρ᾿ ἀοιδὸν ἀνῆκεν ἀειδέμεναι κλέα ἀνδρῶν,
οἴμης τῆς τότ᾿ ἄρα κλέος οὐρανὸν εὐρὺν ἵκανε, 
τον τραγουδάρη η Μούσα εκίνησε παλικαριές να ψάλει
απ᾿ το τραγούδι, που 'χε η δόξα του στα ουράνια φτάσει τότε, 
ταῦτ᾿ ἄρ᾿ ἀοιδὸς ἄειδε περικλυτός: αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
πορφύρεον μέγα φᾶρος ἑλὼν χερσὶ στιβαρῇσι κὰκ κεφαλῆς εἴρυσσε, κάλυψε δὲ καλὰ πρόσωπα: αἴδετο γὰρ Φαίηκας ὑπ᾿ ὀφρύσι δάκρυα λείβων.
ἦ τοι ὅτεαὐτὰρ ὅτ᾿ ἂψ ἄρχοιτο καὶ ὀτρύνειαν ἀείδειν
Φαιήκων οἱ ἄριστοι, ἐπεὶ τέρποντ᾿ ἐπέεσσιν,
ἂψ Ὀδυσεὺς κατὰ κρᾶτα καλυψάμενος γοάασκεν. λήξειεν ἀείδων θεῖος ἀοιδός,
δάκρυ ὀμορξάμενος κεφαλῆς ἄπο φᾶρος ἕλεσκε
καὶ δέπας ἀμφικύπελλον ἑλὼν σπείσασκε θεοῖσιν:
Αυτά ετραγούδα ο πολυδόξαστος τραγούδιστής· ωστόσο
πήρε ο Οδυσσέας μεμιάς κι ανάσυρε το πορφυρό μαντί του 
κι αποκορφής ως κάτω εσκέπασε τ᾿ όμορφο πρόσωπό του·
τι ντρέπουνταν τους Φαίακες που 'τρεχαν τα μάτια του ποτάμι.
Κάθε φορά που ο θείος Δημόδοκος σκολνούσε το τραγούδι,
τα δάκρυα σφούγγιζε, κατέβαζε το ρούχο απ᾿ το κεφάλι
και στους θεούς με κούπα δίγουβη κρασί εσταλαματούσε·
μα σαν ξανάρχιζε — τον έσπρωχναν μαθές να τραγουδήσει
οι Φαίακες οι τρανοί, που ευφραίνουνταν ακούγοντας — εκείνος,
την κεφαλή ξανά κουκούλωνε και ξέσπαζε σε θρήνο.



Και όντως άρχισε να παίζει κάτω από τις σιγανές επευφημίες των παρισταμένων που εκθείαζαν το ταλέντο του. Όταν όμως έφτασε να τραγουδάει για την μοίρα των χαμένων γυναικόπαιδων οι επευφημίες έγιναν λυγμοί. Τελειώνοντας, υπήρξε ησυχία μέχρι που η ίδια γυναίκα του είπε πως ήταν πολύ καλύτερος απ’ ότι περίμεναν και πως καθώς ο άρχοντας τους θα ήταν εκεί για 7 νύχτες θα ήθελε ο Hoichi να έρχεται και τα υπόλοιπα βράδια να τους τραγουδάει. Επίσης του ζήτησαν να μην αναφέρει πουθενά αυτή την μάζωξη καθώς ο άρχοντας ταξίδευε στα κρυφά και δεν ήθελε να μαθευτεί πως ήταν σε εκείνα τα μέρη. Ο ίδιος άντρας που τον είχε πάει εκεί τον συνόδεψε μετά το πέρας της παράστασης πίσω στην βεράντα του μοναστηριού την ώρα που ξημέρωνε. 

Την δεύτερη νύχτα ο οδηγός ήρθε ξανά και τον οδήγησε στον άρχοντα, όπου έπαιξε όπως την προηγούμενη ημέρα. Στην επιστροφή του όμως πάλι κοντά στο ξημέρωμα η απουσία του την νύχτα είχε γίνει αισθητή από τον μοναχό, ο οποίος τον ρώτησε που ήταν γιατί είχαν ανησυχήσει. Ο Hoichi απέφυγε να απαντήσει, τηρώντας την υπόσχεση του και απλά είπε πως είχε κάποιες προσωπικές δουλείες.  Ο Ιερέας παραξενεύτηκε από την απάντηση και φοβήθηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έβαλε λοιπόν τους υπηρέτες του ναού να παρακολουθούν τον Hoichi. Αυτοί τον είδαν την τρίτη νύχτα να σηκώνεται και να περπατά έξω γρήγορα κουβαλώντας την Biwa του. Τον ακολούθησαν μέχρι το νεκροταφείο του Amidaji όπου εκεί τον βρήκαν να παίζει εκστατικά και να τραγουδά καθήμενος μπροστά από το μνημείο-τάφο του Antoku Tenno ενώ μάλιστα έβρεχε καταρρακτωδώς. Εκεί προσπάθησαν να του μιλήσουν και να τον βγάλουν από την προφανή εκστατική κατάσταση που ήταν αλλά δεν τους άκουγε. Κατάλαβαν πως ήταν μαγεμένος. Μόνο όταν του φώναξαν μέσα στα αυτιά τους απάντησε θυμωμένα πως δεν πρέπει να τον διακόπτουν ενώ παίζει για τόσο σημαντικό ευγενή. Τότε αυτοί τον πήραν σηκωτό και τον επέστρεψαν στο μοναστήρι. Εκεί ο μοναχός του εξήγησε τι είχε συμβεί και πώς τον καταδίωκαν τα φαντάσματα των νεκρών που είχαν μαγευτεί από το παίξιμο του. Καθώς τους είχε ακολουθήσει ήταν τώρα υπό την επήρεια τους μαγεμένος αυτός.

κῆρυξ δ᾿ ἐγγύθεν ἦλθεν ἄγων ἐρίηρον ἀοιδόν,
Δημόδοκον λαοῖσι τετιμένον: εἷσε δ᾿ ἄρ᾿ αὐτὸν
μέσσῳ δαιτυμόνων, πρὸς κίονα μακρὸν ἐρείσας. 
Κι ο κράχτης τον τρανό τους έφερε τραγουδιστή, που ο κόσμος
τόνε τιμούσε, το Δημόδοκο, και μπρός σε μια κολόνα
ψηλή, για ν᾿ ακουμπάει, τον κάθισε, στους καλεσμένους μέσα. 
«κῆρυξ, τῆ δή, τοῦτο πόρε κρέας, ὄφρα φάγῃσιν,
Δημοδόκῳ: καί μιν προσπτύξομαι ἀχνύμενός περ:
πᾶσι γὰρ ἀνθρώποισιν ἐπιχθονίοισιν ἀοιδοὶ «κῆρυξ, τῆ δή, τοῦτο πόρε κρέας, ὄφρα φάγῃσιν,
τιμῆς ἔμμοροί εἰσι καὶ αἰδοῦς, οὕνεκ᾿ ἄρα σφέας
οἴμας μοῦσ᾿ ἐδίδαξε, φίλησε δὲ φῦλον ἀοιδῶν.»
ὣς ἄρ᾿ ἔφη, κῆρυξ δὲ φέρων ἐν χερσὶν ἔθηκεν
ἥρῳ Δημοδόκῳ: ὁ δ᾿ ἐδέξατο, χαῖρε δὲ θυμῷ.
«Να, δώσε, κράχτη, στο Δημόδοκο να φάει το κρέας ετούτο,
για να του δείξω την αγάπη μου, κι ας νιώθω τόση πίκρα.
Όλοι οι θνητοί στους τραγουδάρηδες τιμή και σέβας δείχνουν, 
γιατί είναι η Μούσα που τους έμαθε πολλούς σκοπούς, και πάντα
για τη γενιά των τραγουδάρηδων μεγάλη αγάπη νιώθει.»
Αυτά είπε, κι ο διαλάλης το 'φερε και το 'βαλε στα χέρια
του ηρώου Δημόδοκου, που χάρηκε στα φρένα παίρνοντας το. 
ταῦτ᾿ ἄρ᾿ ἀοιδὸς ἄειδε περικλυτός: αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
τήκετο, δάκρυ δ᾿ ἔδευεν ὑπὸ βλεφάροισι παρειάς. 
Αυτά ετραγούδα ο πολυδόξαστος τραγουδιστής· ωστόσο
έλιωνε εκείνος, και του μουσκεύαν τα μάγουλα απ᾿ τα δάκρυα. 


Για να λυθούν τα μάγια, ο ιερέας τον ξεγύμνωσε και σχεδίασε σε όλο του το σώμα την Hannya-Shin-yo sutra που θα τον προστάτευε κάνοντας τον αόρατο από τα φαντάσματα. Το βράδυ που πάλι θα έφευγε ο ιερέας από τον ναό του είπε να κάτσει σε διαλογισμό στην βεράντα και όταν έρχονταν και πάλι να τον πάρουν να μην μιλήσει καθόλου αλλά να αγνοήσει το κάλεσμα. Καθώς δεν θα τον έβλεπαν τα φαντάσματα θα έφευγαν και τα μάγια θα λύνονταν. Έτσι και έγινε και το βράδυ η γνώριμη φωνή κάλεσε πάλι τον Hoichi που γυμνός κάθονταν σε διαλογισμό στην βεράντα. Η φωνή μετά από λίγο μονολόγησε πως έβλεπε την Biwa αλλά όχι τον οργανοπαίχτη. Και μετά από λίγο" Μα βλέπω μόνο τα δύο αυτιά του". Έστω θα πάρω να πάω αυτά στον άρχοντα να μην λέει πως δεν έκανα όπως με πρόσταξε". Νοιώθει λοιπόν ο Hoichi δυο σιδερένια χέρια να του τραβάνε τα αυτιά μέχρι που του τα ξερίζωσαν. Σφίχτηκε και άντεξε τον πόνο και δεν αντέδρασε αλλά παρέμεινε σε διαλογισμό και έτσι το φάντασμα έφυγε άπραγο. Το πρωί ο ιερέας τον βρήκε ακόμα να διαλογίζεται με ματωμένο πρόσωπο. Κατάλαβα πως είχε ξεχάσει να γράψει την σούτρα και στα αυτιά του, ζήτησε συγγνώμη και έφερε γιατρό. Ο Hoichi έγινε καλά, και από τότε η φήμη του μεγάλωσε μέχρι που έγινε ο σπουδαιότερος και πλουσιότερος ραψωδός με ειδικότητα στην ιστορίας των Heike. Εμεινε γνωστός με το όνομα Mimi-Nashi-Hoichi, ο χωρίς αυτιά Χοϊτσι

Δεν υπάρχουν σχόλια: