Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Το δέντρο της ζωής στον "Απόκοπο" του Μπεργαδή

Κατά καιρούς και τα «αναγκαστικά» διαβάσματα παράγουν ωραίους καρπούς αν είμαστε προσεχτικοί.
Κάπως έτσι ανακάλυψα το μεσαιωνικό ποίημα του Μπεργαδή με τίτλο «Απόκοπος», το οποίο έχει μια από τις ωραιότερες φυσιολατρικές παραβολές για την ζωή που έχω διαβάσει (και όχι μόνο).



Ο Απόκοπος
Το έργο τυπώθηκε στην Βενετία το 1519 και παρ’ ότι δεν έχουμε πολλά στοιχεία για τον ποιητή, φαίνεται πως προερχόταν από εξελληνισμένη οικογένεια Βενετών της Κρήτης και πιθανότατα του Ρεθύμνου. Το Μπεργαδής είναι το οικογενειακό του όνομα, (Bragadin) ενώ το μικρό του δεν μας είναι γνωστό.

Το ποίημα ξεκινάει με τον ήρωα να αποκοιμιέται κουρασμένος (εξού και το απόκοπος) και να βλέπει ένα όνειρο με έντονους συμβολισμούς, στο οποίο κυνηγώντας ένα ελάφι (σύμβολο ερωτικού πόθου μας λένε οι ειδικοί), καταλήγει στην μέση ενός λιβαδιού σε ένα πανέμορφο ολοζώντανο δέντρο (το δέντρο της ζωής). Εκεί βλέπει στην κορυφή ένα μελίσσι και σκαρφαλώνει να το γευτεί (η χαρά της ζωής). Αρχίζει να τρώει αλλά δεν χορταίνει από την γλύκα του (ποιος άραγε στα καλά του χορταίνει την ζωή άλλωστε). Στην βάση του δέντρου εμφανίζονται δύο ποντικοί ένας μαύρος και ένας άσπρος οι οποίοι ροκανίζουν το δέντρο (το πέρασμα του χρόνου, η ημέρα και η νύχτα), αλλά ο ήρωας μας δεν δίνει σημασία βουτηγμένος όπως είναι στο μέλι (γιατί ποιος φαντάζεται πως η ζωή μπορεί έτσι εύκολα να τελειώσει). Κι’ όμως οι ποντικοί καταφέρνουν τελικά να κόψουν το δέντρο το οποίο γέρνει πάνω από ένα γκρεμό-χάσμα, στην βάση του οποίου βρίσκεται τρομερός δράκοντας. Ο ήρωας του ποιήματος πέφτει μέσα και καταλήγει στον Άδη οπου διαδραματίζεται και το κύριο μέρος της ιστορίας (το ποίημα όλο μπορείτε να το διαβάσετε στο σπουδαστήριο του νέου ελληνισμού).

Θα αντιγράψω εδώ απλά την πανέμορφη αυτή εισαγωγή με τον φυσιολατρικό χαρακτήρα και την πολύ πετυχημένη παραβολή για την ζωή, αφού επισημάνω και κάτι ακόμα ενδιαφέρον. Ο ποιητής στον διάλογο που έχει με τους νεκρούς στον Άδη, σε διάφορα σημεία φανερώνει ένα έντονο (για την εποχή) αντικληρικό πνεύμα, αφού επιτίθεται σε μοναχούς και παπάδες και σε αυτούς που τους αφήνουν τις περιουσίες τους κτλ. Επίσης, στις χήρες που χαριεντίζονται με τους παπάδες πάνω από τους τάφους των νεκρών συζύγων τους, ενώ καταλήγει προς ενημέρωση των νεκρών πως τελικά μόνο οι μανάδες ενδιαφέρονται πραγματικά για αυτούς (πόσο αλήθεια στις περισσότερες των περιπτώσεων και αυτό).
Απαξιωτικά αναφέρεται επίσης στην Κωνσταντινούπολη (που εστιάζεται το Βυζαντινό "πνεύμα")
με τους εξής στίχους οι οποίοι συνδιάζουν ειρωνικά στοιχεία με φανερή αρνητική κριτική.

Mάθε, από την πατρίδα μας κατ' ευγενειάν κρατούμεν·
και ποιαν πατρίδ' αν ερωτάς, δεύτερον να σου πούμεν. 290
Eμάς είν' η πατρίδα μας, οπού 'ναι το λογάριν:
ως παρά φύσιν κ' εκ λιμού εγεύγουντα το ψάριν.
Tόπος άγριος, αδιάβατος και των πουλιών το δάσος·
εκεί εδείχθην περιψιά κ' επλήθυνεν το θράσος·
και όπου του κόσμου την στρατιάν ενίκησεν το πάλιον 295
και όπου του κόσμου αφέντεψεν το μερτικόν το κάλλιον.
Ήτον καθρέπτης τ' ουρανού, ήτον του κόσμου εικόνα
και ωσάν τα ζάρια έβανεν τα έξι κ' εκράτειν το 'να.
Ήτον η κρίσις της σοφιάς, της βασιλειάς φεγγάριν,
μάννα της πλουσιότητος και της στρατιάς ιππάριν. 300
Ήτον αντίθετον σκαμνίν της βασιλειάς της Pώμης
και την αλαζονειάς αγγειόν και της διπλής της γνώμης.

Γενικά το όλο πνεύμα του έργου – παρά τις πιθανές επιρροές από τον Δάντη -  αναδεικνύει έντονα τα γνωστά μας στοιχεία του δημοτικού τραγουδιού και της λαϊκής πίστης για τον κάτω κόσμο, τον Άδη από τότε.

Mιαν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην·
έθεκα στο κλινάρι μου κ' ύπνον αποκοιμήθην.
Eφάνιστή μου κ' έτρεχα 'ς λιβάδιν ωραιωμένον, 5
φαρίν εκαβαλλίκευγα σελλοχαλινωμένον·
κ' είχα στην ζώσιν μου σπαθίν, στην χέρα μου κοντάριν,
ζωσμένος ήμουν άρματα, σαγίττες και δοξάριν·
κ' εφάνη με οκ' εδίωχνα με θράσος ελαφίνα·
ώρες εκοντοστένετον και ώρες με βιαν εκίνα. 10
Πουρνόν του τρέχειν ήρχισα τάχα να βάλω χέρα
κ' έτρεχα ώστε κ' ετσάκισεν το σταύρωμαν η μέρα·
κ' ευθύς από τα μάτια μου εχάθηκεν το λάφιν
και πώς και πότ' εχάθηκεν εξαπορώ του γράφειν.
Λοιπόν το τρέχειν έπαυσα ομοίως και το σπουδάζειν 15
και το ξετρέχειν τ' άπιαστον και το φαρίν κολάζειν·
και αγάλι-αγάλι επήγαινα, σιγά-σιγά επερπάτουν
τον κόσμον εξενίζουμου, τ' άνθη και τα καλά του.
Kαι προς την δείλην έσωσα στου λιβαδιού την μέσην
κ' ηύρα δεντρόν εξαίρετον και ωρέχθην του πεζεύσειν· 20
επεύζευσα εις το δεντρόν κ' έδεσα τ' άλογόν μου
και τ' άρματα εξεζώστηκα, θέτω τα στο πλευρόν μου.
O τόπος, όπου επέζευσα, λέγω εκεί όπου εστάθην,
ήτον του λιβαδιού οφαλός κ' ήτον γεμάτος τ' άνθη.
Tο δέντρον ήτον τρυφερόν κ' είχεν πυκνά τα φύλλα, 25
είχεν και σύγκαρπον αθόν και μυρισμένα μήλα.
Kαι μυριαρίφνητα πουλιά στο δέντρον φωλεμένα
κατά την φύσιν και σκοπόν ελάλειν το καθένα.
Kαι από τα κάλλη του δεντρού, την ηδονήν του τόπου
και των πουλιών την μελωδιάν και ολημερνού του κόπου, 30
ως από βιας ηκούμπησα του περιανασάνω
κ' εστοχαζόμην το δεντρόν εις την κορφήν απάνω.
K' εφάνη με είδα εκάθετον μελίσσιν φωλεμένον
κ' είχε το μέλι σύγκερον, πολύν και συνθεμένον.
Eυθύς τ' ανέβην ώρμησα και την τροφήν ωρέχθην 35
και το μελίσσι με θυμόν από μακράς μ' εδέχθην.
Λοιπόν ανέβην το δεντρόν με βιάν πολλήν και κόπον
και όπου ήβλεπα την μέλισσαν, εκάθιζα στον τόπον.
Ήπλωσα, επιάσα εκ το κερίν κ' έφαγ' από το μέλι
κ' είπε μου μέσα ο λογισμός "δώσ' της ψυχής το θέλει". 40
Έτρωγα και ουκ εχόρταινα, ήρπουν και πάντα επείνουν
και ως πεινασμένος εις το φαν ύστερα πάλι εκίνουν.
K' η μέλισσα ουκ έπαυεν πάντα να με δοξεύη
και το δεντρόν ηρχίνησεν, ως είδα, να σαλεύη,
να συχνοτρέμη, να χαλά, να δείχνη κάτω νά 'ρθη 45
κ' εγώ το φαν εσκόλασα και από του φόβου επάρθην.
Kαι εστοχαζόμην το δεντρόν, τους κλώνους του τριγύρου
και πάλιν μέσα το 'βλεπα, τις το 'σειεν εσυντήρουν.
Kαι δυο, μ' εφάνην, ποντικοί το δένδρον εγυρίζαν,
άσπρος και μαύρος, με σπουδήν του εγλείφασιν την ρίζαν. 50
Eις τόσον το κατέφεραν και έκλινε να πέση,
όθεν η ρίζα την κορφήν εκέλευσε να θέση.
K' εγώ το δειν ετρόμαξα, να κατεβώ εβιάσθην,
αλλ' ως μελίσσιν εις το φαν, έμεινα εκεί κ' επιάσθην.
Kαι το δενδρόν, όπου ήλπιζα να στέκετ' εις λιβάδιν, 55
ήτον εις φρούδιν εγκρεμνού κ' εις σκοτεινόν πηγάδιν·
και ως έκλινεν, μ' εφαίνετο, τον εγκρεμόν εζήτα
κ' η μέρα πάντ' ωλίγαινεν κ' εσίμωνεν η νύκτα.
Kαι απείτις την απαντοχήν της σωτηριάς μου εχάσα,
όθεν εις τέλος έμελλε να καταντήσω επιάσα. 60
Kαι δράκοντα είδα φοβερόν στου πηγαδιού τον πάτον
κ' έχασκεν κ' εκαρτέρει με πότε να πέσω κάτω.
Λοιπόν το δέντρον έπεσε κ' εγώ μετ' αύτο επήγα
και τα πουλιά επετάξασιν κ' οι μέλισσες εφύγα
και εφάνη μ', εκατήντησα στου δράκοντος το στόμα 65
κ' εμπήκα εις μνήμα σκοτεινόν, εις γην και ανήλιον χώμα.

Βιβλιογραφία : Αλεξίος, Στυλιανός. «Η κρητική λογοτεχνία την εποχή της Βενετοκρατίας». Στο Ν. Παναγιωτάκης (επιμ.) Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός. Τομ Β’. Ηράκλειο 1998.

Δεν υπάρχουν σχόλια: